Η υπόθεση των δανείων σε ελβετικό φράγκο στην Ελλάδα δεν περιορίζεται απλώς στην αύξηση του κόστους των στεγαστικών δανείων. Αντίθετα, συνιστά μια σοβαρή περίπτωση νομισματικού κινδύνου (FX risk), ο οποίος μεταφέρθηκε στους καταναλωτές χωρίς την κατάλληλη και πλήρη ενημέρωσή τους. Ως αποτέλεσμα, χιλιάδες νοικοκυριά βρέθηκαν να καταβάλλουν κανονικά τις δόσεις τους, μόνο για να διαπιστώσουν ότι το ποσό της οφειλής τους σε ευρώ αυξανόταν διαρκώς. Αυτή η αύξηση οφείλεται στις διακυμάνσεις της ισοτιμίας του ελβετικού φράγκου και στην πρακτική των τραπεζών, σε συνδυασμό με τη διαχρονική αδράνεια της πολιτείας και την απουσία ουσιαστικής παρέμβασης από τις αρμόδιες αρχές, παρά τις γνωστές επιπτώσεις.
Στην πραγματικότητα, όπως αποδεικνύεται από τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, τις αποφάσεις του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) και τις πρακτικές των τραπεζών, τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν αποτελούν γνήσιο στεγαστικό προϊόν, αλλά έναν δομημένο νομισματικό παράγωγο. Το προϊόν αυτό μετέφερε 100% τον συναλλαγματικό κίνδυνο στον καταναλωτή, χωρίς καμία αντιστάθμιση (hedging), χωρίς επαρκή ενημέρωση και χωρίς τον απαιτούμενο έλεγχο καταλληλότητας, παραβιάζοντας τις ευρωπαϊκές οδηγίες και τις βασικές αρχές προστασίας των δανειοληπτών. Πρόκειται για ένα νομισματικό παράγωγο που προσφέρθηκε σε ιδιώτες, χωρίς τις απαραίτητες εγγυήσεις διαφάνειας, γνώσης και προστασίας, οι οποίες ισχύουν για τους επαγγελματίες επενδυτές.
Το Διάγραμμα αποτυπώνει με σαφήνεια τον μηχανισμό των δανείων σε ελβετικό φράγκο στην Ελλάδα. Στην περίοδο 2006–2007, όταν κορυφώθηκαν οι χορηγήσεις σε CHF, οι ισοτιμίες και τα χαμηλά επιτόκια έκαναν τις μηνιαίες δόσεις να φαίνονται ιδιαίτερα ελκυστικές και δελεαστικά μικρές. Από το 2006 έως το 2009, το προϊόν διατέθηκε ευρέως στην αγορά. Η κρίσιμη λεπτομέρεια ήταν ότι η δόση ήταν σε CHF, ενώ οι Έλληνες δανειολήπτες πλήρωναν σε ευρώ, γεγονός που σήμαινε ότι κάθε μήνα «αγόραζαν» CHF στην εκάστοτε ισοτιμία. Έτσι, το δάνειο δεν αφορούσε μόνο επιτοκιακό κίνδυνο, αλλά αποτελούσε και συναλλαγματικό στοίχημα.
Μετά το 2008, και ειδικότερα στην περίοδο 2010–2015, το ελβετικό φράγκο λειτουργούσε διεθνώς ως ασφαλές καταφύγιο, γεγονός που οδηγούσε στην ανατίμησή του. Η αύξηση της αξίας του φράγκου σήμαινε ότι (α) η ίδια δόση σε CHF αντιστοιχούσε σε μεγαλύτερο ποσό σε ευρώ και (β) το κεφάλαιο σε CHF, όταν αποτιμάται σε ευρώ, δεν μειωνόταν αναλογικά. Αυτό το χαρακτηριστικό καθιστά το προϊόν με ενσωματωμένο συναλλαγματικό κίνδυνο (FX risk), παρόμοιο με τα παράγωγα FX, και όχι ένα απλό στεγαστικό δάνειο.
Κατά την περίοδο 2015-2019, η ισοτιμία EUR/CHF παρέμεινε σχετικά σταθερή σε υψηλά επίπεδα, ενώ το ελβετικό φράγκο συνέχισε να θεωρείται ασφαλές καταφύγιο. Το 2015, η ΕΚΤ και οι διεθνείς πολιτικές της διατήρησαν τη νομισματική πολιτική που υποστήριξε την ισοτιμία EUR/CHF στο 1.20 (η οποία ήταν το κατώτατο όριο που έθεσε η Ελβετική Κεντρική Τράπεζα το 2011). Παρά την σταθερότητα, οι δανειολήπτες εξακολουθούσαν να αντιμετωπίζουν αυξημένες πληρωμές, λόγω των προηγούμενων αυξήσεων της ισοτιμίας. Η μετατροπή των δανείων σε ευρώ ή η διαπραγμάτευση των όρων παραμένει περιορισμένη, και τα υπόλοιπα των δανείων σε CHF εξακολουθούν να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, ενισχύοντας την οικονομική πίεση.
Η έκταση του προβλήματος συνεχίζει να αποτυπώνεται με τα υπόλοιπα σε CHF στο ελληνικό τραπεζικό σύστημα, τα οποία παραμένουν σε τάξη μεγέθους δισεκατομμυρίων και για την περίοδο 2019–2025. Παρά τη σταδιακή αποκλιμάκωση, το 2025 η εικόνα δείχνει περίπου 5 δισ. ευρώ σε υπόλοιπα και περίπου 30.000–37.000 δανειολήπτες, με σημαντικό ποσοστό των δανείων να έχει μεταφερθεί σε servicers ή funds.
Οι τραπεζικές πρακτικές πώλησης των δανείων σε ελβετικό φράγκο στηρίχθηκαν στο γεγονός ότι το CHF είχε χαμηλό επιτόκιο (LIBOR CHF περίπου 0,6% συν το spread), με αποτέλεσμα η αρχική δόση να είναι μικρότερη σε σχέση με τα δάνεια σε ευρώ. Το προϊόν συχνά παρουσιαζόταν ως «φθηνότερο στεγαστικό», χωρίς όμως να αναλύεται επαρκώς ο κίνδυνος ανατίμησης του φράγκου. Σε πολλές περιπτώσεις, εφαρμόστηκαν ρυθμίσεις step-up ή balloon, οι οποίες περιλάμβαναν χαμηλές δόσεις στην αρχή και είτε συσσώρευση κεφαλαίου είτε τοκισμό μέρους του δανείου στην λήξη. Ωστόσο, τέτοιες πρακτικές δεν εξουδετερώνουν τον συναλλαγματικό κίνδυνο, αλλά τον μεταθέτουν χρονικά. Οι ρυθμίσεις step-up και balloon δεν προσέφεραν ουσιαστική λύση, αλλά μάλλον αποτέλεσαν μηχανισμό μετάθεσης της ζημίας και συνέχισης της παραπλάνησης: με τεχνητά χαμηλές δόσεις και μεταφορά κεφαλαίου στο μέλλον, παραβίασαν την αρχή της διαφάνειας, ενίσχυσαν την ανισορροπία εις βάρος του καταναλωτή και μπορούν να χαρακτηριστούν καταχρηστικές, ιδίως επειδή το δάνειο σε CHF λειτουργούσε ως νομισματικό παράγωγο και όχι ως ένα παραδοσιακό στεγαστικό προϊόν.
Η δικαστική εξέλιξη στην Ελλάδα πήρε κρίσιμη κατεύθυνση με την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου 4/2019. Στην εν λόγω απόφαση, ο Άρειος Πάγος έκρινε ότι ο όρος αποπληρωμής σε ευρώ, ισοδύναμος με το ποσό σε CHF, αντανακλά απλώς το άρθρο 291 ΑΚ περί οφειλής σε ξένο νόμισμα. Επομένως, παρόλο που η εξαίρεση των “δηλωτικών όρων” δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, ο όρος αυτός θεωρήθηκε “δηλωτικός” και τέθηκε εκτός του ουσιαστικού ελέγχου καταχρηστικότητας, καθώς ενυπάρχει στην ερμηνεία της εθνικής νομοθεσίας βάσει της εναρμονισμένης ερμηνείας με την Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (άρθρο 3). Επιπλέον, το Δικαστήριο αποφάσισε ότι ο συναλλαγματικός κίνδυνος βαρύνει τον δανειολήπτη, ενώ η Ολομέλεια δεν έστειλε προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ, παρά το γεγονός ότι είχε ζητηθεί και είχε τεθεί ως ζήτημα εφαρμογής του άρθρου 267 ΣΛΕΕ από τη ΣΥΔΑΝΕΦ και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Πρακτικά, μετά το 2019, το βασικό αίτημα για επιστροφή στην ισοτιμία εκταμίευσης θεωρήθηκε “κλείδωμένο” αρνητικά. Από το 2019 και μετά, οι περισσότερες ατομικές αγωγές απορρίπτονται στο πρώτο βαθμό, καθώς τα δικαστήρια ακολουθούν την κατεύθυνση της απόφασης 4/2019 ως δεσμευτική νομολογία.
Ακολούθησε ελληνικό προδικαστικό ερώτημα στο ΔΕΕ (1599/2020 ΠΠΑ, C-243/20, Trapeza Peiraios, 2021). Το ελληνικό δικαστήριο, με 4 προδικαστικά ερωτήματα, ζήτησε να διευκρινιστεί αν η ρήτρα αποπληρωμής/ισοτιμίας, ως “αντανάκλαση” ενδοτικού κανόνα του Αστικού Κώδικα (άρθρο 291), υπάγεται στην Οδηγία 93/13/ΕΚ. Το ΠΠΑ, ωστόσο, δεν έθεσε ευθέως το ερώτημα “είναι καταχρηστική η ρήτρα CHF;”, ώστε να λάβει απάντηση επ’ αυτού. Αντίθετα, το ΔΕΕ επικεντρώθηκε στο αν η εξαίρεση που προβλέπει το άρθρο 1, παράγραφος 2 της Οδηγίας, για ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου, ισχύει για τη συγκεκριμένη ρήτρα. Η απόφαση του ΔΕΕ δεν απάντησε ευθέως στην καταχρηστικότητα της ρήτρας CHF, αλλά ανέφερε ότι οι ρήτρες που επαναλαμβάνουν ενδοτικούς κανόνες εθνικού δικαίου μπορεί να εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 93/13.
Ωστόσο, η απόφαση του ΔΕΕ άφησε ανοιχτό ένα κρίσιμο παράθυρο ευκαιρίας: η εξαίρεση από τον έλεγχο καταχρηστικότητας ισχύει μόνο για όρους που είναι καθαρά “reflection of law”, δηλαδή όταν ο όρος επαναλαμβάνει πιστά τη διάταξη του νόμου χωρίς πρόσθετους ή ασαφείς μηχανισμούς. Εάν υπάρχουν μηχανισμοί ισοτιμίας που δεν συνάδουν με την εφαρμογή του άρθρου 291 ΑΚ, όπως πίνακες συναλλαγματικών ισοτιμιών της τράπεζας, spread αγοράς-πώλησης, ή μονομερές fixing, τότε αυτοί δεν αποτελούν απλώς “αντίγραφο” του νόμου και είναι ελεγκτέοι ως καταχρηστικοί λόγω αδιαφάνειας.
Επιπλέον, το ΔΕΕ άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο η Ελλάδα να παρέχει υψηλότερη προστασία του καταναλωτή από την ελάχιστη ευρωπαϊκή προστασία, όπως ορίζεται στο άρθρο 8 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ. Η Οδηγία παρέχει στα κράτη μέλη τη δυνατότητα να θεσπίζουν αυστηρότερες διατάξεις για την εξασφάλιση μεγαλύτερης προστασίας του καταναλωτή. Ωστόσο, αυτή η μεγαλύτερη προστασία παραμένει ζήτημα εθνικής νομοθετικής ή νομολογιακής επιλογής, και είναι ευθύνη της Ελλάδας να επιλέξει αν θα παρέχει υψηλότερη προστασία στους καταναλωτές της από την ελάχιστη απαιτούμενη προστασία της ΕΕ.
Ο επίμαχος όρος δεν αφορά την απλή υποχρέωση καταβολής οφειλής σε ξένο νόμισμα, την οποία η ΟλΑΠ 4/2019 χαρακτήρισε ως “δηλωτική” κατ’ άρθρο 291 ΑΚ, αλλά τη σύνθετη ρύθμιση του μηχανισμού προσδιορισμού της εφαρμοζόμενης ισοτιμίας και του περιθωρίου τιμολόγησης (spread), το οποίο καθορίζεται μονομερώς από την τράπεζα μέσω εργαλείων, όπως το “Τιμολόγιο Τράπεζας”, τα “Ημερήσια Δελτία Συναλλάγματος” κ.λπ. Τέτοιου είδους μηχανισμοί δεν συνάδουν με την έννοια του “ενδοτικού” κανόνα του Αστικού Κώδικα, καθώς το άρθρο 291 ΑΚ προβλέπει ότι η καταβολή οφειλής σε ξένο νόμισμα πρέπει να γίνεται με βάση την “τρέχουσα αξία” του νομίσματος και όχι με βάση τον τραπεζικό fixing ή την επιβαρυντική διαφορά τιμολόγησης που καθορίζεται μονομερώς από την τράπεζα.
Αυτό σημαίνει ότι ο επίμαχος όρος δεν επαναλαμβάνει τις διατάξεις του ενδοτικού δικαίου, όπως το άρθρο 291 ΑΚ, και ως εκ τούτου δεν μπορεί να υπαχθεί στην εξαίρεση του άρθρου 1§2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ, όπως ερμηνεύθηκε στην απόφαση C-243/20 (Trapeza Peiraios). Αντιθέτως, ο όρος αυτός υπόκειται σε πλήρη έλεγχο διαφάνειας και καταχρηστικότητας, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της Οδηγίας, δεδομένου ότι δημιουργεί αδιαφάνεια και παρέχει στη τράπεζα μονομερή διακριτική ευχέρεια στο προσδιορισμό της ισοτιμίας και του spread, κάτι που δύναται να επιφέρει σημαντική ανισορροπία εις βάρος του καταναλωτή.
Η αδιαφάνεια και η έλλειψη σαφήνειας στον υπολογισμό της ισοτιμίας και του spread, με τη μονομερή διακριτική ευχέρεια της τράπεζας, ενδέχεται να οδηγήσουν σε καταχρηστική πρακτική, καθώς ο καταναλωτής δεν έχει τη δυνατότητα αμφισβήτησης του ποσού που καλείται να καταβάλει. Αυτή η έλλειψη διαφάνειας και η μονομερής διακριτική ευχέρεια της τράπεζας συνιστούν παράγοντες που διαταράσσουν την ισορροπία των υποχρεώσεων των μερών και καθιστούν τον όρο καταχρηστικό.
Επιπλέον, σύμφωνα με τη νομολογία του ΔΕΕ και τις αποφάσεις Dunai και Dziubak, το κενό που δημιουργείται από την αδιαφάνεια του όρου δεν επιτρέπεται να καλυφθεί δικαστικά. Δηλαδή, το δικαστήριο δεν μπορεί να διορθώσει ή να τροποποιήσει τον όρο για να τον καταστήσει ισχυρότερο ή πιο διαφανή για τον καταναλωτή, καθώς αυτό θα σήμαινε κατάφορη παραβίαση των αρχών της Οδηγίας και της προστασίας του καταναλωτή.
Η απόφαση ΑΠ 4/2019, όπως ερμηνεύεται σήμερα, αναγνωρίζει τον πυρήνα του όρου (δηλαδή την “τρέχουσα ισοτιμία”) ως δεσμευτικό, αλλά ταυτόχρονα επιτρέπει τον έλεγχο των περιφερειακών όρων, όπως ο μηχανισμός προσδιορισμού της ισοτιμίας και το spread. Η απόφαση τονίζει ότι οι ρητές ρυθμίσεις για τη διαφάνεια και τη διακριτική ευχέρεια της τράπεζας πρέπει να είναι υπό έλεγχο, ειδικά όταν δεν συνάδουν με το αρχικό νομικό πλαίσιο του άρθρου 291 ΑΚ.
Αυτό σημαίνει ότι η σύγχρονη δικαστική στρατηγική δεν πρέπει να εστιάζει πλέον στην αμφισβήτηση του συναλλαγματικού κινδύνου ως έννοια, αλλά στον τρόπο τιμολόγησης και παρουσίασης αυτού του κινδύνου από την τράπεζα. Ο έλεγχος πρέπει να εστιάζει στη διαφάνεια της πληροφόρησης που παρέχεται στους καταναλωτές, καθώς και στην ισότητα των όρων της σύμβασης, χωρίς να αμφισβητείται η αποδοχή ή όχι του συναλλαγματικού κινδύνου ως έννοια. Συγκεκριμένα, η επικέντρωση του δικαστικού ελέγχου αφορά την σαφήνεια του τρόπου υπολογισμού της ισοτιμίας και του spread, και την αναλογικότητα των όρων της σύμβασης, διασφαλίζοντας την προστασία του καταναλωτή από αδιαφανείς και καταχρηστικούς όρους.
Η ευρωπαϊκή εμπειρία εξηγεί τη διαφοροποίηση της Ελλάδας στην αντιμετώπιση των δανείων σε ελβετικό φράγκο (CHF). Σε χώρες όπως η Πολωνία (όπου η λύση επιτεύχθηκε κυρίως μέσω δικαστηρίων υπέρ των δανειοληπτών), η Ουγγαρία (με νομοθετική καθολική πολιτική λύση και υποχρεωτική μετατροπή των δανείων), η Ρουμανία (όπου η προσπάθεια λύσης δεν ολοκληρώθηκε) και η Κροατία (με υποχρεωτική μετατροπή σε ευρώ με επανυπολογισμό και δικαστική κατοχύρωση), οι συμβάσεις περιείχαν μηχανισμούς που έδιναν μονομερή ευχέρεια στην τράπεζα για τον προσδιορισμό της ισοτιμίας. Οι ρήτρες αυτές κρίθηκαν αδιαφανείς και καταχρηστικές, οδηγώντας σε μαζικούς επανυπολογισμούς ή ακόμα και ακυρότητες των συμβάσεων. Αντίθετα, στην Ελλάδα, ο χαρακτηρισμός του όρου ως “δηλωτικός” από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 4/2019) περιορίζει το πεδίο δικαστικής ανατροπής και μεταφέρει την επίλυση στο πολιτικό επίπεδο, προσδιορίζοντας μια διαφορετική κατεύθυνση από αυτή των άλλων ευρωπαϊκών κρατών.
Η ευρωπαϊκή νομολογία έχει διαμορφώσει έναν κοινό κανόνα, όπως καταδεικνύεται σε αποφάσεις του ΔΕΕ (π.χ., Andriciuc C-186/16, Dunai C-118/17, Dziubak C-260/18, C-520/21), σύμφωνα με τον οποίο τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο (CHF) δεν θεωρούνται απλά στεγαστικά δάνεια, αλλά συμβάσεις που ενσωματώνουν συναλλαγματικό κίνδυνο, ο οποίος είναι νόμιμος μόνο όταν εξηγείται με πλήρη, κατανοητό και ποσοτικοποιήσιμο τρόπο. Εάν ο όρος για την ισοτιμία δεν είναι διαφανής, θεωρείται καταχρηστικός και δεν μπορεί να επιδιορθωθεί από τον δικαστή, με αποτέλεσμα να μπορεί να οδηγήσει σε ακύρωση ολόκληρης της σύμβασης. Σε αυτή την περίπτωση, οι τράπεζες δεν δικαιούνται πρόσθετη αμοιβή πέραν της επιστροφής του κεφαλαίου.
Η σύμβαση δεν ήταν στεγαστικό προϊόν, καθώς:
- Δεν υπήρχε όριο ή κατώτατο όριο (no cap/no floor).
- Η δόση εξαρτιόταν από την ισοτιμία, όχι από επιτόκιο.
- Το υπόλοιπο μπορούσε να αυξηθεί απεριόριστα.
- Δεν υπήρχε αντιστάθμιση κινδύνου (hedging), σε αντίθεση με όσα υποστήριζαν οι τράπεζες.
- Η τράπεζα είχε μηδενικό ρίσκο, ενώ ο δανειολήπτης αναλάμβανε όλο τον συναλλαγματικό κίνδυνο (FX risk).
- Στην Ε.Ε., τέτοια προϊόντα ταξινομούνται ως δομημένα παράγωγα, όχι στεγαστικά δάνεια.
Επομένως, η σύμβαση ήταν ακυρώσιμη λόγω παραπλάνησης, ελλιπούς ενημέρωσης και καταχρηστικότητας των όρων, καθώς οι δανειολήπτες δεν ενημερώθηκαν πλήρως για το συναλλαγματικό κίνδυνο και τις συνέπειες των αυξήσεων στην ισοτιμία.
Πώς παραπλανήθηκαν οι δανειολήπτες:
- Η τράπεζα παρουσίασε μόνο τη δόση και απέκρυψε τον κίνδυνο.
- Παρουσίασε το CHF ως «ασφαλές» νόμισμα.
- Απόκρυψε την έλλειψη αντιστάθμισης κινδύνου.
- Δεν έγινε καμία ανάλυση του risk profile του δανειολήπτη.
- Δεν υπήρχαν προειδοποιήσεις για ανατίμηση φράγκου, αύξηση υπολοίπου και αύξηση δόσης.
Τι έπρεπε να έχει γίνει από τις τράπεζες και την εκάστοτε κυβέρνηση εγκαίρως (και δεν έγινε):
- 2008–2010: Αυτόματη μετατροπή των δανείων σε ευρώ όταν το CHF υπερτίμηθηκε >15% σε σχέση με το ευρώ. Αυτό θα είχε προστατεύσει τους δανειολήπτες από τη συνεχιζόμενη αύξηση των δόσεων λόγω της συναλλαγματικής διακύμανσης.
- 2011–2014: Επιβολή caps στην ισοτιμία από το Δημόσιο, προκειμένου να περιοριστεί ο κίνδυνος υπέρμετρης αύξησης των δόσεων που εξαρτώνται από τη συναλλαγματική ισοτιμία, εξασφαλίζοντας μια δίκαιη κατανομή του ρίσκου μεταξύ των μερών.
- 2015: Θεσμική λύση, όπως στην Πολωνία: Υποχρεωτική μετατροπή των δανείων σε ευρώ και επιστροφή των αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών στους δανειολήπτες, ως αποτέλεσμα της καταχρηστικότητας των όρων και της παραπλάνησης των καταναλωτών.
- 2019: Συγχρονισμός με την ευρωπαϊκή νομολογία (CJEU), ακολουθώντας τις κατευθύνσεις της νομολογίας του ΔΕΕ, προκειμένου να υπάρξει ενιαία προσέγγιση στην προστασία των καταναλωτών και των δικαιωμάτων τους σε σχέση με τα δάνεια σε ξένο νόμισμα.
Από τη στιγμή που η ΟλΑΠ 4/2019 «κλείδωσε» ότι ο όρος αποπληρωμής με την εκάστοτε ισοτιμία EUR/CHF αποτελεί δηλωτικό όρο που αναπαράγει το άρθρο 291 ΑΚ και, ως τέτοιος, εξαιρείται του ελέγχου καταχρηστικότητας, η ορθή δικονομική στρατηγική για τους οφειλέτες δεν είναι η ευθεία επίθεση στο νόμισμα ή στην «ισοτιμία εκταμίευσης», αλλά η διάκριση μεταξύ του πυρήνα της συμβατικής ρύθμισης (currency risk ως τέτοιος) και του τραπεζικού μηχανισμού εφαρμογής (ισοτιμίες, spreads, πίνακες, pricing).
Η απόφαση του ΔΕΕ στην ελληνική υπόθεση C-243/20 δεν νομιμοποίησε συλλήβδην τα δάνεια σε CHF. Αντίθετα, δέχθηκε ότι όρος που αναπαράγει ευθέως ενδοτικό κανόνα δικαίου (όπως το άρθρο 291 ΑΚ) μπορεί να εξαιρείται από τον έλεγχο της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ, αφήνοντας όμως πλήρως ανοικτό τον έλεγχο σε κάθε σημείο όπου παρεμβάλλεται τραπεζική ευχέρεια, όπως ο συντονισμός της ισοτιμίας (choice of fixing), το εύρος spread, και οι μηχανισμοί επανυπολογισμού κεφαλαίου.
Συνεπώς, οι αγωγές όφειλαν (και οφείλουν) να εστιάζουν, αφενός, στην αδιαφάνεια και την προσημειωτική παραπλάνηση (όπως η έλλειψη ποσοτικών σεναρίων, η παρουσίαση του προϊόντος ως «φθηνού στεγαστικού» και όχι ως προϊόντος με συναλλαγματικό κίνδυνο, οι καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις περί «σταθερού φράγκου»), με βαρύ αποδεικτικό φορτίο ως προς το τι ακριβώς ειπώθηκε κατά τη σύναψη της σύμβασης, και, αφετέρου, στην τεχνική τεκμηρίωση του αθέμιτου pricing μέσω πραγματογνωμοσύνης (συγκρίσεις εφαρμοζόμενων ισοτιμιών/spreads με την αγορά interbank, ανάλυση τραπεζικών fixing κ.λπ.).
Στο σημερινό νομικό και δικαστικό περιβάλλον, η ΟλΑΠ 4/2019 λειτουργεί ως τείχος μόνο ως προς τον “γυμνό” συναλλαγματικό κίνδυνο. Ωστόσο, δεν αποτελεί ασπίδα για ρήτρες και πρακτικές που υπερβαίνουν τον πυρήνα της, όπως οι μηχανισμοί προσδιορισμού ισοτιμίας και οι μονομερείς ρυθμίσεις του spread. Εκεί ακριβώς εντοπίζεται ο πραγματικός χώρος δικαστικής παρέμβασης, και εκεί πρέπει να στοχεύουν τόσο οι ατομικές όσο και οι συλλογικές αγωγές. Επιπλέον, παραμένει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υποβληθεί νέο προδικαστικό ερώτημα υπό το φως της νεότερης νομολογίας του ΔΕΕ, που θα εξειδικεύσει περαιτέρω τα κριτήρια ελέγχου καταχρηστικών πρακτικών και την ανάγκη για πλήρη διαφάνεια στις συμβάσεις δανείων σε ξένο νόμισμα.
Στο μεταξύ, ο εξωδικαστικός μηχανισμός του ν. 4738/2020 έχει αποδείξει την ικανότητά του να παρέχει ουσιαστικές λύσεις ακόμη και για δάνεια σε ελβετικό φράγκο (CHF). Χαρακτηριστικό παράδειγμα της αποτελεσματικότητάς του αποτελούν δύο υποθέσεις που έχουν δημοσιευθεί στον τοπικό Τύπο της Ρόδου (εφημερίδα Ροδιακή, 8.7.2025):
Στην πρώτη περίπτωση, δανειολήπτης με οφειλή περίπου 550.000 € σε ελβετικό φράγκο κατάφερε να ρυθμίσει μέσω της πλατφόρμας περίπου 275.000 €, ενώ 270.000 € διαγράφηκαν (περίπου 50% της οφειλής). Στη δεύτερη περίπτωση, επιχειρηματίας με οφειλή περίπου 310.000 € πέτυχε διαγραφή 200.000 € (άνω του 60%), με το υπόλοιπο να ρυθμίζεται σε πολυετή, βιώσιμη αποπληρωμή. Τα ποσά αυτά υπολογίζονται σε ευρώ για τις ανάγκες του μηχανισμού, αν και συμβατικά οι οφειλές παραμένουν σε ελβετικό φράγκο.
Υπό το νέο κυβερνητικό πλαίσιο που προτείνεται από την κυβέρνηση τον Νοέμβριο του 2025, όσοι έχουν ήδη επωφεληθεί από λύσεις μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού δεν θα μπορούν να διεκδικήσουν δεύτερο “κούρεμα” για το ίδιο δάνειο μέσω διμερούς ρύθμισης. Ουσιαστικά, η επιλογή είναι μία και μοναδική. Αυτή η προσέγγιση είναι λογική από την πλευρά της αποφυγής “διπλής απαλλαγής”, αλλά δημιουργεί σοβαρό ζήτημα ισότητας, καθώς η δυνατότητα προσφυγής στον μηχανισμό εξαρτάται από το πότε και υπό ποιους όρους κάθε δανειολήπτης έχει ήδη επωφεληθεί από την εξωδικαστική ρύθμιση.
Η πρόταση της κυβέρνησης Νοεμβρίου 2025 προβλέπει εθελοντική μετατροπή των δανείων (CHF) σε ευρώ (EUR). Η μετατροπή αυτή περιλαμβάνει έκπτωση στην ισοτιμία που κλιμακώνεται ανάλογα με εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια και φτάνει έως περίπου 50% για τις πιο αδύναμες κατηγορίες, η οποία ισοδυναμεί με μικρότερη μείωση του υπολοίπου του δανείου. Αυτή η μείωση του σημερινού υπολοίπου της οφειλής εκτιμάται ότι θα κυμαίνεται έως το 30% για τις πιο αδύναμες κατηγορίες. Το ύψος της ωφέλειας δεν μπορεί, ωστόσο, να οδηγήσει το νέο υπόλοιπο κάτω από την «ανακτήσιμη αξία» των ακινήτων, δηλαδή την αντικειμενική τους αξία (σύνολο ΕΝΦΙΑ) ή το ποσό της εμπορικής τους αξίας μειωμένη κατά τα δυνητικά έξοδα εκτέλεσης (ήτοι κριτήριο περιουσίας), που αυτό μπορεί να σημαίνει και μηδενικό «κούρεμα», εάν η αξία του ακινήτου είναι μεγαλύτερη ή πολύ κοντά στην οφειλή. Η λύση αυτή καλύπτει τα ενήμερα δάνεια (και αυτά με καθυστέρηση έως 90 ημερών), καθώς και τα δάνεια με καθυστέρηση άνω των 90 ημερών μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών. Ωστόσο, τίθεται ρητός κανόνας: «κούρεμα» μπορεί να εφαρμοστεί μία φορά. Δηλαδή, οποιοσδήποτε έχει ήδη επωφεληθεί από ρύθμιση ή «κούρεμα» μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020 δεν θα μπορεί να επωφεληθεί ξανά από διμερή μετατροπή – και το αντίστροφο. Η προσέγγιση αυτή εγείρει σοβαρό ζήτημα ίσης μεταχείρισης για όσους ρύθμισαν νωρίτερα, υπό δυσμενέστερους όρους.
Τεχνικά, θα μπορούσε να αναπτυχθεί ένας “μαθηματικός αλγόριθμος” για την εξίσωση των διαφορών στις ισοτιμίες, ώστε η κυβέρνηση να υπολογίζει την πραγματική οικονομική επιβάρυνση για κάθε δανειολήπτη και να προχωρά σε αντικειμενική εφαρμογή του «κουρέματος», εναρμονισμένη με τις προϋποθέσεις των τραπεζών και των δανειοληπτών.
Η προτεινόμενη κυβερνητική λύση για τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο συνιστά μερική, κυρίως προοπτική θεραπεία, και όχι πλήρη αναδρομική αποκατάσταση των ζημιών. Ο κανόνας της μίας και μόνης διαγραφής (είτε μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού του ν. 4738/2020 είτε μέσω διμερούς ρύθμισης), σε συνδυασμό με τις συνήθεις ρήτρες παραίτησης από εκκρεμείς αγωγές και μελλοντικά ένδικα μέσα, καθιστά την ex ante επιλογή του δανειολήπτη κρίσιμη. Αν η επιλογή αυτή δεν γίνει σωστά, ο δανειολήπτης κινδυνεύει να ανταλλάξει πιθανή ουσιαστική δικαστική δικαίωση με μια απλώς λογιστική διευθέτηση.
Η σημερινή πρόταση μπορεί να προσφέρει διέξοδο, αλλά περιορίζει τη ζημία χωρίς να θεραπεύει πλήρως το αίτιο. Η κοινωνία πρέπει να θυμάται ότι ο δανειολήπτης δεν αγόρασε απλώς σπίτι, αλλά ανέλαβε και συναλλαγματικό κίνδυνο (FX risk) χωρίς την κατάλληλη ενημέρωση. Με περίπου 5 δισ. € υπολοίπων και δεκάδες χιλιάδες οικογένειες ακόμη εκτεθειμένες, το πρόβλημα δεν μπορεί να λυθεί μόνο μέσω μεμονωμένων δικαστικών αποφάσεων. Το ζήτημα δεν αφορά απλώς “μερικά δύσκολα δάνεια”, αλλά τη συστημική διάθεση ενός προϊόντος με χαρακτηριστικά παράγωγου σε καταναλωτές στεγαστικών δανείων.
Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι απαιτείται:
- Στοχευμένη νομοθετική παρέμβαση,
- Συντονισμένο πλαίσιο ρυθμίσεων με ξεκάθαρους κανόνες επανυπολογισμού,
- Με βάση την πραγματική φύση του προϊόντος και τη διακινδύνευση που ανέλαβε ο καταναλωτής χωρίς επαρκή ενημέρωση.


Τι δείχνει το μοντέλο ενός τυπικού δανείου 100.000 €
Το τεχνικό σκέλος φαίνεται στα Διαγράμματα 2 και 3 του case study 30ετίας. Για να γίνει κατανοητό τι σημαίνει στην πράξη ένα δάνειο σε ελβετικό φράγκο, προσομοιώσαμε ένα τυπικό στεγαστικό: κεφάλαιο 100.000 €, εκταμίευση 01/2005, διάρκεια 30 έτη (360 μηνιαίες δόσεις), με πλήρη και εμπρόθεσμη εξυπηρέτηση μέχρι τον 11/2025. Τα επιτόκια δεν είναι ακριβής ιστορική αναπαραγωγή, αλλά ρεαλιστικές ζώνες που μιμούνται την πορεία Euribor/Libor-SARON και των περιθωρίων που πρακτικά δόθηκαν. Για το δάνειο σε ευρώ, υποθέτουμε Euribor 3m + περιθώριο 2 ποσοστιαίων μονάδων, με συνολικά ετήσια επιτόκια 5,5% την περίοδο 2005–2008, 4,5% την περίοδο 2009–2011, 3,0% την περίοδο 2012–2013, 2,2% την περίοδο 2014–2021, 3,2% το 2022, 4,0% το 2023 και 5,0% από το 2024 και μετά. Για το δάνειο σε ελβετικό, υποθέτουμε Libor/SARON 3m + περίπου 1% περιθώριο, με συνολικά ετήσια επιτόκια 2,5% την περίοδο 2005–2008, 2,0% την περίοδο 2009–2011, 1,0% την περίοδο 2012–2014, 0,5% την περίοδο 2015–2021, 1,0% το 2022, 1,5% το 2023 και 2,0% από το 2024. Η εκταμίευση σε CHF γίνεται με ισοτιμία EUR/CHF ≈ 1,55, τυπική για το 2005.
Εξετάζονται πέντε σενάρια:
- δάνειο σε ευρώ, δάνειο σε CHF με πραγματική μεταβολή ισοτιμίας,
- δάνειο σε ευρώ με ρήτρα CHF και σταθερή ισοτιμία εκταμίευσης (η λογική των συλλογικών αγωγών), και δύο παραλλαγές ρύθμισης σε CHF , ήτοι
- CHF step-up: χαμηλότερη δόση (75% της κανονικής) τα πρώτα 5 χρόνια, και αυξημένη (115%) μετά, και
- CHF balloon: μειωμένη δόση (70% της κανονικής) για 10 χρόνια, με «μπαλόνι» κεφαλαίου αργότερα.
Στον πρώτο πίνακα συνοψίζονται οι συνολικές πληρωμές μέχρι 11/2025 και το υπόλοιπο την ίδια ημερομηνία:

Το δάνειο σε ευρώ έχει σχετικά υψηλότερη δόση αλλά ρίχνει γρηγορότερα το κεφάλαιο: μέχρι το τέλος του 2025 ο δανειολήπτης έχει πληρώσει περίπου 117 χιλ. € και χρωστά περίπου 41,9 χιλ. €. Στο βασικό σενάριο CHF οι σωρευτικές πληρωμές μέχρι σήμερα φαίνονται ελαφρώς χαμηλότερες (περίπου 112 χιλ. €), αλλά το υπόλοιπο είναι πολύ βαρύτερο, περίπου 57,7 χιλ. €, δηλαδή περίπου 16 χιλ. € παραπάνω από το δάνειο σε ευρώ, παρότι ο δανειολήπτης ήταν απολύτως συνεπής. Το σενάριο «EUR με ρήτρα CHF και σταθερή ισοτιμία εκταμίευσης» είναι σαφώς ευνοϊκότερο για τον δανειολήπτη: συνολικά πληρώνει περί τα 87 χιλ. € μέχρι τον 11/2025 και το υπόλοιπο είναι μόλις 34,6 χιλ. €, χαμηλότερο ακόμη και από το κλασικό δάνειο σε ευρώ. Οι ρυθμίσεις τύπου step-up και balloon δίνουν ανάσα ρευστότητας στην αρχή αλλά, σε όρους «ζωής δανείου», καταλήγουν ακριβότερες: ο δανειολήπτης πληρώνει συνολικά περισσότερα (ιδίως στο step-up) και μένει με υψηλότερο υπόλοιπο σε σχέση με το απλό CHF.
Στον δεύτερο πίνακα αποτυπώνεται η μέση μηνιαία δόση ανά περίοδο και σενάριο, σε ευρώ (στρογγυλεμένοι μέσοι όροι):

Στην περίοδο 2005–2008 η δόση σε ευρώ διαμορφώνεται γύρω στα 568 €, ενώ το βασικό CHF κινείται στα 385 € και οι παραλλαγές step-up/balloon κατεβαίνουν μέχρι τα 277–296 €. Αυτή είναι η «γλυκιά» φάση, που εξηγεί γιατί το προϊόν φαινόταν τόσο ελκυστικό (ο μέσος δανειολήπτης έβλεπε εντυπωσιακό όφελος 200–300 € τον μήνα – γι’ αυτό και το προϊόν «πουλούσε» τόσο εύκολα).
Από το 2009 και μετά, με την κρίση και την ισχυροποίηση του φράγκου, η εικόνα αντιστρέφεται: τα επιτόκια σε ευρώ πέφτουν, η μέση δόση EUR υποχωρεί γύρω στα 472 € και αργότερα στα 409 €, ενώ η δόση του βασικού CHF ξεπερνά σταθερά το ευρώ (424 €, μετά 448 € και από το 2021 περίπου 527 €). Την ίδια στιγμή, στις ρυθμίσεις τύπου step-up η δόση ανεβαίνει ήδη πάνω από το δάνειο σε ευρώ (περίπου 483 € μέσος όρος), προαναγγέλλοντας αυτό που θα φανεί ξεκάθαρα αργότερα: το «φθηνό» δάνειο σε CHF παύει να είναι πραγματικά φθηνό και αρχίζει σταδιακά να πλησιάζει – και να ξεπερνά – το κόστος ενός απλού στεγαστικού σε ευρώ.
Για την περίοδο 2015–2020, μετά το σοκ του 2015, το δάνειο σε ευρώ σταθεροποιείται γύρω στα 409 € μέση μηνιαία δόση, ενώ το βασικό δάνειο σε CHF ανεβαίνει περίπου στα 448 €, και οι ρυθμίσεις τύπου step-up/balloon οδηγούν σε ακόμη βαρύτερες δόσεις της τάξης των 513–521 €. Ουσιαστικά, ό,τι «κέρδισε» ο δανειολήπτης σε χαμηλή δόση την πρώτη πενταετία, το επιστρέφει με τόκο στη δεύτερη. Στην περίοδο 2021–11/2025, με τον νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων, η μέση δόση του δανείου σε ευρώ ανεβαίνει περίπου στα 451 €, το βασικό CHF ξεφεύγει στα ~527 €, ενώ τα σενάρια step-up και balloon φτάνουν σε μέσες δόσεις 567–614 €, με αποτέλεσμα ο δανειολήπτης που ξεκίνησε με 280–350 € τον μήνα να βρίσκεται πλέον στα 500–600 €, έχοντας ταυτόχρονα σημαντικά μεγαλύτερο υπόλοιπο από έναν αντίστοιχο δανειολήπτη σε απλό στεγαστικό ευρώ.
Το αποτέλεσμα είναι ότι ο δανειολήπτης που στην αρχή πλήρωνε 280–350 € «χαλαρή» δόση, στα ώριμα χρόνια του δανείου βρίσκεται με μέση δόση της τάξης των 500–600 € και με υπόλοιπο σημαντικά μεγαλύτερο από εκείνο ενός τυπικού στεγαστικού σε ευρώ.
Η συνολική εικόνα από τα διαγράμματα και τους πίνακες είναι καθαρή ακόμη και για μη ειδικούς: τα δάνεια σε ελβετικό δεν ήταν απλώς «φθηνότερος τόκος», αλλά ένα σύνθετο προϊόν με υψηλό συναλλαγματικό κίνδυνο, που κρύφτηκε πίσω από τη χαμηλή δόση της πρώτης πενταετίας. Αν είχε υιοθετηθεί εξαρχής μια δίκαιη ρήτρα όπως η σταθερή ισοτιμία εκταμίευσης, ο δανειολήπτης θα είχε πληρώσει δεκάδες χιλιάδες ευρώ λιγότερα και σήμερα θα χρωστούσε λιγότερο ακόμη και από το κλασικό δάνειο σε ευρώ.
* Του Σταμάτη Παπαποστόλου (νομικού ΔΠΘ – οικονομολόγου ΠΑΠΕΙ – φυσικού ΕΚΠΑ)

