φωτ.: REUTERS/Carlos Garcia Rawlins
Οταν τον Δεκέμβριο του 1823 ο Αμερικανός πρόεδρος Τζέιμς Μονρόε προκήρυξε το μονομερές δικαίωμα των ΗΠΑ να παρεμβαίνουν οπουδήποτε στο δυτικό ημισφαίριο προκειμένου διασφαλίσουν την περιφερειακή ηγεμονία της Ουάσιγκτον από ευρωπαϊκές αποικιοκρατικές παρεμβάσεις, δεν θα μπορούσε να υποψιαστεί ότι 203 χρόνια μετά η ανάλυση κινδύνου που ο ίδιος επικαλέστηκε θα παρέμενε τόσο επίκαιρη. Οι συνθήκες φυσικά είναι ριζικά διαφορετικές καθώς οι ΗΠΑ ήδη από τον ισπανοαμερικανικό πόλεμο του 1898-1902 είχαν εδραιώσει την ηγεμονική θέση τους το δυτικό ημισφαίριο, μια θέση επίφοβη έως και μερικά χρόνια πριν, όταν οι Γάλλοι υπό τον Ναπολέοντα Γ΄ και τον Μαξιμιλιανό Α΄ ήλεγξαν πολιτικά το Μεξικό μεταξύ 1864-1867. Μετά το 1902 και με μοναδικές εξαιρέσεις τον γερμανικό υποβρυχιακό πόλεμο κατά τον Α΄ και τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά και την κρίση της Κούβας το 1962, η αμερικανική πρωτοκαθεδρία στο δυτικό ημισφαίριο ήταν αδιαφιλονίκητη.
Μεταξύ 1823-2026 οι ΗΠΑ προέβησαν σε δέκα άμεσες στρατιωτικές επεμβάσεις μικρότερης ή μεγαλύτερης κλίμακας και περίπου εννέα πραξικοπήματα, που κατά καιρούς οδήγησαν είτε στη δημιουργία κρατών-δορυφόρων όπως ο Παναμάς (που αποσπάστηκε από την Κολομβία το 1903) είτε στη μακροχρόνια (Κούβα 1917-1923, Δομινικανή Δημοκρατία 1916-1924, Αϊτή 1915-1934, Νικαράγουα 1912-1933) ή βραχυπρόθεσμη κατοχή άλλων κρατών (Γρανάδα 1983, Παναμάς 1989). Είναι αξιοσημείωτο ότι οι δυναμικότερες και «άμεσου χαρακτήρα» παρεμβάσεις των ΗΠΑ περιορίζονταν στην Κεντρική Αμερική. Με την εξαίρεση της απόσπασης του Παναμά από την Κολομβία λόγω άρνησης της τελευταίας να κατασκευάσει με αμερικανικούς όρους κατοχής τη μελλοντική διώρυγα που θα ένωνε τον Ατλαντικό με τον Ειρηνικό Ωκεανό, οι ΗΠΑ δεν χρησιμοποιούσαν άμεση στρατιωτική βία για την επίτευξη των στόχων τους στη Νότια Αμερική.
Στις μεγάλες χώρες της Νότιας Αμερικής οι ΗΠΑ επενέβαιναν μέσα από την υποστήριξη πραξικοπημάτων, παραστρατιωτικών ομάδων και πολιτικών δολοφονιών. Οι επεμβάσεις αυτές ανέρχονται σε δεκάδες, ίσως εκατοντάδες μέσα σε αυτούς τους δύο αιώνες. Η πρώτη πρωτοτυπία της επέμβασης Τραμπ είναι ότι αποτελεί την πρώτη άμεση στρατιωτική επέμβαση, προς στιγμήν χειρουργική, στη Νότια Αμερική στα 203 έτη του δόγματος Μονρόε, επέμβαση συμβατή με τη στοχοθεσία της Εθνικής Στρατηγικής Ασφαλείας του προέδρου Τραμπ, όπως ανακοινώθηκε τον περασμένο Δεκέμβριο. Είναι η πρώτη φορά που επιχειρείται κάτι τέτοιο σε μια χώρα της Νότιας Αμερικής που έχει το μέγεθος, τον πληθυσμό και τον φυσικό πλούτο της Βενεζουέλας. Η δεύτερη πρωτοτυπία Τραμπ συνίσταται στο γεγονός ότι η στρατιωτική επέμβαση λαμβάνει χώρα σε μια περίοδο που οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν έναν σοβαρό γεωστρατηγικό αντίπαλο, ικανό να αμφισβητήσει τη γεωπολιτική πρωτοκαθεδρία τους στο δυτικό ημισφαίριο, όπως η Γαλλία στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, η Γερμανία στο πρώτο μισό και πρωτίστως η Σοβιετική Ενωση στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.
Η Κίνα μπορεί να αποτελεί τον μεγαλύτερο εμπορικό εταίρο και επενδυτή σε κρίσιμες υποδομές για όλες τις χώρες της Νότιας Αμερικής εκτός από τέσσερις (Κολομβία, Ισημερινός, Σουρινάμ, Γουιάνα), αλλά η γεωοικονομική αυτή επιρροή, όπως έδειξε και η αντίδρασή της, δεν έχει σχεδόν κανένα σοβαρό στρατιωτικό αποτύπωμα. Ως εκ τούτου, η επέμβαση αυτή είναι δηλωτική τόσο της ισχύος όσο και της αδυναμίας των ΗΠΑ έναντι της αυξανόμενης ημισφαιρικής επιρροής της Κίνας, έστω και εάν αυτή δεν είχε στρατιωτικοποιηθεί. Από μια άποψη η επέμβαση Τραμπ ίσως να επιδιώκει να λειτουργήσει προληπτικά αυτής της στρατιωτικοποίησης περιορίζοντας την κινεζική οικονομική επέκταση, αλλά ανάλογα με το πώς θα καταλήξει η περιπέτεια της Βενεζουέλας μπορεί να επιφέρει το ακριβώς αντίθετο αποτέλεσμα.
Η τρίτη πρωτοτυπία αφορά την αιτιολόγηση της επέμβασης κατά τρόπο που απογυμνώνει την αμερικανική παρέμβαση από κάθε διεθνή ή εσωτερική νομιμοποιητική βάση μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ακόμη και η απομάκρυνση του Μανουέλ Νοριέγκα από τον Παναμά το 1989 νομιμοποιήθηκε στη βάση του πολέμου κατά των ναρκωτικών, ενώ τα διάφορα πραξικοπήματα της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου εντάσσονταν στο δόγμα ανάσχεσης του κομμουνισμού. Κανένα από αυτά τα επιχειρήματα δεν είναι διαθέσιμα στην κυβέρνηση Τραμπ και το ανησυχητικότερο ίσως είναι ότι θεωρεί πως δεν χρειάζεται κανένα επιχείρημα.
Εάν η επέμβαση Τραμπ γινόταν για την αποκατάσταση της δημοκρατίας θα έπρεπε να είχε στηριχθεί, όχι αποκλεισθεί η επιλογή Ματσάδο και όχι να δίνεται τόσο «στεγνά» η δυνατότητα συνέχισης του καθεστώτος μέσω της Ροντρίγκες. Εάν η καταπολέμηση των ναρκωτικών αποτελούσε το βασικό κίνητρο της πολιτικής Τραμπ στην περιοχή, ίσως ο Αμερικανός πρόεδρος θα έπρεπε να ξεκινήσει από την Κολομβία, και σίγουρα δεν θα έπρεπε να είχε δώσει χάρη στον πρώην πρόεδρο της Ονδούρας Ορλάντο Ερνάντες που εξέτιε ποινή φυλάκισης 45 ετών για εμπορία 400 τόνων ηρωίνης στις ΗΠΑ. Ποτέ άλλωστε στην ιστορία των αμερικανικών στρατιωτικών παρεμβάσεων στη Νότια Αμερική δεν υπήρχε τόσο άμεση αιτιώδης συσχέτιση ανάμεσα στη χρήση στρατιωτικής βίας και στον έλεγχο των πετρελαϊκών αποθεμάτων της στοχευόμενης χώρας, και εδώ ο Τραμπ πρωτοτυπεί. Το ερώτημα είναι γιατί η μεγαλύτερη πετρελαιοπαραγωγός χώρα του κόσμου μετά το 2014 που έχει άμεση και ασφαλή πρόσβαση στα αποθέματα όλης της Βόρειας Αμερικής, να επιδιώκει τον έλεγχο του πετρελαϊκού δυναμικού της Βενεζουέλας; Τα αποθέματα είναι όντως μεγάλα, αν και το ακριβές μέγεθός τους παραμένει ασαφές. Ο αριθμός των 303 δισ. βαρελιών δεν έχει πιστοποιηθεί από ανεξάρτητους οίκους αξιολόγησης.
Τα αποθέματα της χώρας αυξήθηκαν κατόπιν εκτιμήσεων της κρατικής εταιρείας πετρελαίου PDVSA (Petroleos de Venezuela) κατά 100 δισ. βαρέλια μεταξύ 2010-2011 και κατά επιπλέον 100 δισ. βαρέλια μεταξύ 2013-2014, αφού η PDVSA τέθηκε υπό τον απόλυτο έλεγχο του Τσάβες. Ακόμη κι αν μόνο το μισό του ανωτέρω ποσού αποθεμάτων είναι εκμεταλλεύσιμο, και πάλι η Βενεζουέλα θα είχε τα τρίτα μεγαλύτερα αποθέματα παγκοσμίως, ενώ και πριν από το άνοιγμα του Ορινόκο το 2009 η Βενεζουέλα διέθετε περί το 6% των παγκόσμιων πετρελαϊκών αποθεμάτων. Εάν τα αποθέματα αυτά όντως αναπτυχθούν μέσα στις επόμενες δεκαετίες από τις ΗΠΑ, τότε η Βενεζουέλα θα τεθεί εκτός ΟΠΕΚ επιφέροντας μεγάλο τραύμα στον οργανισμό, που μόνο η πλήρης ένταξη της Ρωσίας στο καρτέλ θα μπορούσε να ισοσταθμίσει.
Εάν είναι αυτό που έχει στο μυαλό του ο Αμερικανός πρόεδρος, θα χρειαστεί να ακολουθήσουν την ίδια πολιτική με αυτόν και οι τρεις ή τέσσερις επόμενοι διάδοχοί του, μόλις βεβαίως ξεκαθαριστεί ποια είναι ακριβώς αυτή η πολιτική. Εάν ο Τραμπ νομιμοποιήσει τη συνέχιση του καθεστώτος των Τσαβίστας με αντάλλαγμα να του παραδώσουν τον έλεγχο του πετρελαίου της χώρας τους, τότε αυτοί θα χάσουν την οποιαδήποτε νομιμοποιητική βάση τούς έχει απομείνει και είτε θα διασπαστούν σε αντιμαχόμενες φατρίες ενισχύοντας το εσωτερικό χάος, είτε θα ανατραπούν από μια λιγότερο ή περισσότερο δημοκρατική αντιπολίτευση που θα έχει προδοθεί στο μεταξύ από τον Τραμπ.
Εάν η οποιαδήποτε πολιτική ηγεσία στο Καράκας αρνηθεί να μετατραπεί σε ανδρείκελο, τότε ο Τραμπ τους έχει απειλήσει με στρατιωτικά αντίποινα, ενώ έχει επιβάλει έναν πολύ αυστηρό ναυτικό αποκλεισμό απαγορεύοντας ουσιαστικά τις εξαγωγές βενεζουελάνικου αργού που κυμάνθηκαν στα 0,6-0,7 εκατ. βαρέλια/ημέρα το 2025. Η παραγωγή αργού από τα 3,4 εκατ. βαρέλια/ημέρα το 1998 και τα 2,5 εκατ. βαρέλια/ημέρα έως το 2015, κατάρρευσε στα 0,9-1,1 εκατ. βαρέλια/ημέρα μέσα στο 2025. Ακόμη κι αν η χώρα σταθεροποιηθεί, η επιστροφή στις ποσότητες του 2015 θα γίνει στο καλύτερο σενάριο μετά ή περί το 2030, ενώ μπορεί να καθυστερήσει περαιτέρω εάν γίνει άγαρμπα, καθώς μια ταχεία αύξηση της παραγωγής θα συμπιέσει ακόμη περισσότερο τις παγκόσμιες τιμές σε επίπεδα περί τα 50-55 δολ./βαρέλι Brent, την ώρα που το πισσώδες πετρέλαιο του Ορινόκο χρειάζεται διεθνείς τιμές 55-90 δολ./βαρέλι για να είναι ανταγωνιστικό. Το εγχείρημα είναι εξαιρετικά δύσκολο. Αντιγράφοντας τον ναυτικό αποκλεισμό των Βρετανών κατά του Ιράν μετά την εθνικοποίηση των πετρελαίων της ΒΡ από τον Μοχάμεντ Μοσαντέκ το 1951, ο Τραμπ επιδιώκει από τη μια να στραγγαλίσει την οικονομική αρτηρία μιας χώρας που ήδη φυτοζωεί, σπρώχνοντάς τη βαθύτερα προς τη μαύρη οικονομία, ενώ παράλληλα απειλεί τους πρόθυμους και απρόθυμους ηγέτες τους με νέα στρατιωτική επέμβαση, ο μοναδικός ουσιαστικός αντικειμενικός στόχος της οποίας δεν θα μπορεί να είναι παρά η κατάληψη των πετρελαιοπηγών και των υποδομών επεξεργασίας και εξαγωγής του πετρελαίου.
Αυτό είναι κάτι που οι ΗΠΑ έπρεπε να θέλουν να αποφύγουν. Η ζώνη του Ορινόκο εκτείνεται σε 600 χλμ. καλύπτοντας μια περιοχή 55.314 τετραγωνικών χιλιομέτρων και θα χρειαστεί μια στρατιωτική δύναμη δεκάδων χιλιάδων όχι για να την καταλάβει, αλλά κυρίως για να την προστατεύσει. Εάν ο Τραμπ αναγκαστεί να αναπτύξει χιλιάδες στρατεύματα στη Βενεζουέλα, πέραν του ότι θα χρειαστεί την άδεια του Κογκρέσου, θα έχει αποτύχει στη στρατηγική του δεσμεύοντας τις ΗΠΑ σε έναν άλλον πόλεμο φθοράς στις ζούγκλες της Νότιας Αμερικής, κάτι εξαιρετικά αντιδημοφιλές στη βάση του κινήματος MAGA.
*Ο δρ Θεόδωρος Τσακίρης είναι καθηγητής Γεωπολιτικής και Ενεργειακής Πολιτικής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής.
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

