Από το 1992 ο αριθμός των διαγνώσεων οκτώ μορφών καρκίνου έχει διπλασιαστεί στις ΗΠΑ σε ασθενείς κάτω των 50 ετών. «Η έκταση και η ταχύτητα με τις οποίες αυξάνεται η συχνότητα εμφάνισης πρώιμων καρκίνων δεν μοιάζουν με σχεδόν καμία άλλη τάση που έχει καταγραφεί ποτέ (με πιθανή εξαίρεση την αύξηση του καρκίνου του πνεύμονα μετά τη διάδοση του καπνίσματος)», αναφέρει η Αμερικανική Ενωση για την έρευνα κατά του καρκίνου.
Οι ασθενείς αναρωτιούνται: Γιατί εμφάνισα καρκίνο; Πώς θα αλλάξει η ζωή μου από τις πιθανώς εξαντλητικές θεραπείες; Οι γιατροί θέτουν τα ίδια ερωτήματα, ενώ ορισμένοι εκφράζουν και πρόσθετες ανησυχίες: Τι θα είχε συμβεί αν αυτοί οι καρκίνοι δεν είχαν ποτέ διαγνωστεί; Μήπως οι γιατροί χορηγούν θεραπείες σε νεότερους ασθενείς με πρώιμη νόσο, που μπορεί να αποδειχθούν τόσο ωφέλιμες όσο και επιβλαβείς;
Πολλοί επαγγελματίες υγείας συζητούν για τα πιθανά αίτια αυτής της αύξησης. Εξετάζουν περιβαλλοντικές τοξίνες, την επιδημία της παχυσαρκίας και τις αλλαγές στο ανθρώπινο μικροβίωμα, οι οποίες ενδέχεται να σχετίζονται με μια διατροφή πλούσια σε υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα. Με τα ποσοστά να αυξάνονται τόσο ραγδαία, λένε, υπάρχει επιτακτική ανάγκη να εντοπιστούν οι λόγοι.
Ορισμένοι ειδικοί στον καρκίνο δεν συμμερίζονται αυτές τις ανησυχίες και υποστηρίζουν ότι η άνοδος των διαγνώσεων οφείλεται κυρίως στην αύξηση της ανίχνευσης καρκίνων, που είτε δεν χρειαζόταν να εντοπιστούν καν είτε δεν χρειαζόταν να εντοπιστούν τόσο νωρίς. Κατά την άποψή τους, αυτοί οι καρκίνοι δεν θα είχαν αποβεί θανατηφόροι. Είναι γνωστό εδώ και δεκαετίες ότι δεν είναι όλοι οι καρκίνοι επικίνδυνοι. Κάποιοι υποχωρούν από μόνοι τους. Αλλοι σταματούν να αναπτύσσονται ή παραμένουν ακίνδυνοι – δεν προκαλούν συμπτώματα και δεν εξαπλώνονται.
Τι έδειξαν αυτοψίες
Μελέτες αυτοψιών δείχνουν επανειλημμένως ότι πολλοί άνθρωποι πεθαίνουν έχοντας μικρούς καρκίνους τους οποίους δεν γνώριζαν. Μια ανασκόπηση τέτοιων μελετών για τον καρκίνο του προστάτη ανέφερε ότι η νόσος μπορεί να εμφανιστεί σε άνδρες ακόμη και στην ηλικία των 20 ετών. Στην ηλικία των 70 ετών, περίπου το ένα τρίτο των λευκών ανδρών και το ήμισυ των μαύρων ανδρών είχαν μη διαγνωσμένο καρκίνο του προστάτη. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να γνωρίζουμε εκ των προτέρων αν ένας καρκίνος θα εξελιχθεί σε θανατηφόρο. Και όταν ένας καρκίνος εξαφανίζεται μετά τη θεραπεία, δεν μπορεί να διαπιστωθεί αν η θεραπεία ήταν απαραίτητη. Ωστόσο, υπάρχει ένας τρόπος να διαπιστωθεί, σε επίπεδο πληθυσμού, αν η αύξηση των διαγνώσεων αποτελεί ψευδή συναγερμό ή πραγματικό σήμα κινδύνου, λέει ο δρ Χ. Γκίλμπερτ Γουέλς από το Brigham and Women’s Hospital της Ιατρικής Σχολής του Χάρβαρντ. Το κλειδί είναι να εξεταστεί ο αριθμός των θανάτων από τον συγκεκριμένο καρκίνο. Αν η θνητότητα παραμένει σταθερή ενώ η συχνότητα εμφάνισης αυξάνεται, αυτό σημαίνει ότι πολλοί από τους ασθενείς δεν χρειαζόταν να διαγνωστούν.
Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με τον καρκίνο του θυρεοειδούς στη Νότια Κορέα. Με την ευρεία εισαγωγή του υπερηχογραφήματος, η συχνότητα εμφάνισης αυξήθηκε απότομα, χωρίς όμως να σημειωθεί αντίστοιχη αύξηση στους θανάτους. Εκτιμήθηκε ότι 90% των καρκίνων που διαγνώστηκαν και θεραπεύτηκαν σε γυναίκες δεν ήταν απαραίτητο να εντοπιστούν.
Εχοντας υπόψη τέτοια παραδείγματα, ο δρ Βισάλ Ρ. Πατέλ από το Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ, ο Γουέλς και ο δρ Αντεγουόλε Σ. Ανταμσον από την Ιατρική Σχολή Ντελ στο Οστιν του Τέξας διερεύνησαν αν η σημερινή αύξηση των διαγνώσεων σε νεότερους ανθρώπους για οκτώ τύπους καρκίνων συνοδεύεται από αύξηση των θανάτων.
Για έξι από τους οκτώ καρκίνους των οποίων η συχνότητα έχει αυξηθεί σημαντικά σε νεότερες ηλικίες, τα ποσοστά θνητότητας παραμένουν σταθερά ή μειώνονται. Οι δύο εξαιρέσεις είναι ο ορθοκολικός καρκίνος και ο καρκίνος του ενδομητρίου.
Η δρ Ελένα Ράτνερ, ειδικός γυναικολογικού καρκίνου στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ, αποδίδει μεγάλο μέρος της αύξησης του καρκίνου του ενδομητρίου στην επιδημία της παχυσαρκίας.
Ο δρ Κάρι Γκρος του Πανεπιστημίου του Γέιλ, ο οποίος συνέγραψε ένα άρθρο που συνόδευε την εργασία του Γουέλς, υποστηρίζει ότι η αύξηση των διαγνώσεων μπορεί να αντανακλά την αύξηση και τη βελτίωση των εξετάσεων που εντοπίζουν καρκίνους τυχαία, ενώ αναζητούν άλλες παθήσεις.
Απεικονιστικές εξετάσεις
Οι αξονικές τομογραφίες, τα υπερηχογραφήματα και οι μαγνητικές τομογραφίες είναι όλο και πιο ευαίσθητες και χρησιμοποιούνται όλο και πιο συχνά, λέει ο Γκρος. «Είμαστε μια κοινωνία που βασίζεται πολύ στις απεικονιστικές εξετάσεις», προσθέτει.
Οι θεραπείες σώσουν όντως ζωές, αλλά ο ίδιος και οι συνάδελφοί του λένε ότι πρέπει να σταθμίζονται με τις συνέπειες της ανίχνευσης ενός καρκίνου που δεν χρειαζόταν να ανιχνευθεί. Οι ασθενείς που υποβάλλονται σε περιττές θεραπείες για τον καρκίνο μπορεί να αντιμετωπίσουν υπογονιμότητα και οργανικές βλάβες. Το κόστος των θεραπειών μπορεί να είναι υψηλό, όπως και η παρακολούθηση, η μετέπειτα φροντίδα και η διαχείριση των ανεπιθύμητων παρενεργειών. Ο Γουέλς σημειώνει ότι ο αριθμός των περιττών διαγνώσεων θα μπορούσε να μειωθεί αν οι γιατροί διενεργούσαν λιγότερες εξετάσεις ρουτίνας. Αλλά αυτή η άποψη αμφισβητείται από ειδικούς που βλέπουν την έκρηξη των διαγνώσεων ως προειδοποίηση. Με τα ποσοστά να αυξάνονται τόσο ραγδαία, λένε, υπάρχει επιτακτική ανάγκη να εντοπιστούν οι λόγοι. «Κάτι πολύ ενδιαφέρον συμβαίνει εδώ», υπογραμμίζει ο Τίμοθι Ρέμπεκ, επιδημιολόγος και γενετιστής στο Αντικαρκινικό Ινστιτούτο Dana-Farber στη Βοστώνη.
Το αν ο καρκίνος πρέπει να αντιμετωπιστεί νωρίς μπορεί να εξαρτάται από τον τύπο του. Ορισμένοι, όπως ο καρκίνος του προστάτη και του θυρεοειδούς, τείνουν να είναι αδρανείς και οι ασθενείς που βρίσκονται σε πρώιμο στάδιο μπορούν να περιμένουν να δουν αν ο καρκίνος τους εξελίσσεται. Αυτό είναι ένα μάθημα που πήραν οι ειδικοί για τον προστάτη μετά την ανησυχητική αύξηση των περιστατικών, όταν οι γιατροί άρχισαν να προτείνουν στους άνδρες την εξέταση PSA για την ανίχνευσή του. Τα ποσοστά εκτοξεύτηκαν, σημειώνοντας υπερτριπλάσια αύξηση από το 1987 έως το 1992. Πολλοί άνδρες υποβλήθηκαν σε επιθετική θεραπεία με χειρουργική επέμβαση ή ακτινοθεραπεία, αφού οι γιατροί εντόπισαν μικρούς όγκους. Ωστόσο, η αυξημένη ανίχνευση δεν οδήγησε σε αύξηση του ποσοστού θνησιμότητας. Τελικά, πολλοί ειδικοί στον καρκίνο του προστάτη συμφώνησαν ότι δεν υπήρχε επιδημία καρκίνου του προστάτη, αλλά επιδημία ανίχνευσης.

