Εχουμε κράτος ικανό για τα καλύτερα και για τα χειρότερα.
Αυτό που δεν έχουμε είναι κρατικό μηχανισμό και δημόσιους κανόνες λειτουργίας που να εμπιστεύεσαι και στην καθημερινότητα και στη δύσκολη στιγμή. Το ελληνικό κράτος, δηλαδή το σύνολο των δημόσιων υπηρεσιών και κανόνων που τελούν υπό τη διοίκηση της εκάστοτε κυβέρνησης, είναι άλλοτε του ύψους και άλλοτε του βάθους, με αποτέλεσμα να ρίχνει τον πολίτη «από τη Σκύλλα στη Χάρυβδη».
Οι πολίτες πιστεύουν πως οι πολιτικοί τούς ξεγελούν. Συντηρούν ένα τριτοκοσμικό κράτος για να διευκολύνει τους «δικούς μας» με μια «θεσούλα στο Δημόσιο», με το «ρουσφέτι» ή με τη σωτήρια «εξυπηρέτηση». Οι νεότερες γενιές όμως δεν ενδιαφέρονται και οι παλαιοί έχουν απογοητευτεί.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με το κράτος που πριν από 30 χρόνια, όταν πιλότοι και οπλίτες ήταν «έτοιμοι να ορμήσουν», επέτρεπε σε τοπικούς κρατικούς παράγοντες να χειρίζονται την εύθραυστη συγκατοίκηση στο Αιγαίο. Μόλις πριν από λίγες ημέρες είδαμε το κράτος του «112» και εκείνο των ξεχασμένων χωματερών δίπλα στις πανάκριβες γειτονιές της πρωτεύουσας. Χρειάστηκε ένα (ακόμη) τραγικό περιστατικό για να αμφισβητηθούν οι κρατικές μετρήσεις για το πλήθος των εργατικών ατυχημάτων. Οι γιατροί του ΕΣΥ κάνουν θαύματα, αλλά χωρίς ευρωπαϊκό χρήμα τα κρατικά νοσοκομεία θα παρέμεναν αποκρουστικά. Το κράτος αναδιοργανώνει τη μέση εκπαίδευση, επιτέλους, αλλά το σύστημα «προστατεύει» ψυχικώς ασταθή άτομα σε θέσεις ευθύνης. Το κράτος, διά ανώτατου ελεγκτικού οργάνου του, απαγορεύει την καθυστερημένη, βεβαίως, εγκατάσταση του ήδη αγορασμένου εξοπλισμού ασφαλείας εναέριας κυκλοφορίας, αλλά ο υπουργός καταφεύγει στην ευγενή ιδιωτική χορηγία. Τρεις κυβερνήσεις ξοδεύουν ατελείωτα ποσά, εν μέσω κρίσης, για να είναι ασφαλής η μία και μόνη γραμμή σιδηροδρόμου, αλλά το κράτος διορίζει σταθμάρχη επικίνδυνο και ανεκπαίδευτο στον κόμβο της Λάρισας.
Κανείς δεν αισθάνεται ήσυχος όσο το κράτος μιμείται τον Ιανό. Δυστυχώς, η πολιτική τάξη δεν διακονεί το αίσθημα πλήρους υπευθυνότητας, όπως αυτή που οφείλει να έχει ο εκτελεστικός διευθυντής, ο τοπ μάνατζερ κάθε σοβαρής εταιρείας απέναντι στους μετόχους, στους νόμους πολιτείας και αγοράς, στους εργαζομένους σε αυτήν και στους πελάτεςκαταναλωτές της. Είναι παράλογο αυτό που απαιτούμε από τον προϊστάμενο ενός ιδιωτικού οργανισμού, να μην το ζητούμε από τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση.
Κάπως έτσι ανατροφοδοτείται ο παλαιός και ο νέος λαϊκισμός. Φτάσαμε στο σημείο μια χαροκαμένη μητέρα να κάνει πολιτική καριέρα για την τροποποίηση του άρθρου 86 του Συντάγματος, όχι για να εξισώσει τον υπουργό με τον κάθε υπεύθυνο πολίτη, όπως χρόνια το συζητούμε και δεν το προχωρούμε, αλλά για να διαπομπεύσει το κράτος της δημοκρατίας, να εξοστρακίσει συλλήβδην τους πολιτικούς αφού τους δημεύσει τα υπάρχοντά τους, οι οποίοι εκ των προτέρων είναι όλοι καταδικαστέοι για συστηματική διαφθορά.
Πριν από δέκα χρόνια η επιλογή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη στην κεφαλή της συντηρητικής παράταξης δρομολόγησε την ελπίδα ότι μπορεί και η Ελλάδα, ξεπερνώντας μια βαθιά οικονομική, διοικητική, τραπεζική και πολιτική κρίση, να γίνει επιτέλους ένα κανονικό ευρωπαϊκό κράτος. Υστερα από πολλά δύσκολα χρόνια η ελπίδα ότι θα φυσήξει άνεμος φιλελεύθερης ανάκαμψης και αλλαγών στην κοινωνία, στην οικονομία και στο κράτος, μετά μάλιστα και τον τρόμο της πανδημικής κρίσης, οδήγησε σε ανανέωση της εμπιστοσύνης.
Εδώ και κάμποσους μήνες, όμως, η εμπιστοσύνη ότι το κράτος θα γίνει επιτέλους φιλικό και υποστηρικτικό στην καθημερινότητα κάθε πολίτη, δέχεται απανωτά πλήγματα. Αμφισβητείται η παράταση της διακυβέρνησης από την ίδια, δοκιμασμένη, πολιτική ομάδα. Ακροβολισμένοι «ελεύθεροι» σκοπευτές πυροβολούν αδιακρίτως από διαφορετικά μετερίζια και προς κάθε κατεύθυνση. Κόμματα, που διαχειρίστηκαν κρατικές ευθύνες σε δύσκολες στιγμές, παραπαίουν. Το πολιτικό τοπίο διολισθαίνει ξανά προς τη μιζέρια του τόσο συνηθισμένου νεοελληνικού υπαρξιακού αυτομαστιγώματος.
Αν βεβαίως περιμένουμε από το κράτος να είναι παντού και να ελέγχει τα πάντα, θα περιμένουμε για πάντα. Αυτό όμως που μπορεί να γίνει, για να μείνουμε ρεαλιστές, είναι να δούμε την κυβέρνηση να ελέγχει με χέρι στιβαρό και αυστηρό τις βασικές λειτουργίες του κράτους. Ο σημερινός διευθύνων του κράτους έχει μερικούς ακόμη μήνες να πάρει τα πράγματα πάνω του. Να ανανεώσει την εμπιστοσύνη των πολιτών σε συγκεκριμένους τομείς, όπου η καθημερινότητα των εργαζόμενων ανθρώπων συναντά τον κρατικό παχυδερμισμό.
Το παράδειγμα της κυβερνητικής ενασχόλησης στον έβδομο χρόνο (!) με το κυκλοφοριακό κολαστήριο της πρωτεύουσας αναδεικνύει την υποχρέωση του κράτους να σκέφτεται με όρους κανονικότητας. Οτι μπορεί να εντάσσει τη φρεγάτα «ΚΙΜΩΝ» στον Στόλο και ταυτόχρονα να συζητά με τον Ερντογάν, να προεδρεύει στο συμβούλιο Eurogroup, να δικάζει αυστηρά όσους δεν σέβονται την ασφάλεια των εργαζομένων και να μειώνει τους φόρους στο εισόδημα των μισθωτών. Ενα κράτος μιας μεσαίας ευρωπαϊκής δύναμης, όπως αξίζει στην Ελλάδα.

