Τα στεγαστικά δάνεια σε ελβετικό φράγκο αποτέλεσαν ένα από τα πιο επίμονα χρηματοοικονομικά ζητήματα της τελευταίας δεκαπενταετίας. Την περίοδο 2004–2009 χορηγήθηκαν περίπου 58.000 δάνεια, συνολικού ύψους άνω των CHF14 δις. Το βασικό τους πλεονέκτημα ήταν το χαμηλότερο επιτόκιο σε σχέση με τα δάνεια σε ευρώ. Η διαφορά αυτή λειτουργούσε ως αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου. Όταν όμως, στην παγκόσμια κρίση, το ελβετικό φράγκο ανατιμήθηκε έντονα, η αξία των οφειλών σε ευρώ αυξήθηκε. Πολλοί δανειολήπτες εξυπηρετούσαν κανονικά τα δάνειά τους, αλλά έβλεπαν το υπόλοιπο σε ευρώ να μειώνεται ελάχιστα ή ακόμη και να αυξάνεται.
Σήμερα παραμένουν περίπου 38.000 ενεργά δάνεια. Η νέα νομοθετική ρύθμιση δίνει τη δυνατότητα μετατροπής τους σε ευρώ με βελτιωμένη ισοτιμία και σταθερό επιτόκιο. Το ποσοστό βελτίωσης της ισοτιμίας είναι κλιμακωτό: 50% για την πιο ευάλωτη κατηγορία, 30% και 20% για μεσαίες κατηγορίες και 15% για τους λοιπούς. Τα επιτόκια διαμορφώνονται από 2,3% έως 2,9% (πλέον εισφοράς 0,12%) και προβλέπεται επιμήκυνση έως πέντε έτη. Η ένταξη είναι προαιρετική, αλλά συνοδεύεται από παραίτηση από εκκρεμείς δικαστικές διεκδικήσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι το κόστος. Οι συγκλίνουσες εκτιμήσεις τοποθετούν τη συνολική επιβάρυνση για το τραπεζικό σύστημα μεταξύ 500 και 600 εκατ. ευρώ, εφόσον υπάρξει σημαντική συμμετοχή. Το ποσό δεν επιβαρύνει άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό· απορροφάται από τις τράπεζες μέσω μείωσης απαιτήσεων. Με δεδομένα τα σημερινά κεφαλαιακά τους επίπεδα και την κερδοφορία των τελευταίων ετών, το κόστος θεωρείται διαχειρίσιμο. Για τις τράπεζες, πρόκειται για έναν ελεγχόμενο συμβιβασμό που κλείνει μια μακρά νομική και λογιστική εκκρεμότητα.
Η κυβερνητική οπτική είναι ότι η ρύθμιση εξαλείφει τον συναλλαγματικό κίνδυνο σε μια περίοδο όπου η ισοτιμία ευρώ/φράγκου παραμένει σε επίπεδα που επιβαρύνουν τις οφειλές σε ευρώ. Η μετατροπή προσφέρει σταθερότητα στη δόση και προβλεψιμότητα στο χρόνο. Από αυτή την πλευρά, η παρέμβαση αντιμετωπίζεται ως εξισορρόπηση μιας ακραίας νομισματικής εξέλιξης που υπερέβη τις αρχικές παραδοχές κινδύνου.
Η αντίθετη προσέγγιση είναι αυστηρότερη. Δεν πρόκειται για άμεσο κούρεμα του αρχικού κεφαλαίου, αλλά για βελτίωση της ισοτιμίας κατά τη μετατροπή. Οι πρόσθετες επιβαρύνσεις προηγούμενων ετών δεν επιστρέφονται. Τα εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια περιορίζουν τον αριθμό όσων εντάσσονται στις κατηγορίες με ουσιαστική ελάφρυνση. Επιπλέον, η υποχρεωτική παραίτηση από δικαστικές αξιώσεις κλείνει οριστικά τον δρόμο για ενδεχόμενες ευνοϊκότερες αποφάσεις στο μέλλον.
Παράλληλα, έχει αναδειχθεί και το επιχείρημα της άνισης μεταχείρισης. Δανειολήπτες που έλαβαν στεγαστικά σε ευρώ κατέβαλαν επί σειρά ετών υψηλότερα επιτόκια χωρίς αντίστοιχη παρέμβαση. Άλλοι επηρεάστηκαν από τις αυξήσεις κυμαινόμενων επιτοκίων χωρίς ειδική ρύθμιση. Υπό αυτή την οπτική, η παρέμβαση υπέρ των δανείων σε CHF συνιστά επιλεκτική ανακατανομή βάρους εντός του συστήματος, δηλ. μία άδικη αντιμετώπιση. Η αντίθετη θέση υποστηρίζει ότι πρόκειται για διόρθωση μιας ασύμμετρης έκθεσης κινδύνου που αφορούσε κυρίως στεγαστικά πρώτης κατοικίας και όχι επενδυτικές επιλογές.
Στην πράξη, η επιλογή παραμένει χρηματοοικονομική. Η μετατροπή σε ευρώ μηδενίζει τον συναλλαγματικό κίνδυνο αλλά “κλειδώνει” το επιτόκιο. Η παραμονή στο ελβετικό φράγκο διατηρεί την έκθεση σε μελλοντικές διακυμάνσεις. Η ρύθμιση δεν εξαφανίζει τον κίνδυνο· τον επιμερίζει διαφορετικά. Φανταστείτε τα επιτόκια του ευρώ στο μηδέν, ή την ισοτιμία EUR/CHF στο 1,5! Και είναι πολύ πιθανό να βρισκόμαστε σε έναν “πάτο” (ή “κορυφή”, ανάλογα πως θα το δείτε)…
Τα δάνεια σε ελβετικό φράγκο δεν ήταν ποτέ δωρεάν χρήμα. Ήταν ένα μάθημα διαχείρισης κινδύνου και ένα φθηνό ρίσκο. Μέχρι που έπαψε να είναι φθηνό και το μάθημα ξεχάστηκε. Σήμερα το ρίσκο αυτό αποτιμάται εκ νέου: 500–600 εκατ. ευρώ για το τραπεζικό σύστημα, μετρήσιμη ελάφρυνση για όσους επιλέξουν τη μετατροπή, οριστική παραίτηση από δικαστικές αξιώσεις για όσους κλείσουν τον φάκελο. Η ρύθμιση δεν αναιρεί τον κίνδυνο που υπήρχε από την αρχή· τον μεταφέρει και τον τακτοποιεί με συγκεκριμένους όρους. Το αν πρόκειται για δίκαιη εξισορρόπηση ή για επιλεκτική διευθέτηση θα κριθεί τελικά από τη συμμετοχή και από το αν το εκτιμώμενο κόστος αρκεί για να κλείσει οριστικά η υπόθεση.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

