Στον χάρτη της Ευρώπης οι απομακρυσμένες περιοχές -από τα νησιά του Αιγαίου μέχρι τα ορεινά χωριά της Ανδαλουσίας και την ενδοχώρα της Σαρδηνίας- αποτελούν μια ιδιότυπη γεωγραφική και κοινωνική περιφέρεια. Σε αυτά τα σημεία η παρουσία του κράτους ενσαρκώνεται στα πρόσωπα χιλιάδων επαγγελματιών.
Δάσκαλοι, γιατροί και άλλοι δημόσιοι λειτουργοί καλούνται να κρατήσουν όρθιες τις κοινότητες που φθίνουν δημογραφικά, ζώντας όμως οι ίδιοι μια ζωή που σημαδεύεται από την προσωρινότητα, την επαγγελματική μοναξιά και την αίσθηση διαρκούς αναμονής.
Το κεντρικό ερώτημα που προκύπτει είναι κοινό σε όλες τις χώρες: Πώς είναι να είσαι ο άνθρωπος που όλοι αναγνωρίζουν, αλλά κανείς δεν γνωρίζει πραγματικά;
Η «φετινή δασκάλα»
Στα Καρδάμυλα της Χίου, μια κοινότητα που απέχει περίπου 40 λεπτά από την κεντρική πόλη του νησιού, η επαγγελματική ιδιότητα λειτουργεί συχνά σαν ένας αόρατος τοίχος. Η Ελένη Ν., εκπαιδευτικός που υπηρέτησε στην περιοχή, περιγράφει μια συνθήκη όπου ο σεβασμός των κατοίκων είναι δεδομένος, αλλά ταυτόχρονα λειτουργεί ως απόσταση καθώς η «ημερομηνία λήξης» συνοδεύει την αποδοχή του επαγγελματία από την τοπική κοινωνία. Οι κάτοικοι, συνηθισμένοι σε ένα συνεχές ρεύμα εκπαιδευτικών και γιατρών που έρχονται και φεύγουν, έχουν αναπτύξει έναν μηχανισμό αυτοπροστασίας: δεν επενδύουν συναισθηματικά.
«Συνειδητοποίησα σύντομα ότι για την τοπική κοινωνία είμαι μια “αναλώσιμη” επισκέπτρια. Στα μάτια τους είμαι η “φετινή δασκάλα”. Ξέρουν ότι μόλις χτυπήσει το τελευταίο κουδούνι τον Ιούνιο, θα μαζέψω τις βαλίτσες μου και θα φύγω. Αυτό τους κάνει επιφυλακτικούς· δεν θέλουν να δεθούν με κάποιον που τον Σεπτέμβριο θα αφήσει μια άδεια καρέκλα. Έτσι, παραμένω πάντα στο κατώφλι: αρκετά κοντά για να προσφέρω την υπηρεσία μου, αλλά αρκετά μακριά για να μην γίνω ποτέ “δικός τους”».
Σε ένα νησί όπως η Χίος, η απομόνωση παίρνει υλική μορφή την ώρα που λύνει κάβους το τελευταίο πλοίο. Για την εκπαιδευτικό, αυτή η στιγμή είναι το απόλυτο σύμβολο του εγκλωβισμού και της απόστασης από την προσωπική της ζωή στην Αθήνα.
«Όταν βλέπεις το πλοίο να απομακρύνεται και ξέρεις ότι είναι το τελευταίο, νιώθεις το βάρος της θάλασσας να μεγαλώνει γύρω σου. Είναι εκείνη η στιγμή που συνειδητοποιείς ότι αν συμβεί κάτι στους δικούς σου ανθρώπους, δεν μπορείς να είσαι εκεί. Είσαι παγιδευμένος στο “εδώ και τώρα”. Η αναχώρηση του τελευταίου πλοίου είναι η επιβεβαίωση ότι η απόσταση δεν μετριέται μόνο σε χιλιόμετρα, αλλά και σε χρόνο που δεν μπορείς να νικήσεις, όσο κι αν το έχεις ανάγκη».
Η «κοινοτική» ιατρική
Στην Ισπανία, η συζήτηση για την «άδεια χώρα» (España Vaciada) δεν είναι απλώς πολιτική, αλλά βαθιά υπαρξιακή για τους επαγγελματίες που καλούνται να την υπηρετήσουν. Ο Αντόνιο Γκαρθία Νάβας, 57 ετών, οικογενειακός γιατρός και εκπρόσωπος των γιατρών Πρωτοβάθμιας Φροντίδας στον Ιατρικό Σύλλογο του Κάντιθ, αποτελεί μια φωνή εμπειρίας που αναδεικνύει τη δομική διαφορά ανάμεσα στην πόλη και την ύπαιθρο. Από το 2024, ο Νάβας εργάζεται στην Πατέρνα ντε Ριβέρα, μια κωμόπολη 5.500 κατοίκων. Παρόλο που ζει στο Κάντιθ και διανύει καθημερινά 40 λεπτά με το αυτοκίνητο -μια διαδρομή πανομοιότυπη σε διάρκεια με εκείνη της εκπαιδευτικού στη Χίο- η δική του οπτική γωνία αναδεικνύει τη σημασία της «κοινότητας» στην άσκηση του επαγγέλματος. Σύμφωνα με τον Νάβας, η αγροτική ιατρική στην Ισπανία απαιτεί μια διαφορετική προσέγγιση, την οποία ονομάζει «κοινοτικό προφίλ».
«Στην πόλη, η ιατρική είναι συχνά γραφειοκρατική. Οι ασθενείς έρχονται και φεύγουν από τα ιατρεία και το νοσοκομείο είναι πάντα κοντά. Στην ύπαιθρο, η κοινοτική συνιστώσα είναι πολύ πιο εμφανής. Υπάρχει αυτό που ονομάζουμε “διατομή”: η παρακολούθηση των ασθενών σε βάθος χρόνου. Δεν γνωρίζουμε απλώς τον ασθενή, γνωρίζουμε την κοινότητα. Ξέρουμε το όνομα της μητέρας του ή την ασθένεια που είχε η γιαγιά του. Είναι μια αμφίδρομη σχέση που ορισμένοι γιατροί προτιμούμε». Ωστόσο, αυτή η εγγύτητα φέρει και ένα επιπλέον βάρος ευθύνης. Στην Πατέρνα ντε Ριβέρα, ο γιατρός είναι αυτός που θα διαχειριστεί μόνος του τα επείγοντα περιστατικά και τις κατ’ οίκον επισκέψεις, συχνά πέρα από το τυπικό ωράριο. «Αν ένας ασθενής αρρωστήσει βαριά, για παράδειγμα με έμφραγμα, εσύ είσαι αυτός που θα τον περιθάλψει και θα τον μεταφέρει στο νοσοκομείο. Η σχέση είναι πιο άμεση και δεσμευτική, μερικές φορές περισσότερο από όσο θα έπρεπε».
Ο πληθυσμός στην ισπανική ύπαιθρο γηράσκει ραγδαία. Ο Νάβας περιγράφει ένα τοπίο όπου η μοναξιά των ηλικιωμένων, των οποίων τα παιδιά εργάζονται στις πόλεις, αποτελεί καθημερινό… κλινικό περιστατικό. Παράλληλα, η έλλειψη ειδικοτήτων, όπως η παιδιατρική, δημιουργεί κενά που δύσκολα καλύπτονται, καθώς οι νέοι γιατροί φοβούνται την επαγγελματική αποσύνδεση.
Σε αυτό το πλαίσιο, η τεχνολογία λειτουργεί ως σωσίβιο: «Η τηλεσυμβουλευτική μας έδωσε ένα νέο εργαλείο. Το να έχουμε επιτέλους μηχανήματα υπερήχων στα αγροτικά ιατρεία μάς δίνει τη δυνατότητα να κάνουμε διαγνώσεις και θεραπείες που δεν είχαμε πριν. Όμως, η οδήγηση της επιστροφής παραμένει η δική μου στιγμή αποφόρτισης. Αυτά τα 40 λεπτά είναι δικά μου: βάζω μουσική και χαλαρώνω».
Στον αντίποδα της συνειδητής επιλογής του Νάβας, βρίσκεται η Κάρμεν Μπουένο, νέα ακτινολόγος από τη Μάλαγα που τοποθετήθηκε στο Ντον Μπενίτο του Μπαδαχόθ (στην Εστρεμαδούρα). Η μαρτυρία της αναδεικνύει την πλευρά της «αναγκαστικής» μετακίνησης που βιώνουν χιλιάδες νέοι επιστήμονες στην Ευρώπη. «Δεν ήξερα καν πού βρισκόταν στον χάρτη», εξηγεί η Μπουένο. Για εκείνη η μετάβαση ήταν ένα «γλυκόπικρο συναίσθημα». Παρόλο που η εμπειρία στην επαρχία τη βοήθησε να εξελιχθεί ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας, η προσωρινότητα παρέμενε ο κυρίαρχος άξονας της ζωής της.
«Είναι μια θυσία που κάνουμε και αποδεχόμαστε. Πολλοί επαγγελματίες βλέπουν αυτή την περίοδο μετά την ειδικότητα ως κάτι προσωρινό, ένα στάδιο τεσσάρων ετών, μετά το οποίο προσπαθούν πάντα να επιστρέψουν στις πόλεις καταγωγής τους. Στο τέλος, δημιουργείς μια “οικογένεια” με τους συναδέλφους σου, αλλά το μυαλό σου είναι πάντα στην επιστροφή». Η περίπτωση της Μπουένο υπογραμμίζει το πρόβλημα της «εναλλαγής» προσωπικού που είδαμε και στην περίπτωση της Ελλάδας: οι κοινότητες δέχονται υπηρεσίες από ανθρώπους που, ψυχολογικά, βρίσκονται ήδη στη διαδικασία της αναχώρησης.
Ο γιατρός των… συνόρων
Στην Ιταλία, η συζήτηση γύρω από τις λεγόμενες «εσωτερικές περιοχές» (aree interne) -περιοχές δηλαδή που απέχουν σημαντικά από τα μεγάλα αστικά κέντρα- είναι ιδιαίτερα έντονη. Σε αυτές τις ζώνες, ο οικογενειακός γιατρός δεν είναι απλώς ένας επιστήμονας υγείας, αλλά το τελευταίο ορατό σημείο παρουσίας του κράτους.
Ο Φεντερίκο Κόντου, οικογενειακός γιατρός στο Νούξις, ένα ορεινό χωριό 1.400 κατοίκων στη Σαρδηνία, αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα επαγγελματία που απέρριψε την καριέρα στην πόλη για χάρη της περιφέρειας. Ως πρόεδρος ένωσης οικογενειακών γιατρών της περιοχής του, η μαρτυρία του… απογυμνώνει το επάγγελμα από τον ρομαντισμό και το τοποθετεί στη σφαίρα της καθαρής επαγγελματικής επιλογής.
Για τον Κόντου, το μεγαλύτερο πρόβλημα δεν είναι η απόσταση, αλλά η αποψίλωση των υπηρεσιών που ακολουθεί τη μείωση του πληθυσμού. «Όλα περιστρέφονται γύρω από την αποπληθυσμοποίηση. Καθώς οι κάτοικοι φεύγουν, οι υπηρεσίες μειώνονται και η ζωή στις περιφέρειες γίνεται όλο και πιο περίπλοκη. Η Σαρδηνία έχει γεωγραφικά χαρακτηριστικά που δεν είναι μοναδικά· ένα μεγάλο μέρος της Ιταλίας αποτελείται από τέτοιες εσωτερικές περιοχές. Εδώ λειτουργούν οι γιατροί “των συνόρων”. Η δουλειά μας δεν είναι αποστολή, είναι μια επιλογή ζωής και επαγγέλματος».
Στο Νούξις, ο γιατρός έρχεται αντιμέτωπος με έναν πληθυσμό που στην πλειονότητά του είναι άνω των 60 ετών. Η ιατρική εδώ παραμένει «παραδοσιακή», βασισμένη στον ισχυρό κοινωνικό ιστό και τη γνώση του διπλανού, σε αντίθεση με την απρόσωπη φύση των μεγαλουπόλεων.
Η έλλειψη διαγνωστικών υποδομών στην ιταλική ύπαιθρο αναγκάζει τους γιατρούς να υιοθετούν την τεχνολογία, παρά τα συχνά προβλήματα συνδεσιμότητας. «Σε σύγκριση με την ιατρική των πόλεων, στην ύπαιθρο έχουμε πολύ μεγαλύτερα περιθώρια αβεβαιότητας. Η πρόσβαση σε διαγνωστικά εργαλεία είναι δύσκολη και η αίτηση για συμβουλή από ειδικό είναι μια περίπλοκη διαδικασία. Έτσι, η ανάγκη γίνεται αρετή. Χρησιμοποιούμε την τηλεϊατρική και τις εξ αποστάσεως διαγνώσεις για να αναπληρώσουμε τα κενά. Σε περιοχές όπως η Εμίλια-Ρομάνια, ένας γιατρός στα Απέννινα μπορεί να επικοινωνήσει σε πραγματικό χρόνο με έναν ειδικό. Στη Σαρδηνία, δυστυχώς, είμαστε ακόμη πολύ πίσω».
Ένα στοιχείο που συχνά διαφεύγει της προσοχής είναι ότι η εργασία του γιατρού στην περιφέρεια δεν τελειώνει με την εξέταση των ασθενών. Ο Κόντου περιγράφει μια καθημερινότητα που καταναλώνεται σε γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες συχνά εισβάλλουν στον προσωπικό χρόνο.
«Η ημέρα δεν τελειώνει όταν κλείνει η πόρτα του ιατρείου στις 8 το βράδυ. Υπάρχει ο όγκος των χαρτιών που πρέπει να διεκπεραιωθούν και η σκέψη της δουλειάς που δεν φεύγει ποτέ πραγματικά. Αν και τα τηλέφωνα τη νύχτα δεν χτυπούν λόγω εφημερίας, το πρωί είμαστε οι πρώτοι που θα ενημερωθούμε από όσους ένιωσαν αδιαθεσία στο σκοτάδι».
Η ψυχολογία της απόστασης
Ένα από τα πιο παράδοξα ευρήματα του ρεπορτάζ είναι ο ρόλος της τεχνολογίας στην προσωπική ζωή αυτών των επαγγελματιών της περιφέρειας. Ενώ για την εργασία τους αποτελεί «γέφυρα», για την προσωπική τους ισορροπία λειτουργεί συχνά ως υπενθύμιση της απουσίας. «Υπάρχουν νύχτες που μια βιντεοκλήση με την οικογένειά μου, αντί να με παρηγορεί, μου θυμίζει όλα όσα χάνω. Το να βλέπεις τους δικούς σου ανθρώπους μέσα από μια οθόνη κάνει τους τοίχους του προσωρινού σου σπιτιού να μοιάζουν πιο κρύοι. Η ψηφιακή επαφή σε μετατρέπει σε παρατηρητή της ίδιας σου της ζωής· είσαι συνδεδεμένος ψηφιακά, αλλά παραμένεις σωματικά μόνος», σημειώνει η εκπαιδευτικός. Η στιγμή που κλείνει η πόρτα του σπιτιού σηματοδοτεί την αφαίρεση της «στολής». Είναι η στιγμή που ο γιατρός ή ο εκπιαδευτικός επιστρέφει στην κατάσταση του ξένου. «Είναι η μετάβαση από το να είσαι ο πιο σημαντικός άνθρωπος στο δωμάτιο, σε ένα μοναχικό άτομο σε ένα σιωπηλό σπίτι», καταλήγει η Ελένη Ν.
* Το άρθρο γράφτηκε στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος PULSE, στο oποίο συμμετέχει κατ’ αποκλειστικότητα η «Εφ.Συν.». Συνεργάστηκαν οι Andrea Muñoz (El Confidencial – Ισπανία) και Davide Madeddu (Il Sole 24 Ore – Ιταλία).

