Φόρτωση Text-to-Speech…
Πάντα, σε κάποιο σημείο του κόσμου θα υπάρχει ένας γιος που θα φέρει το τραύμα μιας απώλειας· θα θρηνεί έναν πατέρα που τον έχασε όταν ήταν μικρός, θα τον μυθοποιεί, θα συγκρίνεται μαζί του, θα προσπαθεί να αναλογιστεί τη ζωή μακριά από τη σκιά του. Και πάντα, σε κάποιο σημείο του κόσμου θα υπάρχει ένας γιος που θα κοντράρεται με τον πατέρα που τον μεγάλωσε, θα κρατάει αποστάσεις από εκείνον, θα προσπαθεί να απαντήσει μέσα του σε ερωτήματα που δεν διατυπώθηκαν ποτέ και θα ισχυρίζεται –στον εαυτό του και στους άλλους– πως δεν έχει να αποδείξει τίποτα σε κανέναν.
Ας πούμε ότι τον πρώτο τον λένε Γιώργο Σταματιάδη. Είναι ορειβάτης γύρω στα σαράντα και, λίγο πριν αποσυρθεί από την ενεργό δράση, αποφασίζει να κατακτήσει την κορυφή της Αναπούρνα στο Νεπάλ – την ίδια ανάβαση κατά την οποία, το 1989, έχασε τη ζωή του ο πατέρας του, διάσημος αλπινιστής. Το τόλμημα του γιου γίνεται ταινία και ο ηθοποιός που τον υποδύεται λέγεται Μάνος Ρούσσος. Η καριέρα του δεύτερου αλλάζει προς το καλύτερο μέσα από αυτόν το ρόλο, αλλά κυρίως του δίνει την αφορμή να επιστρέψει και στη δική του περίπλοκη σχέση με έναν πατέρα, επίσης ηθοποιό, με τον οποίο δεν μιλάει εδώ και χρόνια.
Αυτοί οι δύο χαρακτήρες συνυπάρχουν επί 90 λεπτά στη Μικρή Σκηνή της Στέγης και αφηγούνται «συμπληρωματικά» την ιστορία της «Μιας αχόρταγης σκιάς» του Αργεντινού Μαριάνο Πενσότι. Μια ιστορία μέσα στην ιστορία, όπου το κοινό καλείται να αναρωτηθεί πότε παρακολουθεί την κινηματογραφημένη εκδοχή των γεγονότων και πότε την «πραγματική» τους διάσταση. «Δεν ξέρω αν σήμερα η ιδέα της αλήθειας είναι το πιο σημαντικό», λέει ο διεθνώς αναγνωρισμένος συγγραφέας και σκηνοθέτης. «Ισως το ζήτημα είναι σε ποια ιστορία επιλέγουμε να πιστέψουμε, με ποια μυθοπλασία νιώθουμε μεγαλύτερη συγγένεια. Ζούμε σε μια εποχή όπου πρέπει να επιλέξεις τη δική σου αφήγηση, όχι τόσο τη “μία” πραγματικότητα».
Η «Μια αχόρταγη σκιά» γράφτηκε κατόπιν ανάθεσης του Φεστιβάλ της Αβινιόν και παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Ιούλιο του 2024. Ακολούθησαν παραστάσεις στη Βιέννη και στο Μπουένος Αϊρες. Κάθε φορά, ωστόσο, το έργο «ξαναγεννιέται». Οι ηθοποιοί προέρχονται από τη χώρα στην οποία παρουσιάζεται το έργο και μαζί τους αλλάζουν και τα ονόματα των χαρακτήρων. Στην πρώτη εκδοχή, ο ορειβάτης ονομαζόταν Ζαν Βιντάλ· στην Αυστρία έγινε Μάρτιν Μπέριχ· στην Αργεντινή Χουλιάν Βιντάλ. Στην Ελλάδα, πάλι, αποκτά ελληνικό όνομα και νέα βιογραφικά συγκείμενα. Η γλωσσική μετατόπιση, με τους χαρακτήρες να ενσωματώνουν διακριτικά εθνικά και πολιτισμικά χαρακτηριστικά, δεν αλλοιώνει τη βασική σύγκρουση. Την υπογραμμίζει γιατί η ιστορία του γιου που ζει στη σκιά ενός πατέρα –παρόντος ή απόντος– δεν ανήκει σε συγκεκριμένη γεωγραφία. Είναι μεγαλύτερη από αυτήν.
Δύναμη της αφήγησης
«Είμαστε φτιαγμένοι από ιστορίες», επιμένει ο Μαριάνο Πενσότι, που επιστρέφει για τρίτη φορά στην Ελλάδα. «Είναι σχεδόν αδύνατο να ζήσουμε χωρίς τις αφηγήσεις που καταναλώνουμε από την αρχή της ζωής μας». Η σχέση μνήμης και αφήγησης διατρέχει σταθερά το έργο του. Τον Νοέμβριο του 2014, με την παράσταση «Το παρελθόν είναι ένα ζώο αλλόκοτο», που παρουσιάστηκε επίσης στη Στέγη, διερευνούσε πώς το παρελθόν δεν αποτελεί μια σταθερή πραγματικότητα αλλά μια διαρκώς μεταβαλλόμενη αφήγηση, ένα μωσαϊκό μνήμης, ιστορικών γεγονότων και μυθοπλασίας που διαμορφώνει την ταυτότητα κάθε γενιάς. Το 2022, με το «The Audience», ένα φιλμ βασισμένο στις ζωές 11 Αθηναίων θεατών, επκεντρώθηκε στο πώς η μυθοπλασία μπορεί να μετασχηματίσει την πραγματικότητα. «Η μυθοπλασία αλλάζει την πραγματικότητα, θέλω να το πιστεύω», τονίζει, αναγνωρίζοντας πάντως ότι σήμερα τα όρια έχουν γίνει πιο ασαφή: «Ζούμε σε έναν κόσμο όπου είναι όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσουμε τι είναι fiction και τι πραγματικότητα, από τα fake news μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και την ίδια την εμπειρία».
Με το ίδιο επίμονο ερώτημα γύρω από το πώς κατασκευάζεται τελικά η πραγματικότητα επέστρεψε και φέτος, μόνο που αυτή τη φορά η αφετηρία ήταν μια εικόνα που τον στοίχειωνε. «Διάβαζα όλο και περισσότερες ειδήσεις για ορειβάτες που είχαν χαθεί πριν από δεκαετίες και των οποίων τα σώματα αποκαλύπτονταν όταν έλιωναν οι πάγοι. Ηταν σαν η γη να μας επιστρέφει τους νεκρούς μας», εξηγεί. «Οντας Αργεντινός, παραδέχομαι ότι η λέξη αγνοούμενος γράφει μέσα μου διαφορετικά», σημειώνει, αναφερόμενος στη δικτατορία του Βιδέλα (1976-1983) και στους χιλιάδες desaparecidos. «Ταυτόχρονα, με ενδιέφερε πάντα η μετατροπή πραγματικών ιστοριών σε κινηματογραφική αφήγηση. Τι συμβαίνει στον άνθρωπο του οποίου η ζωή γίνεται ταινία; Και τι συμβαίνει στον ηθοποιό που καλείται να υποδυθεί ένα υπαρκτό πρόσωπο;».
Στην παράσταση, η έννοια της «σκιάς» λειτουργεί πολυεπίπεδα. Δεν αφορά μόνο τον πατέρα, αλλά και την ιδέα του διπλού, του σωσία: ο πραγματικός άνθρωπος και η σκηνική του εκδοχή συνυπάρχουν σαν δύο παράλληλες πραγματικότητες. «Φυσικά παραπέμπει λίγο στον Αμλετ και στη σκιά του πατέρα», αναφέρει, «αλλά σχετίζεται και με την ιδέα του doppelgänger. Μήπως τελικά είμαστε ένα καθρέφτισμα των γονιών μας;».
Ζούμε σε έναν κόσμο όπου είναι όλο και πιο δύσκολο να ξεχωρίσουμε τι είναι μυθοπλασία και τι πραγματικότητα, από τα fake news μέχρι την τεχνητή νοημοσύνη και την ίδια την εμπειρία.
Η σχέση πατέρα – γιου εδώ έρχεται πιο έντονα στο προσκήνιο. «Ανήκω σε μια γενιά της οποίας οι γονείς ήταν αριστεροί ακτιβιστές που αγωνίζονταν ενάντια στη δικτατορία», επισημαίνει. «Υπάρχει η αίσθηση ότι οι γονείς μας ήταν σχεδόν μυθικές μορφές, ενώ εμείς δεν διαπνεόμαστε από τα ίδια, μεγάλα ιδανικά». Για τον Πενσότι, η πατρική φιγούρα αλλάζει διαρκώς καθώς περνούν τα χρόνια. «Κάθε γενιά αλλάζει τη σχέση της με τους γονείς, αλλά πάντα παραμένει το ερώτημα: Τι θα σκεφτεί το δικό μας παιδί για εμάς;» τονίζει. «Από την άλλη, η σύγκριση και οι προσδοκίες ίσως είναι και αυτές μια μορφή μυθοπλασίας των ίδιων των παιδιών», υπογραμμίζει. Ως πατέρας δύο κοριτσιών, προσπαθεί να μη φανερώνει τις δικές του προσδοκίες, γνωρίζει όμως ότι ακόμη κι έτσι, τα παιδιά θα φανταστούν τι περιμένει κάποιος από αυτά. «Αυτό το σενάριο επαναλαμβάνεται, γενιά με γενιά».
«Ανδρικό» σύμπαν
Παρατηρώ ότι το έργο μοιάζει να κινείται μέσα σε ένα παραδοσιακά «ανδρικό» σύμπαν: πατέρες, γιοι, απάτητες κορυφές και κατάκτηση στόχων. «Αρχικά είχα σκεφτεί να χρησιμοποιήσω γυναίκες ηθοποιούς, αλλά θεώρησα πως με ανδρική διανομή το έργο θα λειτουργούσε και ως στοχασμός πάνω στη σύγχρονη αρρενωπότητα», εξηγεί, προσθέτοντας ότι για τον ίδιο το βουνό δεν είναι παρά μια μεταφορά.
Η ξένη γλώσσα αποτελεί πρόκληση για ένα σκηνοθέτη; «Δεν θα έλεγα ότι είναι εμπόδιο, αλλά σίγουρα είναι κάτι σύνθετο», παραδέχεται ο Πενσότι. «Κάθε φορά που δουλεύεις σε μια γλώσσα που δεν είναι η δική σου, χάνεις αναπόφευκτα ορισμένες λεπτές αποχρώσεις». Παρ’ όλα αυτά, η συνεργασία με Ελληνες ηθοποιούς τού δημιουργεί μιαν απρόσμενη αίσθηση οικειότητας. Υπάρχει μια σωματικότητα στο παίξιμο και μια εκφραστικότητα που του είναι οικεία. «Ακόμη και περπατώντας στους δρόμους της Αθήνας, αισθάνομαι συχνά σαν να βρίσκομαι στην Αργεντινή», λέει. «Οι άνθρωποι μοιάζουν, ντύνονται με παρόμοιο τρόπο, χειρονομούν με έναν τρόπο που μου είναι γνώριμος». Παρότι δεν υπάρχουν εμφανείς ιστορικοί δεσμοί ανάμεσα στις δύο χώρες, ο ίδιος διακρίνει μια απροσδιόριστη συγγένεια που κάνει τη συνεργασία πιο άμεση και φυσική.
Κλείνοντας του ζητάμε να συνοψίσει την παράσταση σε μία μόνο πρόταση. Γελάει σχεδόν αμήχανα. «Είμαι πολύ κακός στο να συνοψίζω», σχολιάζει. Μετά μια μικρή παύση, επιχειρεί τελικά έναν ορισμό: «Θα έλεγα ότι είναι ένα έργο γύρω από την ιδέα αυτού που πιστεύουμε ότι πρέπει να γίνουμε σε σχέση με αυτό που υπήρξαν οι γονείς μας και για τις μυθοπλασίες που μας διαμορφώνουν διαρκώς». Σπεύδει, ωστόσο, να προσθέσει ότι ούτε αυτή η διατύπωση τον ικανοποιεί πλήρως. Ισως γιατί, όπως και οι ήρωές του, δυσπιστεί απέναντι σε κάθε οριστική εκδοχή μιας ιστορίας.
«Μια αχόρταγη σκιά», στη Μικρή Σκηνή της Στέγης Ιδρύματος Ωνάση, από τις 5 Μαρτίου έως τις 26 Απριλίου.

