Η παγκόσμια οικονομία κινείται προς ένα νέο, βαθύτερο σοκ – και αυτή τη φορά το πρόβλημα δεν είναι μόνο η ενέργεια. Είναι το γεγονός ότι η κρίση χτυπά έναν κόσμο ήδη υπερχρεωμένο, με περιορισμένα περιθώρια αντίδρασης και αυξανόμενο κόστος χρηματοδότησης.
Όσο ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή παρατείνεται, η ενεργειακή αγορά δεν βιώνει απλώς μια άνοδο τιμών.
Βρίσκεται μπροστά σε μια διαταραχή προσφοράς που δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως στην πραγματική οικονομία, αλλά πλησιάζει γρήγορα.
Η καθυστέρηση πριν από το σοκ
Η κρίση εκτυλίσσεται με χρονική υστέρηση. Τα φορτία πετρελαίου και φυσικού αερίου που είχαν ήδη αποπλεύσει πριν από το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ συνεχίζουν να φτάνουν στους προορισμούς τους, διατηρώντας την ψευδαίσθηση ομαλότητας.
Αυτό όμως τελειώνει. Μέσα στις επόμενες ημέρες, τα τελευταία αυτά φορτία θα έχουν παραδοθεί και θα αποκαλυφθεί το πραγματικό μέγεθος της διαταραχής: έως και 500 εκατ. βαρέλια πετρελαίου που υπό κανονικές συνθήκες θα είχαν διοχετευθεί στην αγορά, δεν υπάρχουν.
Μέχρι τώρα, η ένταση αποτυπώνεται κυρίως στα συμβόλαια. Σύντομα, όμως, η κρίση μεταφέρεται στο φυσικό επίπεδο. Δεν θα πρόκειται μόνο για ακριβότερη ενέργεια – αλλά για ενέργεια που λείπει.
Η εικόνα στο φυσικό αέριο είναι ακόμη πιο ανησυχητική. Οι ποσότητες που δεν μπορούν να περάσουν από τα Στενά του Ορμούζ υπολογίζονται σε πάνω από 120 δισ. κυβικά μέτρα, ενώ οι τιμές σε βασικούς δείκτες έχουν ήδη εκτιναχθεί.
Ο Φατίχ Μπιρόλ, επικεφαλής του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας (International Energy Agency – ΙΕΑ), προειδοποιεί ότι η κρίση αυτή ισοδυναμεί με «δύο πετρελαϊκά σοκ και μία κρίση φυσικού αερίου μαζί».
Η ενέργεια συναντά το χρέος
Σε μια διαφορετική συγκυρία, οι κυβερνήσεις θα επιχειρούσαν να απορροφήσουν το σοκ με μαζικές δημοσιονομικές παρεμβάσεις. Όμως σήμερα το περιβάλλον είναι ριζικά διαφορετικό.
Το παγκόσμιο δημόσιο χρέος ξεπερνά τα 100 τρισ. δολάρια, επίπεδο-ρεκόρ που περιορίζει δραστικά την ικανότητα των κρατών να δανειστούν χωρίς κόστος. Στις μεγάλες οικονομίες, οι δείκτες χρέους προς ΑΕΠ έχουν εκτοξευθεί σε επίπεδα που θυμίζουν περιόδους κρίσης.
Στις ΗΠΑ, το δημοσιονομικό έλλειμμα εκτιμάται κοντά στα 1,9 τρισ. δολάρια για το τρέχον έτος, ενώ η πρόσθετη επιβάρυνση από τον πόλεμο μπορεί να αυξήσει περαιτέρω τις ανάγκες δανεισμού.
Στην Ευρώπη, η εικόνα είναι εξίσου πιεστική: εκτιμήσεις θέλουν το δημόσιο χρέος της Γαλλίας να πλησιάζει το 130% του ΑΕΠ έως το 2028, ενώ της Γερμανίας μπορεί να αγγίξει το 80%.
Το κρίσιμο στοιχείο, ωστόσο, δεν είναι μόνο το ύψος του χρέους – αλλά το κόστος εξυπηρέτησής του.
Το κόστος δανεισμού ανεβαίνει επικίνδυνα
Σε αντίθεση με την περίοδο της πανδημίας, όταν τα επιτόκια ήταν σχεδόν μηδενικά, σήμερα οι κυβερνήσεις δανείζονται σε ένα περιβάλλον υψηλών αποδόσεων.
Οι αγορές ομολόγων έχουν ήδη αρχίσει να αντιδρούν στο διπλό σοκ ενεργειακής κρίσης και αυξημένων δημοσιονομικών δαπανών.
Στις ΗΠΑ, οι αποδόσεις κινούνται ανοδικά καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν υψηλότερο πληθωρισμό και μεγαλύτερα ελλείμματα. Στην Ευρώπη, το κόστος δανεισμού για χώρες όπως η Γαλλία, η Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο έχει φτάσει σε υψηλά άνω της δεκαετίας.
Αυτό δημιουργεί έναν επικίνδυνο μηχανισμό. Για να στηρίξουν τις οικονομίες τους, οι κυβερνήσεις χρειάζονται περισσότερα κεφάλαια. Όμως όσο αυξάνεται ο δανεισμός, τόσο αυξάνεται και το κόστος του, επιβαρύνοντας περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά.
Ο Κένεθ Ρογκόφ προειδοποιεί ότι η εποχή όπου οι κυβερνήσεις μπορούσαν να αντιμετωπίζουν κάθε κρίση με νέο χρέος χωρίς συνέπειες έχει τελειώσει. Οι επιλογές πλέον είναι πιο δύσκολες και οι συμβιβασμοί πιο επώδυνοι.
Η παγίδα των παρεμβάσεων
Μπροστά σε αυτή την πραγματικότητα, οι κυβερνήσεις προσπαθούν να συγκρατήσουν το κόστος για πολίτες και επιχειρήσεις. Επιδοτήσεις, φορολογικές μειώσεις και πλαφόν στις τιμές επανέρχονται ως εργαλεία πολιτικής.
Ωστόσο, οι παρεμβάσεις αυτές έχουν υψηλό δημοσιονομικό τίμημα. Η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης του 2022 είναι ενδεικτική: η Ευρώπη δαπάνησε περίπου 500 δισ. δολάρια για να περιορίσει τις επιπτώσεις, επιβαρύνοντας σημαντικά τα δημόσια οικονομικά της.
Σήμερα, με υψηλότερα επιτόκια και ήδη διογκωμένο χρέος, το ίδιο μοντέλο γίνεται πολύ πιο δύσκολο να εφαρμοστεί χωρίς συνέπειες.
Μια κρίση με μεγαλύτερο βάθος
Η ενεργειακή κρίση που διαμορφώνεται δεν είναι μια ακόμη διαταραχή της αγοράς. Είναι ένα σοκ που εξελίσσεται σε πολλαπλά επίπεδα: στην προσφορά, στις τιμές, στα δημόσια οικονομικά και τελικά στην ίδια την ανάπτυξη.
Ακόμη και αν οι εχθροπραξίες σταματούσαν άμεσα, οι ζημιές στις ενεργειακές υποδομές και η διαταραχή των εφοδιαστικών αλυσίδων θα χρειάζονταν χρόνο για να αποκατασταθούν. Το κενό στην αγορά δεν καλύπτεται γρήγορα – και το κόστος μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία.
Η διαφορά σε σχέση με προηγούμενες κρίσεις είναι κρίσιμη. Αυτή τη φορά, το ενεργειακό σοκ δεν πλήττει έναν κόσμο με περιθώρια αντίδρασης, αλλά έναν κόσμο ήδη επιβαρυμένο από χρέος και υψηλό κόστος χρήματος.
Και αυτό είναι που το καθιστά δυνητικά πιο επικίνδυνο. Γιατί όταν η ενέργεια γίνεται ταυτόχρονα σπάνια και ακριβή, και το χρήμα επίσης ακριβό, τότε η οικονομία δεν έχει εύκολες διεξόδους. Έχει μόνο δύσκολες επιλογές.

