Η εικόνα του ευρωπαϊκού τραπεζικού συστήματος παραμένει συνολικά σταθερή, ωστόσο κάτω από την επιφάνεια διαμορφώνονται συνθήκες που καθιστούν το υπόλοιπο του 2026 πιο σύνθετο και λιγότερο προβλέψιμο.
Οι δείκτες μη εξυπηρετούμενων δανείων παραμένουν σε “ασφαλές” έδαφος, αλλά η επόμενη φάση του κύκλου θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από εξωγενείς παράγοντες.
Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά και τη δημοσίευση αποτελεσμάτων 2025 για το σύνολο των Ευρωπαϊκών Τραπεζών, ο μέσος δείκτης NPL διαμορφώθηκε στο 1,8% στο τέλος του 2025, παραμένοντας πρακτικά αμετάβλητος σε σχέση με το 2024.
Αυτό το στοιχείο από μόνο του δίνει μια εικόνα ωριμότητας του κύκλου απομόχλευσης που ξεκίνησε μετά την κρίση χρέους, καθώς οι τράπεζες έχουν πλέον περάσει σε μια φάση διαχείρισης και όχι εξυγίανσης ισολογισμών.
Ταυτόχρονα, η σύγκλιση μεταξύ των χωρών του ευρωπαϊκού πυρήνα και της περιφέρειας συνεχίζεται, κάτι που πριν από λίγα χρόνια φαινόταν δύσκολο να επιτευχθεί.
Ωστόσο, ακόμα υφίσταται μερική ανομοιομορφία. Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστική εξαίρεση, με τον δείκτη NPL να κινείται ανοδικά προς το 1,9% από 1,6% ένα χρόνο πριν.
Η επιδείνωση συνδέεται κυρίως με την αδυναμία της οικονομικής δραστηριότητας και την πίεση στον τομέα των εμπορικών ακινήτων, ο οποίος εμφανίζει αυξημένες ενδείξεις στρες.
Αντίθετα, χώρες όπως η Ιταλία συνεχίζουν να εμφανίζουν βελτίωση, με τον δείκτη να υποχωρεί στο 2,8% από 3,1%, επιβεβαιώνοντας ότι οι τιτλοποιήσεις και οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων εξακολουθούν να λειτουργούν αποτελεσματικά.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ελλάδα παρουσιάζει μια από τις πιο ενδιαφέρουσες περιπτώσεις. Ο δείκτης NPL υποχώρησε περαιτέρω στο 2,5% τον Δεκέμβριο 2025, από 2,9% το 2024 και από επίπεδα άνω του 40% πριν από λίγα χρόνια.
Η πρόοδος αυτή δεν είναι απλώς λογιστική, αλλά αντανακλά μια πιο δομική βελτίωση της ποιότητας ενεργητικού, με τις τράπεζες να έχουν πλέον καθαρίσει τους ισολογισμούς τους και να κινούνται πιο κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η απόσταση της Ελλάδας από τον μέσο όρο της ΕΕ έχει περιοριστεί σημαντικά, καθώς το spread έχει πέσει κάτω από μία ποσοστιαία μονάδα.
Αυτό αποτελεί ένδειξη ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει περάσει σε μια νέα φάση κανονικότητας, όπου οι αποκλίσεις δεν είναι πλέον δομικές αλλά κυκλικές.
Παρά την πρόοδο, η διασπορά παραμένει. Χώρες όπως η Πολωνία και η Ουγγαρία διατηρούν δείκτες κοντά στο 4%, ενώ η Αυστρία κινείται γύρω στο 2,5%, επίπεδα που υπενθυμίζουν ότι η ποιότητα ενεργητικού εξακολουθεί να επηρεάζεται από τοπικούς παράγοντες, όπως η δομή της οικονομίας και η έκθεση σε συγκεκριμένους κλάδους.
Το πιο κρίσιμο σημείο αφορά στις προοπτικές για το 2026. Τα τρέχοντα στοιχεία δεν ενσωματώνουν πλήρως τις επιπτώσεις από τις πρόσφατες γεωπολιτικές εξελίξεις, ιδιαίτερα τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.
Αυτό δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου οι δείκτες NPL μπορεί να παραμείνουν σταθεροί σε ονομαστικούς όρους, αλλά οι κίνδυνοι αυξάνονται στο περιθώριο.
Οι πιέσεις αναμένεται να είναι πιο έντονες σε τομείς με υψηλή ενεργειακή εξάρτηση, καθώς και σε δανειολήπτες που έχουν ήδη επιβαρυνθεί από το υψηλό κόστος χρήματος των τελευταίων ετών.
Η μέχρι τώρα ανθεκτικότητα των τραπεζικών χαρτοφυλακίων βασίστηκε σε ισχυρή απασχόληση και σταθερή κατανάλωση, παράγοντες που δεν είναι δεδομένοι σε ένα περιβάλλον αυξημένης αβεβαιότητας.
Συνολικά, η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή ενός συστήματος που έχει ενισχυθεί σημαντικά σε σχέση με το παρελθόν, αλλά εισέρχεται σε μια νέα φάση όπου οι εξωτερικοί κίνδυνοι αποκτούν μεγαλύτερη σημασία από τα εσωτερικά προβλήματα. Για τις ελληνικές τράπεζες ειδικά, η πρόκληση πλέον δεν είναι η μείωση των NPL, αλλά η διατήρησή τους σε χαμηλά επίπεδα σε ένα πιο απαιτητικό μακροοικονομικό περιβάλλον.
Με άλλα λόγια, η κρίση ισολογισμών έχει περάσει, αλλά ο κύκλος ρίσκου δεν έχει τελειώσει.

