Με τις παγκόσμιες τιμές της ενέργειας να ανεβαίνουν και τη δημοτικότητά του να υποχωρεί, ο Ντόναλντ Τραμπ αντιμετωπίζει σοβαρα διλήμματα μετά από έναν μήνα πολέμου κατά του Ιράν: είτε να επιδιώξει μια ενδεχομένως ατελή συμφωνία και να απεμπλακεί, είτε να κλιμακώσει στρατιωτικά, αναλαμβάνοντας το ρίσκο μιας παρατεταμένης σύγκρουσης που θα μπορούσε να καθορίσει την προεδρία του.
Παρά την έντονη διπλωματική δραστηριότητα, ο Αμερικανός πρόεδρος ολοκληρώνει άλλη μια εβδομάδα παλεύοντας να περιορίσει την επέκταση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, καθώς το Ιράν διατηρεί ακόμα ασφυκτικό έλεγχο στις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου από τον Κόλπο και συνεχίζει επιθέσεις με πυραύλους και μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε ολόκληρη την περιοχή.
Το βασικό ερώτημα, λένε οι αναλυτές, είναι αν ο Τραμπ είναι έτοιμος να αποκλιμακώσει ή να εντείνει μια σύγκρουση που προκάλεσε το χειρότερο σοκ στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας στην ιστορία και εξαπλώθηκε πολύ πέραν της περιοχής.
Ο Τραμπ έχει πει στους συνεργάτες του ότι θέλει να αποφύγει έναν «αέναο πόλεμο» και να βρει μια διαπραγματευτική διέξοδο. Ταυτόχρονα, ωστόσο, έχει απειλήσει με σημαντική στρατιωτική κλιμάκωση εάν οι συνομιλίες αποτύχουν.
Αναλυτές σημειώνουν ότι οι διπλωματικές πρωτοβουλίες του Τραμπ προς το Ιράν, συμπεριλαμβανομένης μιας πρότασης ειρήνης 15 σημείων, δείχνουν μια όλο και πιο επείγουσα αναζήτηση οδού απεμπλοκής. Ωστόσο, παραμένει ασαφές αν υπάρχουν αυτή τη στιγμή ρεαλιστικές προοπτικές ουσιαστικών διαπραγματεύσεων.
Δυσκολία περιορισμού μιας ευρείας σύγκρουσης
Προφανώς για να καλύψει όλα τα ενδεχόμενα, ο Τραμπ αναπτύσσει χιλιάδες επιπλέον αμερικανικά στρατεύματα στην περιοχή και προειδοποιεί το Ιράν για εντατικοποίηση των επιθέσεων, πιθανώς και με χρήση χερσαίων δυνάμεων, εάν δεν υποκύψει στις απαιτήσεις του.
Αναλυτές εκτιμούν ότι μια τέτοια επίδειξη ισχύος μπορεί να στοχεύει στη δημιουργία πίεσης για παραχωρήσεις από την Τεχεράνη, ενέχει όμως τον κίνδυνο να εμπλέξει τις ΗΠΑ σε μια παρατεταμένη σύγκρουση, ενώ η ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων στο ιρανικό έδαφος θα προκαλούσε αντιδράσεις στην αμερικανική κοινή γνώμη.
Ενα άλλο πιθανό σενάριο, λένε οι ειδικοί, θα ήταν οι ΗΠΑ να διεξαγάγουν μια τελευταία μεγάλη αεροπορική επίθεση για να πλήξουν περαιτέρω τις στρατιωτικές δυνατότητες και τις πυρηνικές εγκαταστάσεις του Ιράν, μετά την οποία ο Τραμπ θα κήρυττε νίκη, υποστηρίζοντας ότι οι στόχοι του πολέμου έχουν επιτευχθεί.Ωστόσο, ένας τέτοιος ισχυρισμός θα ήταν αδύναμος εάν τα Στενά του Ορμούζ δεν ανοίξουν πλήρως, κάτι που το Ιράν αρνείται μέχρι στιγμής.
Κίνδυνοι λόγω έλλειψης σαφούς εξόδου
Η μεγαλύτερη εσφαλμένη εκτίμηση του Τραμπ φαίνεται να αφορά την έκταση της ιρανικής αντεπίθεσης. Το Ιράν χρησιμοποίησε τους εναπομείναντες πυραύλους και drones για να πλήξει το Ισραήλ και γειτονικά κράτη του Κόλπου και να κλείσει σε μεγάλο βαθμό τα Στενά του Ορμούζ, τη δίοδο για το ένα πέμπτο του παγκόσμιου πετρελαίου, προκαλώντας σοκ στην παγκόσμια οικονομία.
«Η ιρανική ηγεσία εκτιμά ότι μπορεί να αντέξει μεγαλύτερο κόστος για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από τους αντιπάλους της — και ίσως έχει δίκιο», δήλωσε ο Τζον Αλτερμαν του Κέντρου Στρατηγικών και Διεθνών Σπουδών στην Ουάσιγκτον.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, μιλώντας υπό καθεστώς ανωνυμίας, είπε ότι ο Τραμπ και η ομάδα του ήταν «καλά προετοιμασμένοι» για την αντίδραση του Ιράν στα Στενά και είναι πεπεισμένοι ότι η δίοδος θα ανοίξει σύντομα. Ωστόσο, το πιο εμφανές σημάδι της αυξανόμενης ανησυχίας του Τραμπ ήρθε τη Δευτέρα, όταν υποχώρησε δραματικά από την απειλή να καταστρέψει το ιρανικό ηλεκτρικό δίκτυο εάν δεν επιτρεπόταν η επανέναρξη της ναυσιπλοΐας μέσω των Στενών.
Στη συνέχεια, σε μια κίνηση που εκλήφθηκε ως προσπάθεια καθησυχασμού των αγορών, ανακοίνωσε πενθήμερη αναστολή της απειλής, δίνοντας περιθώριο στη διπλωματία — την οποία στη συνέχεια παρέτεινε για ακόμη δέκα ημέρες.
Ταυτόχρονα, η πίεση στο εσωτερικό αυξάνεται.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο πόλεμος είναι συντριπτικά αντιδημοφιλής στους Αμερικανούς, και ενώ το κίνημα MAGA του Τραμπ τον υποστηρίζει σε μεγάλο βαθμό, η πολιτική του επιρροή θα μπορούσε να εξασθενίσει εάν οι οικονομικές επιπτώσεις, όπως οι υψηλές τιμές καυσίμων, συνεχιστούν.
Η συνολική δημοφιλία του Τραμπ έχει πέσει στο 36%, το χαμηλότερο από την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, σύμφωνα με δημοσκόπηση Reuters/Ipsos που δημοσιοποιήθηκε τη Δευτέρα.
Η ανησυχία στον Λευκό Οίκο για το πολιτικό κόστος της σύγκρουσης εντείνεται, όπως ανέφερε πρώην ανώτερος αξιωματούχος της κυβέρνησης Τραμπ, επικαλούμενος προβληματισμούς Ρεπουμπλικανών ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών.
Διπλωματία σε κρίση
Προς το παρόν, η διπλωματική οδός δεν προσφέρει εύκολες λύσεις.
Το σχέδιο 15 σημείων του Τραμπ μοιάζει σε μεγάλο βαθμό με προτάσεις που το Ιράν είχε απορρίψει πριν από τον πόλεμο και περιλαμβάνει όρους δύσκολα εφαρμόσιμους: από τη διάλυση του πυρηνικού προγράμματος και τον περιορισμό του πυραυλικού οπλοστασίου του Ιράν, μέχρι την εγκατάλειψη των υποστηριζόμενων ομάδων του και ουσιαστικά την παράδοση του ελέγχου των Στενών.
Το Ιράν χαρακτήρισε την πρόταση των ΗΠΑ μη ρεαλιστική, αν και δεν απέκλεισε περαιτέρω έμμεσες επαφές.
Η αντικατάσταση ορισμένων ηγετών που σκοτώθηκαν σε αμερικανο-ισραηλινές αεροπορικές επιδρομές με ακόμη πιο σκληροπυρηνικούς διαδόχους περιπλέκει ακόμα περισσότερο τις διπλωματικές προσπάθειες.
Αντικρουόμενα μηνύματα και αβεβαιότητα
Εάν ο Τραμπ αποφασίσει την ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων, θα μπορούσε να στοχεύσει τον πετρελαϊκό κόμβο του νησιού Χαργκ ή άλλα στρατηγικά σημεία, να επιχειρήσει κατά μήκος των ακτών ή να αναπτύξει ειδικές δυνάμεις για μια σύνθετη επιχείρηση κατάσχεσης αποθεμάτων υψηλά εμπλουτισμένου ουρανίου, τα οποία εκτιμάται ότι βρίσκονται σε υπόγειες εγκαταστάσεις.
Τέτοιες κινήσεις θα μπορούσαν να προκαλέσουν ευρύτερη σύγκρουση, θυμίζοντας τους παρατεταμένους πολέμους σε Ιράκ και Αφγανιστάν, τους οποίους ο Τραμπ είχε υποσχεθεί να αποφύγει. Παράλληλα, θα αύξαναν τον κίνδυνο αμερικανικών απωλειών και θα ενέτειναν τα ερωτήματα για τους στρατηγικούς στόχους των ΗΠΑ.
Σύμμαχοι στον Κόλπο έχουν προειδοποιήσει κατά της ανάπτυξης αμερικανικών χερσαίων δυνάμεων στο Ιράν, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα μπορούσε να προκαλέσει περαιτέρω αντίποινα, ενδεχομένως και κατά ενεργειακών ή πολιτικών υποδομών τους.
Αξιωματούχος του Λευκού Οίκου δήλωσε ότι ο Τραμπ έχει ξεκαθαρίσει ότι «δεν έχει σχέδια να στείλει χερσαίες δυνάμεις οπουδήποτε αυτή τη στιγμή», αλλά πρόσθεσε ότι πάντα διατηρεί όλες τις επιλογές στο τραπέζι.
Reuters

