Ο Σταύρος Σουντουλίδης γράφει για τη 30η Μαρτίου 1926, τη νύχτα που μπήκαν οι βάσεις για τη δημιουργία του ΠΑΟΚ, λίγες εβδομάδες πριν την επίσημη αναγνώρισή του.
30 Μαρτίου 1926. Σχεδόν έναν αιώνα πίσω, σε μια Θεσσαλονίκη που προσπαθεί ακόμη να ισορροπήσει μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, γεμάτη πρόσφυγες που κουβαλούν μνήμη, απώλεια και την ανάγκη για μια νέα αρχή. Εκεί, μέσα σε αυτό το περιβάλλον, γράφεται το πρώτο κεφάλαιο μιας ιστορίας που έμελλε να ξεπεράσει τα όρια ενός αθλητικού συλλόγου.
Το βράδυ της Τρίτης, στις 9 μ.μ., στη Λέσχη της Ένωσης Κωνσταντινουπολιτών 1923, στην καρδιά της πόλης, συγκεντρώνονται οκτώ άνθρωποι. Σε ένα χώρο που έβλεπε προς τον Θερμαϊκό, σε ένα κτήριο που κουβαλούσε ήδη τη δική του σημασία για τους πρόσφυγες της Πόλης, κάθισαν γύρω από ένα τραπέζι και πήραν μια απόφαση που θα άλλαζε τον αθλητικό χάρτη της Θεσσαλονίκης.
Σ’ ένα μικρό δωμάτιο της Θεσσαλονίκης φυτεύεται ο σπόρος ενός μύθου και εκείνο το βράδυ, ουσιαστικά, γεννιέται ο Πανθεσσαλονίκειος Αθλητικός Όμιλος Κωνσταντινουπολιτών.
Δεν ιδρύουν απλώς έναν σύλλογο. Γράφουν την πρώτη σελίδα μιας ιστορίας που κουβαλά μνήμη, ξεριζωμό και ελπίδα.
Ο ΠΑΟΚ γεννιέται για να εκφράσει τους πρόσφυγες. Για να δώσει φωνή σε μια κοινότητα που έχασε την πατρίδα της, αλλά δεν έχασε ποτέ την ψυχή της.
Μετά το πέρας της ιδρυτικής συνέλευσης, συνέταξαν και υπέγραψαν το πρωτόκολλο ίδρυσης του «Πανθεσσαλονίκειου Αθλητικού Ομίλου Κωνσταντινουπολιτών». Ο ΠΑΟΚ ήταν πλέον γεγονός, έστω κι αν η επίσημη αναγνώριση θα ερχόταν λίγες εβδομάδες αργότερα.
Η ίδρυση του συλλόγου δεν ήταν μια τυχαία κίνηση. Είχε τις ρίζες της στο 1923, όταν δημιουργήθηκε η Ένωση Κωνσταντινουπολιτών, ο πρώτος οργανωμένος φορέας προσφύγων από την Κωνσταντινούπολη στην Ελλάδα. Σε μια εποχή που η Συνθήκη της Λοζάνης είχε ήδη φέρει στη χώρα χιλιάδες ξεριζωμένους Έλληνες, φορείς μιας πλούσιας πολιτιστικής παράδοσης, η ανάγκη για έκφραση και συσπείρωση ήταν επιτακτική.
Ο ΠΑΟΚ αποτέλεσε την αθλητική έκφραση αυτής της ανάγκης. Μια κοινή ομοσπονδία προσφυγιάς, όπως είχε αρχικά οραματιστεί πολιτικά η κοινότητα των Κωνσταντινουπολιτών, που τρία χρόνια αργότερα βρήκε το πεδίο εφαρμογής της μέσα από τον αθλητισμό.
Το πρώτο καταστατικό υπογράφτηκε από τους Μ. Θεοδοσιάδη, Α. Δημητριάδη, Α. Αγγελόπουλο, Ι. Ιωακειμόπουλο, Κ. Κρητικό, Τ. Τριανταφυλλίδη, Κ. Κοεμτζόπουλο και Μ. Τσούλκα. Με προεξέχοντα τον 29χρονο τότε δημοσιογράφο Τριαντάφυλλο Τριανταφυλλίδη, οι οκτώ ιδρυτές δεν μπορούσαν να γνωρίζουν το εύρος αυτού που ξεκινούσαν.
Το ίδιο το κείμενο του πρωτοκόλλου αποτυπώνει τη στιγμή: «Εν Θεσσαλονίκη σήμερον την τριακοστή του μηνός Μαρτίου… απεφασίσαμεν ομοφώνως την ίδρυσιν ποδοσφαιρικού και αθλητικού Σωματείου…». Μέσα σε λίγες γραμμές, γεννήθηκε μια ιδέα που θα εξελισσόταν σε ένα από τα ισχυρότερα αθλητικά σύμβολα της χώρας.
Ακολούθησαν συγκεκριμένα βήματα. Στις 5 Απριλίου πραγματοποιήθηκε η πρώτη Γενική Συνέλευση. Στις 10 Απριλίου υπογράφηκε η αίτηση αναγνώρισης του συλλόγου στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Και στις 20 Απριλίου 1926, με την υπ’ αριθμόν 822 απόφαση, ο ΠΑΟΚ αναγνωρίστηκε και επίσημα.
Ωστόσο, η ουσία βρίσκεται σε εκείνο το πρώτο βράδυ. Στη στιγμή που μια χούφτα ανθρώπων της Πόλης αποφάσισε να δημιουργήσει κάτι που θα τους εκπροσωπεί. Όχι απλώς μια ομάδα, αλλά έναν οργανισμό που θα κουβαλά μνήμη, ταυτότητα και αξίες.
Γιατί ο ΠΑΟΚ γεννήθηκε μέσα από την ανάγκη να μη χαθεί η ταυτότητα. Να παραμείνει ζωντανή η μνήμη της Πόλης, να βρει διέξοδο η περηφάνια μιας κοινότητας που ξεριζώθηκε, αλλά δεν λύγισε. Να δημιουργηθεί κάτι που δεν θα σκύβει το κεφάλι.
Από εκείνο το «άψυχο» χαρτί του 1926, μέχρι τον σημερινό αιώνα ζωής, ο ΠΑΟΚ μεγάλωσε, ανδρώθηκε, πέρασε μέσα από κερδισμένες και χαμένες μάχες, έγινε κυρίαρχος στη Βόρεια Ελλάδα και σημείο αναφοράς για εκατομμύρια ανθρώπους.
Και όλα ξεκίνησαν από εκείνη τη νύχτα. Από ένα τραπέζι, ένα χαρτί και οκτώ υπογραφές.
Η σπίθα είχε ήδη ανάψει. Και συνεχίζει να καίει.

