Το Gazzetta ταξιδεύει στο χρόνο και ξεδιπλώνει το κουβάρι της μπασκετικής διαδρομής του Βασίλη Γκούμα, μιας από τις μεγαλύτερες προσωπικότητες του αθλήματος στη χώρα μας.
Ο Βασίλης Γκούμας «ταξίδεψε» στη «γειτονιά των αγγέλων», ωστόσο το αποτύπωμα που έχει αφήσει στο ελληνικό μπάσκετ είναι έντονο και τον καταττάσει δικαίως στους κορυφαίους αθλητές του τόπου μας.
Ένας «επαναστάτης με αιτία», όπως θα μπορούσε κανείς να πει για τον άνθρωπο που ήταν ασυμβίβαστος και είχε το θάρρος της γνώμης του. Δεν ήταν των δημοσίων σχέσεων, ούτες της διπλωματίας, κλάτι τέτοιο το απεχθάνονταν. Ότι σκέφτονταν το έλεγε χωρίς περιστροφές και φτιασιδώματα.
Ο πρώτος «αυτοκράτορας» του ελληνικού μπάσκετ (ο συγκεκριμένος τίτλος στη συνέχεια αποδόθηκε για τον μεγάλο Άρη του Γιάννη Ιωαννίδη), ο Βασίλης Γκούμας μέχρι τις 29 Φεβρουαρίου του 1992 ήταν στην κορυφή των σκόρερ του ελληνικού μπάσκετ με 11.030 πόντους! Μάλιστα, οι περισσότεροι από αυτούς επιτεύχθηκαν σε τσιμεντένια γήπεδα, που είχαν τα απολύτως απαραίτητα και καμία πολυτέλεια και το σημαντικότερο χωρίς να υπάρχει ακόμη το τρίποντο. Όλα ήταν δίποντα…
Στις 29 Φεβρουαρίου 1992, ο Νίκος Γκάλης έγραψε ιστορία «σπάζοντας» το ρεκόρ των 11.030 πόντων του «αυτοκράτορα» και έγινε εκείνος ο πρώτος σκόρερ όλων των εποχών στο ελληνικό πρωτάθλημα. Το ιστορικό επίτευγμα σημειώθηκε στο εκτός έδρας παιχνίδι του Άρη εναντίον του Παγκρατίου στο Μετς (νίκη με 98-90), όπου ο Γκάλης έφτασε τους 11.031 πόντους…
Ο Βασίλης Γκούμας γεννήθηκε στον Βόλο στις 15 Νοεμβρίου του 1946 και ξεκίνησε να παίζει μπάσκετ στον τοπικό Ολυμπιακό. Στα 15 του χρόνια βρέθηκε στην Αθήνα για να αγωνιστεί στον Πανελλήνιο ως έφηβος.
Μια αντιπαράθεση τον ανάγκασε το 1964 να εγκαταλείψει τον Πανελλήνιο στον οποίο είχε μεταγραφεί το 1961 από τον Ολυμπιακό Βόλου και να μετακομίσει στην Αιθιοπία για να αγωνιστεί στο ομογενειακό σωματείο Ολυμπιακός Αντίς Αμπέμπα. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1966 και φόρεσε ξανά τη φανέλα του Πανελληνίου, που είχε απωλέσει ωστόσο την αίγλη της μεγάλης ομάδας της δεκαετίας του 1950. Παρ’ ολ’ αυτά, ο ίδιος ξεδίπλωσε το απίστευτο ταλέντο του και τέσσερις φορές αναδείχθηκε πρώτος σκόρερ του πρωταθλήματος, ρεκόρ μέχρι να το σπάσει και αυτό ο Νίκος Γκάλης ενώ από το 1965 ήταν διεθνής.
Το 1970 διαφώνησε με την τότε διοίκηση του Πανελληνίου και πήρε για δεύτερη φορά τον δρόμο της ξενιτιάς πηγαίνοντας στη Μοζαμβίκη αυτή τη φορά για να αγωνιστεί για δέκα παιχνίδια με την ομάδα της Σπόρτινγκ Κλάμπ ντε Λορένσο Μαρκές.
Ο «επαναστάτης με αιτία» του ελληνικού μπάσκετ παρότι στις διοργανώσεις που συμμετείχε με την Εθνική ομάδα μέχρι το 1975 ήταν συνήθως ο πρώτος σκόρερ της, ήρθε εκείνη η περίφημη «Σερενάτα του Δούναβη» στο Ευρωμπάσκετ του Βελιγραδίου (1975) όταν ο Βασίλης Γκούμας αγανακτισμένος από τις συνεχόμενες ήττες αλλά και την υποτακτική στάση μελών της ελληνικής αποστολής, παρέα με τον Άρη Ραφτόπουλο και τον Απόστολο Κόντο πήραν από το δωμάτιο του φροντιστή Πάνου Μεταξά τα μπουκάλια με το ούζο και το κονιάκ, τα τσολιαδάκια και όλα τα δώρα που προορίζονταν για τους επικεφαλής της FIBA και αφού ανέβηκαν στην ταράτσα του ξενοδοχείου «Yugoslavija», τα πέταξαν στο Δούναβη!
Η ΕΟΚ τιμώρησε με ισόβιο αποκλεισμό από την εθνική ομάδα τους τρεις αθλητές και η τελευταία συμμετοχή του Βασίλη Γκούμα με τη φανέλα με το εθνόσημο ήταν στην ήττα από την Τουρκία σε αγώνα κατάταξης για τις θέσεις 9-12 του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του Βελιγραδίου, σε ηλικία 29 ετών.
Ο «αυτοκράτορας» του ελληνικού μπάσκετ στη συνέχεια έμεινε προσηλωμένος στις υποχρεώσεις του με τον Πανελλήνιο μέχρι το 1979 όταν και μεταγράφηκε στην ΑΕΚ. Με τον «δικέφαλο» συνέχισε να σκοράρει και το 1981 με 30 πόντους που σημείωσε στον τελικό του Κυπέλλου κόντρα στον Ηρακλή (84-78) στο κλειστό της Γλυφάδας οδήγησε την ΑΕΚ στην κατάκτηση του τροπαίου. Βέβαια, δεν το πανηγύρισε καθώς εκνευρίστηκε που δεν αναδείχθηκε κορυφαίος παίκτης του τελικού, αλλά ο τίτλος δόθηκε στον ΝΒΑερ Κυριάκο Ραμπίδη. Αυτός ήταν ο Βασίλης Γκούμας, όταν αισθάνονταν την αδικία το έδειχνε ξεκάθαρα.
Δεν κατάφερε να κατακτήσει άλλο τίτλο με τη φανέλα της ΑΕΚ, ωστόσο στις 3 Δεκεμβρίου του 1983 και εναντίον του ΒΑΟ, έπιασε τους 10.000 πόντους, έγινε ο πρώτος παίκτης στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ που το κατάφερε. Μάλιστα, για το τεράστιο επίτευγμα του βραβεύτηκε από τον αρχηγό της ομάδας της Θεσσαλονίκης Αλέκο Παρασκευά.
Από την ΑΕΚ αποχώρησε το 1985 πηγαίνοντας στον Ηλυσιακό, τον οποίο βοήθησε να κερδίσει την άνοδο στη νεοσύστατη για την εποχή Α1 Κατηγορία το 1986, ενώ στο πρωτάθλημα της περιόδου 1986-87, στην τελευταία σεζόν της καριέρας του αναδείχθηκε δεύτερος σκόρερ βαδίζοντας πια στα 41 του χρόνια.
Ο Βασίλης Γκούμας σε μια εποχή που δεν υπήρχαν πολλά κανάλια ενημέρωσης έδειχνε πως ήταν μπροστά από την εποχή του. Με ύψος 1.96 αγωνίζονταν στη θέση του φόργουορντ και η κίνηση του μακριά από τη μπάλα για να ξεμαρκαριστεί ήταν για σεμινάριο όπως και η εκτέλεση του στο σουτ.
Ήταν ένας παίκτης μπροστά από την εποχή του. Ενδεικτικά ο Βασίλης Γκούμας το 1974 κλήθηκε και αγωνίστηκε στη Μικτή Ευρώπης και συμμετείχε σε τέσσερις αγώνες που δόθηκαν σε Ιταλία και Βραζιλία με αντίπαλο τις μικτές Βόρειας και Νότιας Αμερικής μαζί με τους κορυφαίους Ευρωπαίους της εποχής όπως ήταν οι Σεργκέι Μπέλοφ, Κρέζιμιρ Τσόσιτς και Ντίνο Μενεγκίν. Σε μια εποχή όπου το ελληνικό μπάσκετ δεν απολάμβανε το σεβασμό της μπασκετικής Ευρώπης.
Ωστόσο, ο ίδιος ήταν εξέχων μέλος της ελίτ του ευρωπαϊκού μπάσκετ εκείνη την περίοδο. Μάλιστα, στις 19 Ιουνίου 1987, πέντε μέρες μετά τον θρίαμβο του Ευρωμπάσκετ της Αθήνας, διοργανώθηκε προς τιμή του ένα παιχνίδι μεταξύ Εθνικής Ελλάδας και Μικτής Ευρώπης στο Αλεξάνδρειο, που ήταν κατάμεστο. Η Μικτή Ευρώπης με παίκτες όπως οι Ντράζεν Πέτροβιτς, Αντονέλο Ρίβα, Στόγιαν Βράνκοβιτς, Στάνισλαβ Κρόπιλακ, Ρισάρ Ντακουρί επικράτησαν με 109–101.
Το ελληνικό μπάσκετ με την απώλεια του Βασίλη Γκούμα, έχασε όπως επισήμανε και ο ανεπανάληπτος Νίκος Γκάλης «μια από τις μεγαλύτερες προσωπικότητές του».

