Η αμυντική τεχνολογία, ένας τομέας που μέχρι πριν από λίγα χρόνια παρέμενε «κλειστός» και σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένος από κρατικές συμβάσεις και παραδοσιακούς βιομηχανικούς παίκτες, εξελίσσεται πλέον σε έναν από τους πιο ελκυστικούς «επενδυτικούς προορισμούς» διεθνώς.
Τα τελευταία δύο χρόνια, η γεωπολιτική αστάθεια, η τεχνολογική επιτάχυνση και η αλλαγή φιλοσοφίας των δυτικών οικονομιών απέναντι στην άμυνα έχουν δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον, στο οποίο τα venture capitals και τα private equity funds βλέπουν σημαντικές ευκαιρίες αποδόσεων.
Η στροφή αυτή δεν είναι τυχαία. Οι γεωπολιτικές προκλήσεις των τελευταίων ετών λειτούργησαν ως καταλύτης, αναδεικνύοντας τον κρίσιμο ρόλο τεχνολογιών όπως τα drones, η τεχνητή νοημοσύνη, τα συστήματα κυβερνοάμυνας και οι δορυφορικές επικοινωνίες. Παράλληλα, η αυξανόμενη ένταση σε παγκόσμιο επίπεδο, από τη Μέση Ανατολή έως την Ασία, έχει επαναφέρει την άμυνα στο επίκεντρο των κρατικών προϋπολογισμών. Σε αυτό το περιβάλλον, η τεχνολογία δεν αποτελεί απλώς υποστηρικτικό εργαλείο, αλλά βασικό παράγοντα στρατηγικής υπεροχής.
Πώς η Ευρώπη θέλει να καλύψει το χαμένο έδαφος
Τα funds αναγνωρίζουν ότι η αμυντική τεχνολογία βρίσκεται σε ένα σημείο καμπής. Σε αντίθεση με το παρελθόν, όπου η καινοτομία προερχόταν κυρίως από μεγάλες αμυντικές βιομηχανίες, σήμερα η καινοτομία γεννιέται συχνά σε startups. Εταιρείες που αναπτύσσουν λογισμικό, αλγορίθμους, αισθητήρες ή λύσεις ανάλυσης δεδομένων μπορούν να ενσωματωθούν γρήγορα σε στρατιωτικά συστήματα, μειώνοντας το κόστος και τον χρόνο ανάπτυξης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Ευρώπη επιχειρεί να καλύψει το χαμένο έδαφος σε σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου η επενδυτική δραστηριότητα στο defense tech έχει ήδη εκτοξευθεί. Χαρακτηριστική είναι η πρόσφατη πρωτοβουλία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία ανακοίνωσε τη δημιουργία ενός fund ύψους 115 εκατ. ευρώ με στόχο την επιτάχυνση της καινοτομίας στις αμυντικές τεχνολογίες. Το ταμείο αυτό φιλοδοξεί να χρηματοδοτήσει από 20 έως 30 έργα, με έμφαση σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις και startups, και να φέρει νέες τεχνολογίες στις ένοπλες δυνάμεις μέσα σε χρονικό ορίζοντα ενός έως τριών ετών.
Η συγκεκριμένη πρωτοβουλία έχει διπλή σημασία. Από τη μία πλευρά, αποτυπώνει την πολιτική βούληση της Ευρώπης να ενισχύσει την τεχνολογική της αυτονομία στον τομέα της άμυνας. Από την άλλη, λειτουργεί ως σήμα προς την επενδυτική κοινότητα ότι ο κλάδος δεν αποτελεί πλέον «ταμπού», αλλά προτεραιότητα. Η αναμενόμενη έναρξη λειτουργίας του fund το 2027, υπό την προϋπόθεση της έγκρισης από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και τα κράτη-μέλη, αναμένεται να κινητοποιήσει επιπλέον ιδιωτικά κεφάλαια, δημιουργώντας ένα πολλαπλασιαστικό αποτέλεσμα.
Πέραν των θεσμικών πρωτοβουλιών, σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η αλλαγή στάσης των ίδιων των επενδυτών. Μέχρι πρόσφατα, πολλά funds απέφευγαν τον τομέα της άμυνας για λόγους ESG ή reputational risk.
Ωστόσο πλέον, το defense tech, παρουσιάζει χαρακτηριστικά που είναι ιδιαίτερα ελκυστικά για τους επενδυτές. Πρόκειται για έναν κλάδο που δημιουργεί ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα για τις εταιρείες που καταφέρνουν να εδραιωθούν. Επιπλέον, οι συμβάσεις με κυβερνήσεις εξασφαλίζουν συχνά σταθερά και μακροπρόθεσμα έσοδα, μειώνοντας το ρίσκο. Η σύγκλιση με τον χώρο της πολιτικής τεχνολογίας (dual-use technologies) ενισχύει περαιτέρω το επενδυτικό ενδιαφέρον, καθώς οι ίδιες λύσεις μπορούν να βρουν εφαρμογή τόσο σε στρατιωτικό όσο και σε εμπορικό περιβάλλον.
Πώς αλλάζει το κλίμα στην Ελλάδα
Στην Ελλάδα, αν και ο κλάδος βρίσκεται ακόμη σε πρώιμο στάδιο συγκριτικά με άλλα κράτη της Ευρώπης, τα πρώτα δείγματα γραφής είναι ενθαρρυντικά. Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται αυξανόμενο ενδιαφέρον από ελληνικές εταιρείες πληροφορικής και τεχνολογίας για την ανάπτυξη λύσεων που μπορούν να αξιοποιηθούν στον αμυντικό τομέα. Από συστήματα κυβερνοασφάλειας έως εφαρμογές τεχνητής νοημοσύνης και ανάλυσης δεδομένων, το οικοσύστημα αρχίζει να προσαρμόζεται στις νέες απαιτήσεις.
Παράλληλα, η συμμετοχή ελληνικών εταιρειών σε ευρωπαϊκά προγράμματα χρηματοδότησης, όπως το European Defence Fund, δημιουργεί νέες ευκαιρίες για συνεργασίες και ανάπτυξη τεχνογνωσίας. Οι ελληνικές επιχειρήσεις, οι οποίες κατεβαίνουν σε έργα του EDF, έχουν τη δυνατότητα να ενταχθούν σε διεθνείς αλυσίδες αξίας, αξιοποιώντας τόσο την εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού όσο και τη γεωστρατηγική θέση της χώρας.
Παράλληλα η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα Επενδύσεων αποκτά συγκεκριμένο ρόλο σε αυτό το κομμάτι με στοχευμένες επενδύσεις ενώ και το ΕΛΚΑΚ κάνει λόγο για περίπου 600 εταιρείες και σχήματα που έχουν εκφράσει ενδιαφέρον για συμμετοχή σε έργα που προκηρύσσει το κέντρο, ενώ σχεδιάζει 12 νέα αμυντικά έργα για το 2026, τα οποία θα προστεθούν σε αυτά που ήδη τρέχουν από το προηγούμενο έτος, ύψους άνω των 88 εκατ. ευρώ.
Ωστόσο, οι προκλήσεις παραμένουν σημαντικές, καθώς όπως αναφέρουν στελέχη, στην αγορά λείπει το θεσμικό πλαίσιο. Ωστόσο πηγές της αγοράς αναφέρουν ότι είμαστε ακόμα στην αρχή, και υπάρχουν θετικές ενδείξεις. Στόχος είναι να προσελκυσθούν κεφάλαια και funds για το defense tech, ώστε η αγορά να ανοίξει και να φτάσει στα επιθυμητά επίπεδα αναφέρουν στελέχη της αγοράς.

