Η στάση ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για νηφαλιότητα, θεσμική συνέπεια και προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας
Η κλιμακούμενη ένταση στη Μέση Ανατολή και οι πιέσεις για στρατιωτική εμπλοκή επαναφέρουν ένα κρίσιμο ερώτημα για την ελληνική εξωτερική πολιτική: θα κινηθεί η χώρα με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα ή θα ακολουθήσει επιλογές που εξυπηρετούν τρίτους;
Σε μια περίοδο που οι ισορροπίες δοκιμάζονται και οι αποφάσεις έχουν μακροπρόθεσμες συνέπειες, η στάση ευρωπαϊκών χωρών όπως η Ιταλία και η Ισπανία δείχνει ότι υπάρχει περιθώριο για νηφαλιότητα, θεσμική συνέπεια και προάσπιση της εθνικής κυριαρχίας.
Η Ελλάδα καλείται να αποφύγει βεβιασμένες κινήσεις που θα μπορούσαν να την εμπλέξουν σε επικίνδυνες στρατιωτικές ή γεωπολιτικές περιπέτειες.
Η επιλογή της «σωστής πλευράς» δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την άκριτη ευθυγράμμιση, αλλά με την υπεύθυνη στάθμιση των κινδύνων, τον σεβασμό στο διεθνές δίκαιο και την προστασία της σταθερότητας στην ευρύτερη περιοχή.
Σε αυτό το πλαίσιο, το παράδειγμα της Ιταλίας και της Ισπανίας αναδεικνύεται ως μια εναλλακτική προσέγγιση που αξίζει προσεκτικής μελέτης.
Πώς πάρθηκε η απόφαση στην Ιταλία
Μετά την Ισπανία, που επέβαλε απαγόρευση πτήσεων στα αεροπλάνα τα οποία επιχειρούν κατά του Ιράν, ήρθε η σειρά της Ιταλίας να διατρανώσει τη βούλησή της απέναντι στον παράλογο και παράνομο πόλεμο των ΗΠΑ και Ισραήλ κατά της Ισλαμικής Δημοκρατίας.
Ειδικότερα, η Ιταλία αρνήθηκε στις Ηνωμένες Πολιτείες την πρόσβαση στη βάση Sigonella.
Το περιστατικό συνέβη πριν από λίγα βράδια, αλλά η είδηση κρατήθηκε εμπιστευτική.
Ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου, Lucciano Portolano, ήταν εκείνος που τηλεφώνησε στον υπουργό Άμυνας, Guido Crosseto, για να τον ενημερώσει για όσα είχαν μόλις συμβεί και να λάβει μια απόφαση που αναπόφευκτα θα επηρεάσει τις σχέσεις μεταξύ Ιταλίας και Ηνωμένων Πολιτειών.
«Η Ιταλία ενεργεί σύμφωνα με τις ισχύουσες διεθνείς συμφωνίες και τις κατευθυντήριες γραμμές της κυβέρνησης, όπως αυτές εκφράζονται στο Κοινοβούλιο», διευκρινίζει το Palazzo Chigi σε ανακοίνωσή του.
«Η θέση της κυβέρνησης είναι σαφής, συνεπής και έχει ήδη κοινοποιηθεί πλήρως στο Κοινοβούλιο, χωρίς τροποποιήσεις. Κάθε αίτημα εξετάζεται προσεκτικά κατά περίπτωση».
Η θέση παραμένει, επομένως, αμετάβλητη, «σύμφωνα με τη διεθνή αξιοπιστία και την πλήρη προστασία των εθνικών συμφερόντων».
Όσον αφορά τις πιθανές διπλωματικές επιπτώσεις, το Palazzo Chigi δηλώνει ότι «δεν υπάρχουν κρίσιμα ζητήματα ή τριβές με τους διεθνείς εταίρους.
Οι σχέσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ειδικότερα, είναι σταθερές και χαρακτηρίζονται από πλήρη και πιστή συνεργασία».
«Κάποιοι προσπαθούν να περάσουν το μήνυμα ότι η Ιταλία αποφάσισε να αναστείλει τη χρήση των βάσεων από αμερικανικά μέσα.
Αυτό είναι απολύτως ψευδές, διότι οι βάσεις είναι ενεργές, χρησιμοποιούνται κανονικά και τίποτα δεν έχει αλλάξει», πρόσθεσε ο Crosseto με ανάρτησή του στο μέσο κοινωνικής δικτύωσης X. Και συνέχισε: «Θέλω να επαναλάβω ότι δεν υπάρχει καμία ψύχρανση ή ένταση με τις ΗΠΑ, διότι γνωρίζουν τους κανόνες που ρυθμίζουν την παρουσία τους στην Ιταλία από το 1954, όπως ακριβώς τους γνωρίζουμε κι εμείς».
Ο υπουργός Άμυνας μπαίνει στην ουσία: «Οι διεθνείς συμφωνίες ρυθμίζουν και διακρίνουν με σαφήνεια τι απαιτεί ειδική άδεια της κυβέρνησης, για την οποία έχει αποφασιστεί να εμπλέκεται πάντοτε το Κοινοβούλιο, ελλείψει της οποίας δεν μπορεί να δοθεί καμία έγκριση — και τι θεωρείται τεχνικά εγκεκριμένο, επειδή περιλαμβάνεται ήδη στις συμφωνίες.
Ένας υπουργός οφείλει απλώς να τις εφαρμόζει. Τρίτη επιλογή δεν υπάρχει».
Οι αντιδράσεις
Η άρνηση της ιταλικής κυβέρνησης να επιτρέψει την προσγείωση αμερικανικών βομβαρδιστικών στη Sigonella προκάλεσε άμεσες πολιτικές αντιδράσεις.
Η απόφαση του υπουργού Crosetto «είναι σημαντική και σωστή», αλλά «το πλαίσιο παραμένει εξαιρετικά ασαφές και ανησυχητικό».
Για τον λόγο αυτό «είναι αναγκαίο και επείγον η κυβέρνηση να ενημερώσει το Κοινοβούλιο», δήλωσε ο βουλευτής του Δημοκρατικού Κόμματος, Anthony Barbagallo.
Για «αναγκαία ενέργεια που επιβάλλεται από το Σύνταγμα» μίλησε ο Giuseppe Conte, ηγέτης του Κινήματος Πέντε Αστέρων, προσθέτοντας: «Τώρα η κυβέρνηση πρέπει να κάνει ένα βήμα παραπέρα: να αρνηθεί και την παροχή υλικοτεχνικής υποστήριξης από τις βάσεις μας».
Ο Angelo Bonelli ήταν ακόμη πιο κατηγορηματικός: «Χρειάζεται μια σαφής και ξεκάθαρη στάση, που να σηματοδοτεί απόσταση από τις πολιτικές αυτού του “νταή” του πλανήτη, όπως ο Donald Trump, ο οποίος πιστεύει ότι μπορεί να κυβερνά τον κόσμο μέσω της στρατιωτικής υπεροχής», δήλωσε.
«Η Meloni πλήρωσε την υπερβολική εγγύτητά της με τον Trump, και ελπίζω», πρόσθεσε ο Carlo Calenda, «ότι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος θα οδηγήσει σε μια στροφή προς την οικοδόμηση μιας ολοένα ισχυρότερης Ευρώπης».
«Κατά τη γνώμη μου, έπραξε σωστά», σχολίασε ο Roberto Vannacci. «Υπάρχει συνθήκη με τις Ηνωμένες Πολιτείες για τη χρήση των βάσεων, η οποία καθορίζει σαφείς κανόνες: μεταξύ αυτών δεν προβλέπεται η προσγείωση ή απογείωση βομβαρδιστικών», διευκρίνισε ο Raffaele Nevi, εκπρόσωπος της Forza Italia.
«Όταν λαμβάνονται αποφάσεις τέτοιου βεληνεκούς, αναλαμβάνεται ευθύνη, αλλά αποδεικνύεται και η ικανότητα διατήρησης μιας συνεπούς γραμμής», πρόσθεσε.
«Η Ιταλία δεν βρίσκεται σε πόλεμο με το Ιράν και δεν επιθυμεί να εμπλακεί.
Είναι σωστό κάθε απόφαση που παρεκκλίνει από τις ισχύουσες συνθήκες να εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο», κατέληξε ο Maurizio Lupi.
Κείμενο σε εξέλιξη…
www.bankingnews.gr

