Η μπύρα στην Ελλάδα δεν είναι πια ο κλάδος των μεγάλων πολυεθνικών, καθώς τα τελευταία χρόνια, η αγορά αλλάζει πρόσωπο και οι ελληνικές ζυθοποιίες όχι μόνο αντέχουν στον διεθνή ανταγωνισμό, αλλά καταφέρνουν να κερδίζουν συνεχώς έδαφος, δημιουργώντας μια νέα ισορροπία δυνάμεων στον κλάδο.
Σύμφωνα με τη μελέτη του ΙΟΒΕ για την εξέλιξη και το αποτύπωμα του κλάδου της ζυθοποιίας στην Ελλάδα από το 2000 έως το 2024, που παρουσιάστηκε χθες η εγχώρια αγορά μπύρας έχει γίνει σαφώς πιο ανταγωνιστική, με τα ελληνικά brands να ενισχύουν τα μερίδιά τους και να “ροκανίζουν” την κυριαρχία των διεθνών σημάτων. Η εικόνα είναι ενδεικτική: η αγορά που κάποτε ελεγχόταν σχεδόν ολοκληρωτικά από λίγους μεγάλους παίκτες, πλέον έχει “ανοίξει”, με περισσότερες εταιρείες, περισσότερα προϊόντα και μεγαλύτερη ποικιλία για τον καταναλωτή. Πιο συγκεκριμένα, τα ελληνικά brands καλύπτουν περίπου το 70% της κατανάλωσης, αφήνοντας στις διεθνείς μάρκες μόλις το 30%, ενώ στις αρχές της δεκαετίας του 2000, τα διεθνή brands κυριαρχούσαν με περίπου 90% της αγοράς, ενώ τα ελληνικά μετά βίας άγγιζαν το 10%
Η εικόνα της αγοράς μπύρας στην Ελλάδα παραμένει μεν συγκεντρωμένη, αλλά με σαφή σημάδια “ανοίγματος”. Το 2024, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία διατηρεί την πρωτιά με περίπου 54% του μεριδίου, ενώ ακολουθεί η Ολυμπιακή Ζυθοποιία με 27%. Πιο πίσω βρίσκονται η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης με 6% και η Ζυθοποιία Μακεδονίας – Θράκης με 5%, ενώ οι υπόλοιποι παίκτες –μικροζυθοποιίες και ιδιωτικές ετικέτες– συγκεντρώνουν συνολικά περίπου 8%.
Καθοριστικό ρόλο σε αυτή τη μεταμόρφωση παίζουν οι μικροζυθοποιίες. Μέσα σε λίγο περισσότερο από μια δεκαετία, οι μικρές μονάδες παραγωγής εκτοξεύθηκαν, φτάνοντας τις 55 το 2024 από μόλις 7 το 2011, ενώ συνολικά οι ενεργές ζυθοποιίες στην Ελλάδα ανέρχονται πλέον σε 76, έναντι μόλις 11 το 2008. Πρόκειται για μια εντυπωσιακή αύξηση που δείχνει πως η μπύρα γίνεται όλο και περισσότερο “ελληνική υπόθεση”, με τοπικά προϊόντα να βρίσκουν χώρο στα ράφια και στις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Η Ελλάδα η έκτη πιο ακριβή χώρα στη φορολόγηση της μπύρας μεταξύ των ευρωπαϊκών κρατών
Πίσω από αυτή την εικόνα ανάπτυξης, ωστόσο, κρύβονται σημαντικές πιέσεις. Ο κλάδος καλείται να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον υψηλής φορολογίας, με τον ειδικό φόρο κατανάλωσης (ΕΦΚ) στη μπύρα να συγκαταλέγεται στους υψηλότερους στην Ευρώπη. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ΕΦΚ έχει σχεδόν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2015 και είναι πολλαπλάσιος σε σχέση με την περίοδο πριν την κρίση, επιβαρύνοντας σημαντικά το τελικό κόστος.
Η μπύρα στην Ελλάδα δεν ακριβαίνει μόνο λόγω πληθωρισμού – το μεγάλο “βάρος” έρχεται από τους φόρους. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) έχει αυξηθεί δραματικά τα τελευταία χρόνια, με πέντε διαδοχικές αυξήσεις από το 2009 έως το 2016, οδηγώντας τον σήμερα σε επίπεδα διπλάσια από το 2015 και έως και πενταπλάσια σε σχέση με πριν την κρίση.
Μάλιστα, ο φόρος δεν είναι “flat”, αλλά υπολογίζεται με βάση τους λεγόμενους βαθμούς Plato – δηλαδή το πόσα σάκχαρα έχει η μπύρα πριν τη ζύμωση και πόσο “δυνατή” μπορεί να γίνει. Σε καθαρά νούμερα, ο ΕΦΚ έχει εκτοξευθεί από περίπου 0,57 ευρώ σε περίπου 2,50 ευρώ, ενώ σε ορισμένες περιπτώσεις φτάνει ακόμη και τα 5 ευρώ, ανεβάζοντας σημαντικά το τελικό κόστος.
Το αποτέλεσμα φαίνεται και στα κρατικά ταμεία: τα έσοδα από τον ΕΦΚ έχουν αυξηθεί από περίπου 56 εκατ. ευρώ σε πάνω από 200 εκατ. ευρώ το 2024, δείχνοντας πόσο βαριά έχει γίνει η φορολογία στον κλάδο.
Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στην 6η θέση στην Ευρώπη σε φορολογία στη μπίρα, με τον ΕΦΚ να είναι σχεδόν 50% υψηλότερος από τον μέσο όρο της ΕΕ, πιέζοντας τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τις τιμές για τον καταναλωτή. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν το 42% της τελικής τιμής αποτελείται από φόρους, περιορίζοντας τα περιθώρια για τις επιχειρήσεις και επιβαρύνοντας τον καταναλωτή.
Παρά τα εμπόδια, ο κλάδος εμφανίζει ισχυρή ανθεκτικότητα. Ο κύκλος εργασιών έφτασε το 2024 τα 626 εκατ. ευρώ, στο υψηλότερο επίπεδο της περιόδου, επιβεβαιώνοντας τη δυναμική του. Ωστόσο, μεγάλο μέρος αυτής της αύξησης οφείλεται στις ανατιμήσεις και όχι αποκλειστικά στην αύξηση της κατανάλωσης, κάτι που δείχνει ότι η ανάπτυξη δεν είναι χωρίς “αστερίσκους”.
Αύξηση κατανάλωσης στη λιανική – Οι Έλληνες πίνουν λιγότερο από τους Ευρωπαίους
Σημαντική είναι και η αλλαγή στις συνήθειες κατανάλωσης. Η λιανική αγορά – κυρίως τα σούπερ μάρκετ – κερδίζει διαρκώς έδαφος, ενώ η κατανάλωση στην εστίαση υποχωρεί σε σχέση με το παρελθόν, ακόμη και σε περιόδους αυξημένου τουρισμού.
Σε επίπεδο συνολικής ζήτησης, η μπίρα επιστρέφει σταδιακά στα επίπεδα πριν την οικονομική κρίση, με την κατανάλωση να πλησιάζει τα υψηλά του 2008 μετά από μια δεκαετία πτώσης. Ωστόσο, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη κατανάλωσης, καθώς οι Έλληνες πίνουν σημαντικά λιγότερη μπίρα σε σχέση με άλλες χώρες, καταλαμβάνοντας μία από τις τελευταίες θέσεις στην Ευρώπη.
Σε επίπεδο κατανάλωσης, η εικόνα της ελληνικής αγοράς δείχνει μεν ανάκαμψη, αλλά με σαφές “ταβάνι”. Το 2024, η κατά κεφαλήν κατανάλωση μπύρας στην Ελλάδα διαμορφώθηκε περίπου στα 41 λίτρα ανά άτομο, επιστρέφοντας ουσιαστικά στα επίπεδα του 2008 μετά από μια δεκαετία πτώσης λόγω της οικονομικής κρίσης.
Ωστόσο, παρά την ανάκαμψη, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά στην ευρωπαϊκή κατάταξη, καθώς χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης ξεπερνούν ακόμη και τα 90–130 λίτρα ανά κάτοικο ετησίως, με αποτέλεσμα η χώρα να συγκαταλέγεται στις τελευταίες θέσεις κατανάλωσης μπύρας στην Ευρώπη.
Οι πιο πρόσφατες Ειδήσεις
Διαβάστε πρώτοι τις Ειδήσεις για ό,τι συμβαίνει τώρα στην Ελλάδα και τον Κόσμο στο thetoc.gr

