Δυστυχώς, πολλά από όσα εκτιμήσαμε στα προηγούμενα άρθρα μας έχουν ήδη αρχίσει να επιβεβαιώνονται. Το Ιράν δεν ήταν Βενεζουέλα, ο Τραμπ έχει βρεθεί σε στρατηγικό αδιέξοδο και δείχνει σχεδόν εξαναγκασμένος να κλιμακώσει, ενώ οι πιθανότητες αυτή η «επιχείρηση» να αποδειχθεί το κύκνειο άσμα της μοναδικής υπερδύναμης έχουν αυξηθεί αισθητά.
Τι σημασία έχει αν οι αεροπορίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ βομβαρδίζουν σχεδόν ανενόχλητες το Ιράν, όταν τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν στο έλεος των διαθέσεων του αντιπάλου, το καθεστώς δεν εμφανίζει ορατά σημάδια κατάρρευσης και τα γειτονικά κράτη, μαζί με την παγκόσμια οικονομία, έχουν ουσιαστικά καταστεί όμηροί του;
Οι τακτικές νίκες, όπως έχει δείξει επανειλημμένα η Ιστορία, δεν αρκούν για να αποτρέψουν μια στρατηγική ήττα.
Αυτή ακριβώς η πραγματικότητα οδήγησε χθες τον πρόεδρο Τραμπ να εκπέμψει ένα σχεδόν γκροτέσκο μήνυμα απελπισίας, αποκαλώντας «τρελούς μπάσταρδους» τους ηγέτες του Ιράν και απειλώντας ότι, αν δεν ανοίξουν το «γ@μημένο» Ορμούζ, ολόκληρη η χώρα θα ζήσει μια κόλαση.
Η αλήθεια είναι ότι, όπως επισημάναμε και σε προηγούμενα άρθρα, οι καλές λύσεις για τον Ντόναλντ Τραμπ έχουν ουσιαστικά εξαντληθεί. Οι επιλογές του είναι τρεις:
- Nα υλοποιήσει την απειλή του, διαλύοντας την οικονομία του Ιράν σε μια προσπάθεια να το μετατρέψει σε αποτυχημένο κράτος, λύση που ασφαλώς θα άρεσε πολύ στο Ισραήλ του Νετανιάχου,
- Nα επιχειρήσει να «ανοίξει» στρατιωτικά τα Στενά, ένα εγχείρημα που σχεδόν όλοι οι ειδικοί θεωρούν εξαιρετικά δύσκολο, με πιθανές μεγάλες απώλειες και κίνδυνο μακρόχρονης εμπλοκής,
- Nα διαπραγματευτεί με τους Ιρανούς αποδεχόμενος σοβαρούς όρους που εκείνοι θέτουν, διακινδυνεύοντας βαρύ πλήγμα στο κύρος της υπερδύναμης, ή να αποχωρήσει μέσα από μια προσχηματική διαπραγμάτευση-εξπρές, αυτοανακηρυσσόμενος «νικητής».
Γιατί η κλιμάκωση μοιάζει πιθανότερη
Σε αυτή τη φάση, οποιαδήποτε λύση θα εμπλέξει αμερικανικές χερσαίες δυνάμεις σε κάτι περισσότερο από μια σύντομη επιδρομή ενέχει τεράστιους κινδύνους. Και αν ο ίδιος ο Τραμπ δεν τους σταθμίζει επαρκώς, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι δεν τους αντιλαμβάνεται το στρατιωτικό του επιτελείο. Γι’ αυτό ακόμη και σήμερα δεν δίνουμε σοβαρές πιθανότητες σε μια τέτοια επιλογή.
Πολύ περισσότερο όταν ήδη έχει φανεί, μέσα από τις πρόσφατες αεροπορικές απώλειες, ότι οι ΗΠΑ δεν διαθέτουν απόλυτη κυριαρχία των ουρανών πάνω από το έδαφος των αντιπάλων τους.
Την ίδια στιγμή, οι Ιρανοί δεν δείχνουν καμία διάθεση υποχώρησης. Αντιθέτως, θεωρούν ότι βρίσκονται σε σχετικά ισχυρή θέση, αψηφούν τις πιέσεις του Τραμπ και κινούνται διαπραγματευτικά με τρίτες χώρες και εταιρείες, επιτρέποντας τη διέλευση τάνκερ είτε έναντι ανταλλάγματος, είτε για να ενισχύσουν τη διπλωματική τους θέση.
Κατά συνέπεια, τα περιθώρια διαπραγμάτευσης με όρους που θα ικανοποιούσαν τον Τραμπ είναι εξαιρετικά περιορισμένα, ενώ μια μονομερής αποχώρηση στη σημερινή συγκυρία θα ισοδυναμούσε, πολιτικά, με ομολογία αποτυχίας.
Με αυτά τα δεδομένα, η πιο πιθανή εξέλιξη μοιάζει να είναι η υλοποίηση της τελευταίας απειλής του: ένας οικονομικός πόλεμος από αέρος κατά του καθεστώτος, με στόχο να διαλυθούν κυριολεκτικά η οικονομία και οι μελλοντικές προοπτικές της χώρας.
Το αδύναμο σημείο αυτού του σχεδίου είναι προφανές. Θα στραφεί απέναντι σε μια ηγεσία εν μέρει θεοκρατική και εσχατολογική. Ιδίως όταν ακόμη και οι θεωρούμενοι πραγματιστές εντός του Ιράν φαίνεται να έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι αν δεν αποσπάσουν ισχυρές εγγυήσεις, ο πόλεμος θα επανέρχεται μέχρι να πέσει το καθεστώς τους.
Γι’ αυτό και μοιάζει μάλλον απίθανο να υποχωρήσει τώρα η ηγεσία της χώρας.
Πιθανότερο είναι να επιχειρήσει να αντέξει τον νέο κύκλο πληγμάτων και να δοκιμάσει να ανταποδώσει, πλήττοντας αντίστοιχους στόχους στην ευρύτερη περιοχή, όπως ήδη συνέβη τις τελευταίες ημέρες, ενισχύοντας ενδεχομένως τον αποκλεισμό του Ορμούζ με νάρκες ή άλλα μέσα, ή ακόμη και κινητοποιώντας τους Χούθι στην Ερυθρά Θάλασσα.
Με τη λογική του «αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων» και με την ελπίδα ότι οι αντοχές του Τραμπ, υπό την πολιτική και οικονομική πίεση εντός και εκτός ΗΠΑ, θα αποδειχθούν τελικά μικρότερες.
Το ισχυρό χαρτί της Κίνας
Είναι σχεδόν βέβαιο ότι αν ξεκινήσει αυτή η νέα φάση του πολέμου, ο υπόλοιπος κόσμος, που βλέπει το εφιαλτικό ενδεχόμενο μιας πρωτοφανούς πετρελαϊκής κρίσης να παίρνει σάρκα και οστά, θα αντιδράσει με κάθε διαθέσιμο τρόπο.
Από την Ιαπωνία, η οποία αντιμετωπίζει ήδη σοβαρά οικονομικά προβλήματα, έως την Ευρώπη, που βρίσκεται ακριβώς στην επόμενη γραμμή του κινδύνου μετά την Ασία. Μεμονωμένα, τα περιθώρια αντίδρασής τους μπορεί να είναι περιορισμένα.
Υπάρχει όμως και η Κίνα. Μέχρι σήμερα παρακολουθεί τις εξελίξεις με ελάχιστες κινήσεις, μάλλον προσχηματικές, θεωρώντας προφανώς ότι ο μεγάλος ανταγωνιστής της διαπράττει λάθη τα οποία δεν έχει λόγο να ανακόψει.
Άλλωστε, έως τώρα οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν επιχειρήσει να σταματήσουν τη ροή ιρανικού πετρελαίου προς την Κίνα, παρότι υπάρχουν πληροφορίες ότι το Πεκίνο ενισχύει την Τεχεράνη με εξαρτήματα και εφόδια διπλής χρήσης, όπως κάνει και στην περίπτωση της Ρωσίας.
Αν όμως οι Κινέζοι διαπιστώσουν ότι η έκταση του πολέμου γίνεται άμεσα απειλητική για τα δικά τους συμφέροντα, προκαλώντας παγκόσμια ύφεση και άρα σοβαρό πλήγμα στην εξαγωγική τους μηχανή, διαθέτουν μοναδικά μέσα πίεσης για να επιβάλουν μια πορεία εκτόνωσης.
Για να ενισχύσουν την παρουσία τους στον Περσικό, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν απογυμνώσει σε πρωτόγνωρο βαθμό τις δυνάμεις και τα εφόδιά τους στην περιοχή γύρω από την Ταϊβάν. Έχουν ανοίξει, έτσι, ένα παράθυρο αδυναμίας, το οποίο η άλλη πλευρά θα μπορούσε να αξιοποιήσει παρασκηνιακά, ως απειλή ή έστω ως προειδοποίηση.
Ταυτόχρονα, οι τεράστιες αναλώσεις αμερικανικών πυραύλων θα απαιτήσουν, για την αναπλήρωσή τους, σπάνιες γαίες και άλλα κρίσιμα υλικά, στα οποία η Κίνα παραμένει, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, σχεδόν μονοπωλιακός προμηθευτής.
Την ίδια στιγμή, είναι και ο βασικός αποδέκτης των πετρελαϊκών εξαγωγών του Ιράν, άρα διαθέτει ιδιαίτερες προσβάσεις και στην ηγεσία του καθεστώτος.
Με δυο λόγια, η έτερη υπερδύναμη ίσως είναι ο μόνος παράγοντας που θα μπορούσε να πιέσει αποτελεσματικά όλες τις εμπλεκόμενες πλευρές ώστε να βρεθεί διέξοδος.
Οι μνήμες της κρίσης του Σουέζ
Αν συμβεί κάτι τέτοιο, η ιστορία θα θυμίσει αναπόφευκτα την αμερικανική παρέμβαση (υπό τη σκιά και των απειλών που είχε τότε εκτοξεύσει η Σοβιετική Ένωση), όταν η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία, με τη συμμετοχή του Ισραήλ, επιχείρησαν να ανατρέψουν στρατιωτικά την εθνικοποίηση της Διώρυγας του Σουέζ από την Αίγυπτο του Νάσερ, το 1956.
Εκείνη ήταν η στιγμή κατά την οποία η Βρετανία συνειδητοποίησε ότι δεν μπορούσε πλέον να συμπεριφέρεται ως αυτοκρατορική δύναμη χωρίς την αμερικανική συναίνεση. Ομοίως, η Γαλλία κατάλαβε ότι δεν μπορούσε να διατηρήσει θέση μεγάλης διεθνούς δύναμης και στράφηκε προς τη μερική στρατηγική αυτονομία και την πυρηνική αποτροπή.
Τώρα ίσως να έρχεται η στιγμή και για τις ΗΠΑ να αντιληφθούν εμπράκτως ότι οι συσχετισμοί έχουν αλλάξει. Υπό τις σημερινές συνθήκες, μάλιστα, δεν αποκλείεται καθόλου αρκετοί στην υπόλοιπη Δύση να το υποδεχθούν σχεδόν με ανακούφιση.
Ιδίως στην Ευρώπη.

