Για άλλο ένα 90λεπτο, ένιωθε ότι τίποτα δεν του πήγαινε καλά. Στις καθυστερήσεις του προηγούμενου αγώνα πρωταθλήματος είχε χάσει ένα πέναλτι που θα μπορούσε να δώσει έναν πολύτιμο βαθμό στην ομάδα του, στην μάχη που δίνει για την παραμονή της.
Εκτοτε, μεσολάβησαν δύο παιχνίδια που λίγο έλειψε να του δώσουν την ευκαιρία να βιώσει την μοναδική εμπειρία της συμμετοχής σε τελική φάση Παγκοσμίου Κυπέλλου και, μάλιστα, με μια μικρή χώρα όπως το Κόσοβο, με πληθυσμό που μετά βίας φτάνει το 1,5 εκατομμύριο κατοίκους.
Για άλλη μια φορά, όμως, η τύχη του γύρισε την πλάτη. Πάλεψε με όλες τους τι δυνάμεις, άφησε το είναι του στον αγωνιστικό χώρο, αλλά η εθνική του ομάδα αποκλείστηκε από την Τουρκία για μόλις ένα γκολ.
Το απόγευμα του Σαββάτου (04/04), κόντρα στην Ρεάλ Μαδρίτης, ο Βεντάτ Μουρίτσι εξακολουθούσε να μην βλέπει φως στο βάθος του τούνελ. Στις καθυστερήσεις, όμως, και ενώ η Βασίλισσα είχε μόλις ισοφαρίσει, βρήκε ένα κενό για να χωθεί στην αντίπαλη περιοχή.
Ο Ματέο Τζόσεφ, ο οποίος είχε μπει αλλαγή λίγα λεπτά νωρίτερα, είδε ότι ήταν αμαρκάριστος, του πέρασε την μπάλα την κατάλληλη στιγμή και ο Μουρίτσι, με δυνατό σουτ μέσα από την περιοχή, δεν άφησε περιθώρια αντίδρασης στον Ουκρανό τερματοφύλακα Αντρέι Λούνιν.
Λίγα λεπτά αργότερα, όταν ο διαιτητής Χοσέ Σάντσεθ σφύριξε για τελευταία φορά, επιβεβαιώνοντας το «μπαμ» της νίκης της Μαγιόρκα που της επέτρεψε να «ξεκολλήσει» από την ζώνη του υποβιβασμού της ισπανικής La Liga και να «τελείωσε» ενδεχομένως πρόωρα τις ελπίδες της Ρεάλ για τον τίτλο (στο -7 πλέον από την Μπαρτσελόνα), ο Βεντάτ γονάτισε στο χορτάρι του «Σον Μόις» και ξέσπασε σε λυγμούς.
Δάκρυα χαράς για το γκολ της πολύτιμης νίκης, αλλά κυρίως δάκρυα λύτρωσης για δύο πολύ δύσκολες εβδομάδες, με χαμένο πέναλτι και χαμένη (ιστορική) πρόκριση, αναποδιές που λύγισαν τον Κοσοβάρο επιθετικό.
«Μπορεί απ’ έξω να μοιάζω πολύ άσχημος και σκληρός, αλλά αυτές τις δύο εβδομάδες υπέφερα πολύ» εξήγησε, με τρεμάμενη φωνή, ο «πειρατής», όπως είναι το παρατσούκλι του 31χρονου επιθετικού, επειδή συνηθίζει να πανηγυρίζει καλύπτοντας με το χέρι το ένα του μάτι, σαν να φοράει το πλέον χαρακτηριστικό εξάρτημα των πειρατών.
Ποιος ξέρει, ίσως το καθιέρωσε γιατί δεν ήθελε πλέον να βλέπει άλλον πόνο, άλλον θάνατο. Γεννημένος στο Πρίζρεν του Κοσόβου από Αλβανο-Κοσοβάρους γονείς, έζησε από πρώτο χέρι τις ασχήμιες του πολέμου της Γιουγκοσλαβίας.
Οταν ήταν μόλις τεσσάρων ετών, Σέρβοι στρατιώτες εισέβαλαν στο σπίτι του, τους ενημέρωσαν ότι θα έριχναν βόμβα και υποχρέωσαν την οικογένειά του να αποδράσει οδικώς για την Αλβανία, όπου για μήνες έζησε σε ένα δωμάτιο μαζί με περίπου 50 ανθρώπους! Δέχθηκαν ανθρωπιστική βοήθεια, με γάλα, ψωμί, κρεμμύδια.
Εκείνος και τα ξαδέλφια του, ως παιδιά, ήθελαν ένα γλυκό, αλλά δεν είχαν την δυνατότητα. Και, επειδή τους έδιναν ζάχαρη για το τσάι και τον καφέ, την έγλειφαν για να ξεγελάνε την ανάγκη τους.
Τρία χρόνια αργότερα, ο πατέρας του Μπόργιαν έφυγε ξαφνικά και πρόωρα από την ζωή, αφού υπέστη καρδιακή προσβολή ενώ βρισκόταν σε ποδοσφαιρικό γήπεδο. Πρόλαβε να εμφυσήσει την αγάπη του για το άθλημα στον γιο του, ο οποίος στη μνήμη του έδωσε το όνομά του στο πρώτο του παιδί.
Και, βεβαίως, φροντίζει να του αφιερώνει όλα τα σημαντικά του γκολ, όπως έκανε τον Ιανουάριο, όταν στο 3-2 επί της Αθλέτικ Μπιλμπάο του Ερνέστο Βαλβέρδε έγινε ο πρώτος παίκτης της Μαγιόρκα που σημειώνει χατ – τρικ, μετά τον άλλοτε πρωταθλητή Ευρώπης με την Ισπανία, Ντάνι Γουίθα, το (μακρινό πλέον) 2008.
«Αυτό το χατ – τρικ το αφιερώνω στον πατέρα μου ο οποίος, αν ζούσε, θα είχε σήμερα (σ.σ. 17 Ιανουαρίου) τα γενέθλιά του. Γι’ αυτό και του αφιερώνω» εξήγησε συγκινημένος ο Μουρίτσι, ο οποίος δεν ψάχνει την προσωπική προβολή, αλλά δουλεύει σκληρά για το καλό της ομάδας, αδιαφορώντας αν θα σκοράρει, έστω και αν το γκολ είναι το ψωμί του επιθετικού.
Φέτος, πάντως, μετράει αισίως 19 γκολ στο πρωτάθλημα, όντας δεύτερος σκόρερ πίσω μόνο από τον σούπερ σταρ της Ρεάλ, Κιλιάν Εμπαπέ (23) και απέχοντας πλέον ένα γκολ από τον πρώτο σκόρερ στην ιστορία της Μαγιόρκα στην La Liga, τον θρυλικό Σαμουέλ Ετό (54).
Πάντα ταπεινός, έμαθε να εκτιμάει ακόμα και τον καφέ με μια φέτα ψωμί που θα έχει στο τραπέζι του, γιατί στερήθηκε πολλά μέχρι να φτάσει εδώ που είναι τώρα. Σε ηλικία οκτώ ετών άφησε για λίγο το σχολείο (το παράτησε οριστικά στα 15 του) και άρχισε να δουλεύει στο εστιατόριο Bahjtijari του θείου του Μπαχτιγιάρ, προκειμένου να βοηθήσει την οικογένειά του.
Στα δέκα του ήταν γκαρσόνι, αφού ήταν πολύ ψηλός και έδειχνε μεγαλύτερος απ’ ότι πραγματικά ήταν. Στα 16 του χρόνια είχε ήδη μούσι και είχε αποφασίσει ότι θα γίνει επαγγελματίας ποδοσφαιριστής, προκειμένου η οικογένειά του να μπορέσει να ζήσει ακόμα πιο αξιοπρεπώς.
Ξεκίνησε την καριέρα του στην Αλβανία (Τέουτα, Μπέσα), πέρασε με επιτυχία δοκιμαστικό στην τουρκική Γκιρεσούνσπορ και εκεί κατάφερε να βάλει το νερό στο αυλάκι. Το βιογραφικό του κατέγραψε έκτοτε Γκεντσλερμπιρλιγκί, Ρίζεσπορ, Φενέρμπαχτσε και Λάτσιο, από την οποία δόθηκε δανεικός (και εντέλει… αγύριστος) στην Μαγιόρκα.
Στις Βαλεαρίδες Νήσους βρήκε την Ιθάκη του και άφησε πίσω του το σκοτάδι. «Εχω δει πράγματα που δεν αντέχει να δει ενήλικος άνθρωπος, δεν το συζητάω για παιδιά» λέει για τις αναμνήσεις του, οι οποίες τον έκαναν πιο σκληρό, αλλά και πιο ευγνώμον.
Οταν νιώθει πεσμένος ψυχολογικά, υπενθυμίζει στον εαυτό του που ήταν, προκειμένου να εκτιμάει περισσότερο αυτά που έχει. Κάθε μέρα που ξυπνάει ευχαριστεί τον Θεό. Όταν ανοίγει τα μάτια του λέει «γαμώτο, είμαι στην Μαγιόρκα, στον παράδεισο και παίζω ποδόσφαιρο στην La Liga. Κερδίζω χρήματα και η οικογένειά μου είναι καλά στην υγεία της».
Αστειευόμενος, χαρακτηρίζει τον εαυτό του ως «έναν κανίβαλο που δεν τρώει παιδιά». Εναν κανίβαλο, όμως, που λατρεύει να… τρώει αντίπαλες άμυνες και να σκοράρει. Και, αν η μοίρα το θελήσει, θα συνεχίσει να το κάνει μέχρι το τέλος της καριέρας του στην ίδια ομάδα.
«Εγώ δεν φεύγω από εδώ, θα πεθάνω στην Μαγιόρκα» λέει και το εννοεί ο «πειρατής», ο οποίος δεν θα μπορέσει να σαλπάρει για το Παγκόσμιο Κύπελλο, αλλά έχει αφήσει προ πολλού πίσω του τις σκοτεινές θάλασσες που απείλησαν να τον καταπιούν μια για πάντα.

