Στην Ελλάδα υπάρχει μια παράξενη εμμονή: κάθε τόσο ανακαλύπτεται ξανά ο πελατειασμός, καταγγέλλεται με στόμφο και μετά συνεχίζει να λειτουργεί σαν κάτι το φυσιολογικό. Μιλάμε για “παθογένειες”, για “κουλτούρα ρουσφετιού”, για “κακούς πολιτικούς” και “βολεμένους ψηφοφόρους”. Σχεδόν ποτέ όμως, δεν ακούγεται το βασικό: το ίδιο το σύστημα είναι έτσι διαμορφωμένο, ώστε να επιβραβεύει όποιον δημιουργεί και κινείται με βάση πελατειακές σχέσεις ενώ τιμωρεί όποιον δεν το κάνει.
Αν κοιτάξει κανείς ψύχραιμα τους θεσμούς, η εικόνα είναι ολοκάθαρη. Πρώτον, ο τρόπος που εκλέγουμε βουλευτές. Ο υποψήφιος δεν χρειάζεται απλώς να πείσει ότι το κόμμα του έχει καλύτερο σχέδιο. Πρέπει να “βγάλει σταυρό”. Να κινητοποιήσει συγγενείς, επαγγελματικά δίκτυα, τοπικούς παράγοντες, να υποσχεθεί εξυπηρετήσεις μικρές και μεγάλες. Στις μεγάλες περιφέρειες αυτό μετατρέπεται σε βιομηχανία σταυροθηρίας – σταυροδοσίας, με ολόκληρους μηχανισμούς να λειτουργούν αποκλειστικά γι’ αυτό τον σκοπό. Το μήνυμα προς τον πολιτικό είναι σαφές: αν θες να επιβιώσεις, χτίσε προσωπική πελατεία.
Υπάρχει εναλλακτική; Υπάρχει, αλλά είναι εξαιρετικά δύσκολη πολιτικά. Μεγάλες εκλογικές περιφέρειες ή και ενιαία εθνική περιφέρεια, σύστημα με κλειστές λίστες, χωρίς σταυρό προτίμησης. Ο ψηφοφόρος ψηφίζει κόμμα και πρόγραμμα, όχι πρόσωπα πλην του πρωθυπουργού. Η κατάταξη των υποψηφίων μπορεί να την αναλαμβάνει το κόμμα, με τους δικούς του εσωτερικούς, αδιάβλητους κανόνες. Αυτό δεν είναι “δημοκρατικό θαύμα” από μόνο του. Αν π.χ. τα κόμματα είναι κλειστά και αρχηγοκεντρικά, αυτό θα περιοριστεί μεν αλλά θα παραμείνει σε ένα σημαντικό βαθμό. Έχει όμως απείρως μεγαλύτερη σημασία ότι με αυτόν τον τρόπο αλλάζει το βασικό κίνητρο: ο βουλευτής δεν εκλέγεται επειδή υποσχέθηκε διορισμούς και μικροδιευθετήσεις σε μια περιφέρεια, εκλέγεται επειδή το κόμμα του πήγε καλά συνολικά και ο ίδιος έχει συνεισφέρει ουσιαστικά. Άρα, λογοδοτεί για την πορεία της παράταξης, όχι για τον αριθμό των αιτημάτων που “τακτοποίησε”.
Το δεύτερο κομμάτι του παζλ είναι ακόμα πιο ευαίσθητο: η σχέση Βουλής και κυβέρνησης. Σήμερα ο τυπικός “επιτυχημένος” πολιτικός δρόμος είναι λίγο πολύ γνωστός. Ξεκινάς ως βουλευτής, χτίζεις δίκτυα, βοηθάς κόσμο, μαζεύεις σταυρό, ανεβαίνεις στην ιεραρχία, διεκδικείς υπουργείο. Όταν το πετύχεις, συνεχίζεις να σκέφτεσαι με τον ίδιο τρόπο, απλώς με μεγαλύτερα εργαλεία στα χέρια: προσλήψεις, αποφάσεις, συμβάσεις, ρυθμίσεις. Ο υπουργός παραμένει πολιτευτής με αυξημένη ισχύ. Ο πειρασμός να χρησιμοποιήσει το χαρτοφυλάκιό του για να εξασφαλίσει και να επεκτείνει την εκλογική του βάση τείνει στο άπειρο και είναι αναπόφευκτος.
Αν θέλουμε να είμαστε σοβαροί όταν λέμε ότι είναι απαραίτητο να κοπούν οι πελατειακές σχέσεις, η λογική λύση είναι σκληρή: πλήρες ασυμβίβαστο υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, χωρίς δυνατότητα επιστροφής στην έδρα. Θες να γίνεις υπουργός; Παραιτείσαι από τη Βουλή. Τελειώνει η θητεία σου; Αν θες να εκλεγείς ξανά, θα ακολουθήσεις τις διαδικασίες του κόμματος, που θα πρέπει να προβλέπουν κρίση των υπουργών με βάση αντικειμενική αξιολόγηση του έργου τους. Έτσι, ο υπουργός παύει να είναι “βουλευτής σε άδεια” και γίνεται αποκλειστικά μέλος της εκτελεστικής εξουσίας, με ένα μοναδικό κριτήριο: έκανε ή δεν έκανε δουλειά στο χαρτοφυλάκιό του. Και ο βουλευτής που μένει στη Βουλή ξέρει ότι η βασική του δουλειά είναι να νομοθετεί και να ελέγχει την κυβέρνηση, όχι να στήνει το CV του για τον επόμενο ανασχηματισμό και να μαζεύει σταυρούς προτίμησης.
Αυτό, με τη σειρά του, ανοίγει μια πολύ ενδιαφέρουσα πόρτα: την πόρτα των ανθρώπων που σήμερα δεν περνούν καν από το μυαλό μας ως πιθανοί υπουργοί. Μη εκλεγμένοι τεχνοκράτες, στελέχη με διοικητική εμπειρία, άνθρωποι που έχουν αποδείξει τι μπορούν να κάνουν σε οργανισμούς, επιχειρήσεις, φορείς. Σε ένα σύστημα όπου ο υπουργός δεν μπορεί να είναι βουλευτής, ο πρωθυπουργός έχει την πλήρη δυνατότητα να φτιάξει μια κυβέρνηση που δεν μετριέται με σταυρούς, αλλά με αποτελέσματα. Ενώ τα κόμματα είναι υποχρεωμένα να καλλιεργούν και αυτό το ανθρώπινο κεφάλαιο, κι όχι μόνο “σταυροσυλλέκτες”.
Ακόμη κι αν τα κάνεις όλα αυτά όμως, αν αφήσεις τη δημόσια διοίκηση ως έχει, οι πελατειακές σχέσεις θα βρουν τρόπο να επιβιώσουν. Το ρουσφέτι χρειάζεται κράτος που “παίρνει στροφές” με τηλέφωνο, “λάδι” και “γρηγορόσημο”. Αν οι προσλήψεις, οι μετακινήσεις, οι προαγωγές, οι επιλογές διοικήσεων εξακολουθήσουν να είναι τα “σιδερένια” εργαλεία κάποιας μορφής πολιτικού ελέγχου, το μήνυμα προς τον πολίτη θα παραμένει ίδιο: δουλειές γίνονται όχι με κανόνες αλλά με γνωριμίες. Άρα, κομβικό κομμάτι του πακέτου είναι μια διοίκηση που προστατεύεται από την εκάστοτε κυβέρνηση. Όχι με την έννοια της ατιμωρησίας, αλλά με την έννοια της σταθερότητας των κανόνων για όλους. Διαφανείς, τυποποιημένες διαδικασίες, αξιολόγηση με ουσία, επιλογή στελεχών με κριτήρια που δεν αλλάζουν ανάλογα με το χρώμα της κυβέρνησης. Με δύο λόγια, ολοκληρωτικά αποτελεσματικό κράτος, σε όλο το μήκος, πλάτος και βάθος του. Γιατί μόνο έτσι θα υποχωρήσει η ζήτηση για ρουσφέτι από την πλευρά της κοινωνίας.
Υπάρχει τέλος, μια πτυχή που συνήθως μένει εκτός δημόσιας συζήτησης: το πολιτικό χρήμα. Η εμπειρία της ελληνικής κρίσης έδειξε πόσο σημαντικό ρόλο έπαιξαν η διόγκωση του κράτους, οι πελατειακές δαπάνες και η δημοσιονομική εκτροπή. Χωρίς διαφανή, αυστηρά ρυθμισμένη χρηματοδότηση κομμάτων και των εκστρατειών τους, ο πειρασμός είναι μεγάλος: όποιος έχει λεφτά να “επενδύσει” στην πολιτική, περιμένει ότι θα τα πάρει πίσω έντοκα από δημόσια έργα, αναθέσεις, ρυθμίσεις, φοροαπαλλαγές κ.ο.κ. Αν θέλουμε να κόψουμε και αυτό το κανάλι, χρειαζόμαστε πολύ πιο σκληρούς κανόνες: ανοιχτά βιβλία για όλα τα κόμματα, έλεγχο στις δωρεές, διασταύρωση με τις δημόσιες συμβάσεις, πραγματικές κυρώσεις. Όλα αυτά ταυτόχρονα με σημαντική, διαφανή κρατική χρηματοδότηση ώστε η πολιτική να μην εξαρτάται αποκλειστικά από λίγους και ισχυρούς.
Τίποτα από αυτά δεν είναι εύκολο. Κάθε λέξη του παραπάνω θεσμικού… “μενού” έχει απέναντί της πραγματικά, απολύτως υπαρκτά συμφέροντα: πολιτικούς που έμαθαν να ζουν από την προσωπική επιρροή, κομματικούς μηχανισμούς που τρέφονται από τις θέσεις και τις εξυπηρετήσεις, επιχειρηματικά δίκτυα που έχουν συνηθίσει να μιλούν με την εξουσία σε πρώτο ενικό, ψηφοφόρους που θεωρούν αυτονόητο ότι “αν δεν έχεις άνθρωπο, δεν γίνεται δουλειά” κι ότι “ο βουλευτής ψηφίζεται για να βοηθάει”. Ακριβώς γι’ αυτό, όμως, μια σοβαρή αντι-πελατειακή μεταρρύθμιση δεν μπορεί να είναι υπόθεση ενός νόμου μόνο, αλλά μιας δέσμης αδιαπραγμάτευτων θεσμικών κανόνων. Χρειάζεται αλλαγή εκλογικού συστήματος, καθαρός και κάθετος διαχωρισμός νομοθετικής & εκτελεστικής εξουσίας, θωράκιση διοίκησης, διαφάνεια στο πολιτικό χρήμα, όλα μαζί. Όχι à la carte, “αυτά που μπορούμε τώρα και για τα άλλα βλέπουμε”. Έτσι δεν θα υπάρξει λύση ποτέ.
Το αν είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό, είναι άλλο θέμα. Αλλά τουλάχιστον ας είμαστε ειλικρινείς: όσο παριστάνουμε ότι θα νικήσουμε τον πελατειασμό με “κώδικες δεοντολογίας”, δηλώσεις καλών προθέσεων και κενές αντιπολιτευτικές κορώνες, το σύστημα θα συνεχίσει να παράγει αυτό που ξέρει, το συμφέρει και το βολεύει: το ρουσφέτι!
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

