Θέατρο Τέχνης Καρόλου Κουν – Υπόγειο
«Ο Αρχιμάστορας Σόλνες» του Ερρίκου Ιψεν
Μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης
Σκηνοθεσία – δραματουργική επεξεργασία: Κωνσταντίνος Ασπιώτης
Σκηνικά – φωτισμοί: Ζωή Μολύβδα Φαμέλη
Κοστούμια: Ειρήνη Γεωργακίλα
Πρωτότυπη μουσική: Στάμος Σέμσης
Παίζουν: Θόδωρος Γράμψας, Κάτια Δανδουλάκη, Δημήτρης Δεγαΐτης, Θράσος Σταθόπουλος, Ανια Λεμπεντένκο, Ισιδώρα Δωροπούλου
Εως τις 10 Μαΐου.
Πεσμαζόγλου 5, Αθήνα, τηλ. 210-32.28.706, 210-32.22.760.
Η διαφορά ήταν ότι ο Ιψεν αφοσιώθηκε στην «εξερεύνηση του εσωτερικού κόσμου» των δραματικών προσώπων του. Κι έτσι επήλθε μια μείζων εξέλιξη, που ανανέωσε τη θεατρική γραφή, δρομολογώντας την προς το σήμερα.
Πιο συγκεκριμένα, ως «εξερευνητής», ο Ερρίκος Ιψεν υπήρξε επίμονος εμπρηστής ευαισθησιών.
Εξαιτίας των εμπρησμών του, τα έργα του περιλαμβάνουν συγκρουσιακές περιστάσεις ανελέητες για τα εμπλεκόμενα πρόσωπα. Στα «αγνά συστατικά» αυτών των περιστάσεων περιλαμβάνονται: μια οιστρηλατούσα υστερία (μοσχαναθρεμμένη με κολλήματα μικροκοινωνίας), η προθυμία για ανακύκλωση του εκάστοτε προτιμώμενου ψέματος, οι παραφουσκωμένες προσδοκίες και μια γενικευμένη δυσθυμία. Αν τα συνοψίζαμε αυτά ως «εγκατεστημένη λύπη» στους ήρωές του, αυτή είναι σήμερα αισθητή στους θεατές προτού ξεκινήσει το έργο. Γιατί όλοι τους, «αγνοί», «αδιάφοροι» και «διαβασμένοι», προσέρχονται στο θέατρο –120 χρόνια μετά τον θάνατο του Ιψεν– με μια κάποια γνώση αυτής της λύπης, η οποία, ακόμη κι αν παραμένει ως μη εγνωσμένη, επενεργεί.
Ως εκ τούτου, τα δευτερεύοντα γνωρίσματα αυτής της λύπης διεκδικούν πλέον υψηλότερη θέση κατάταξης. Θέλουν να εντυπωθούν. Να λάμψουν αυτά. Προφανώς, αυτό το γνωρίζουν καλύτερα οι εμπλεκόμενοι στην κατασκευή μιας παράστασης, με πρώτον τον σκηνοθέτη.
Ο Ιψεν έγραψε τον «Αρχιμάστορα Σόλνες» το 1892. Ηταν 64 ετών και στην ώριμη φάση της δραματουργίας του. Επιπλέον, αναγνώριζε το έργο ως αυτοβιογραφική αλληγορία. Κι επειδή είχε αδυναμία στις νεαρότερες γυναίκες, οι μελετητές διαγκωνίζονται με εικασίες για το ποια από τις τότε φιλενάδες του τον ενέπνευσε για τον χαρακτήρα της Χίλντα.
Μια ζωή μες στο πένθος
Στο έργο, ο σπουδαίος αρχιμάστορας Χάλβαρντ Σόλνες είναι παντρεμένος με την Αλίνα. Εχουν χάσει τα παιδιά τους. Τον γάμο τους συγκρατεί κυρίως το πένθος. Η γραμματέας του, Κάγια, είναι ερωτευμένη μαζί του, ωστόσο είναι και μνηστή του υπαλλήλου του Ράγκναρ, που αποζητάει από τον Σόλνες αναγνώριση του αρχιτεκτονικού του ταλέντου. Η Αλίνα ζηλεύει την Κάγια. Αλλά όλα αυτά χάνουν το νόημά τους με την άφιξη της Χίλντα. Η οποία αποδεικνύεται ότι είναι η αυθεντική «μοιραία ενζενί» (βλ. ingénue fatale). Σε αυτό το πλαίσιο, ο γιατρός Χέρντα προσφέρει αποκλειστικά μη ιατρικές συνετές συμβουλές.
Το ζεύγος Σόλνες πάσχει μεγαλοπρεπώς. Σαν να διαθέτουν ενσωματωμένη μηχανή θρήνου, που λειτουργεί στο ρελαντί, αθόρυβα και εξαντλώντας ως καύσιμο έναν συναισθηματικό δεσμό τους, που ίσως κάποτε υπήρξε. Τα αδιέξοδα της προχωρημένης ηλικίας τους, η επίδειξη ψεύτικης αφοσίωσης του ενός στον άλλο και η υπεξαίρεση από τον Σόλνες των επιλογών της Αλίνα να αποφασίζει εκείνη για τον εαυτό της κάνουν ακόμη πιο τεταμένη τη μεταξύ τους συνθήκη.
Τα υπόλοιπα πρόσωπα –με εξαίρεση τη Χίλντα– έχουν μια καλή σχέση με την έννοια αναμονή: περιμένουν ν’ αλλάξουν τα πράγματα από μόνα τους, χωρίς εκείνα να κάνουν κάτι.
Αντιθέτως, ο Σόλνες δεν περιμένει. Παίρνει και αυτό που δεν του ανήκει. Είναι ακριβολόγος, ευθύς και ειλικρινής· αλλά και εγωτικός, αριβίστας, διπρόσωπος, κυνικός και χειριστικός. Περιστασιακά τον καταλαμβάνουν μεγαλομανιακές μεταφυσικές ανησυχίες. Εκμεταλλεύεται τον έρωτα της γραμματέως του, που προκαλεί ζήλια στην Αλίνα, γιατί έτσι επωφελείται από ένα είδος εξαγνιστικού αυτοβασανισμού, «επειδή η σύζυγός του τον αδικεί».
Η Αλίνα καταλαμβάνει στο μέγιστο τον χώρο που της αναλογεί. Αλλά χάνει τα κεκτημένα εδάφη επειδή τα «καρφιά» της προς τον Χάλβαρντ οδηγούν σε παρωδία και το κοινό –δικαίως– γελάει.
Η Αλίνα πάλι ανήκει στην κατηγορία γυναικών στον Ιψεν που έχουν διολισθήσει στη θέση ενός αξιαγάπητου κατοικιδίου, που κατέληξε πιο βαρετό απ’ ό,τι ενοχλητικό. Είναι μισοκατεστραμμένη κι ευέξαπτη ζηλιάρα, αλλά πανέτοιμη για αυτο-τόνωση, υψώνοντας το τιμημένο λάβαρο του «καθήκοντος».
Ολα τα παραπάνω ο θεατής μπορεί να τα διακρίνει στην παράσταση στο Θέατρο Τέχνης, οπότε γιατί να γκρινιάξει;
Θα διακρίνει όμως και κάποια «μπόνους» που χαρίζουν οι σκηνοθετικές επιλογές.
Με πρώτο από αυτά το «νείκος» – την ενδοσυζυγική όρεξη για φιλονικία, που αποδίδεται με «μπηχτές», κυρίως από την Αλίνα προς τον Χάλβαρντ.
Τι πιο φυσικό να υπάρχει τέτοια δυναμική στο ζευγάρι, θα αντέτεινε κάποιος. Και είναι πράγματι φυσικό. Δεν είναι όμως αυτονόητο ότι θα εξωτερικεύεται.
Ο Ιψεν «κληροδότησε» στην Αλίνα μια καταθλιψάρα, που, αν υπήρχε κάποιο φυσικό κρησφύγετό της στο σώμα, αυτό θα ήταν τα κόκαλα. Κι ως εκ τούτου, θα αναδυόταν στις εκφράσεις μιας ηθοποιού σαν αρθριτικός πόνος χωρίς σταματημό. Είναι κάτι που η Κάτια Δανδουλάκη το παίζει άψογα. Θα άξιζε να δει κάποιος την παράσταση και μόνο γι’ αυτό και παρότι η ηθοποιός δεν εγκαταλείπει κάποιες μικρές αγαπημένες της συνήθειες (όπως π.χ. το να ακουμπά απαλά με το χέρι της το μέτωπό της, κρατώντας τον δείκτη και τον αντίχειρα κάπως ανασηκωμένους και εκτός επαφής, ώστε να αποδώσει τη σωματοποίηση του ψυχικού πόνου και ως ημικρανία). Η Αλίνα σε αυτήν την παράσταση καταλαμβάνει διευρυμένο στο μέγιστο τον χώρο που της αναλογεί. Αλλά χάνει τα κεκτημένα εδάφη της επειδή οι «μπηχτές» της προς τον Χάλβαρντ οδηγούν σε παρωδία και το κοινό –δικαίως– γελάει.
Για την εξέλιξη αυτή, ας υπογραμμιστεί ότι δεν φταίει ούτε η κ. Δανδουλάκη ούτε ο θεατής.
Κατά τα άλλα, ο Θόδωρος Γράμψας, ως Σόλνες, πετυχαίνει άψογα τη γεφύρωση μιας σκανδιναβικής «κλειστότητας», με την έπαρση των αποφοίτων του Μετσόβιου Πολυτεχνείου. Οι στιγμές όπου ο Σόλνες ερμηνεύει στους άλλους τις εσωτερικές φουρτούνες που τους ταλανίζουν είναι οι καλύτερές του. Οι χειρότερες είναι όταν εκδηλώνει μια άνεση «αντροπαρέας» με τον γιατρό Χέρντα και δείχνει σαν εργολάβος του ΥΠΕΝ (δ.β. ΥΠΕΧΩΔΕ).
Αποδιοπομπαίος τράγος
Διατίθεται βέβαια και αποδιοπομπαίος τράγος, στον οποίο μπορούν να φορτωθούν οι χειρότερες δυσλειτουργίες της παράστασης: η Χίλντα. Είναι το νεότερο σε ηλικία από τα δραματικά πρόσωπα του έργου, αλλά και το πιο γηρασμένο. Δεν υπάρχουν πια τέτοιες 24χρονες ιδεαλίστριες. Κι έτσι, η ανάγκη μιας «επικαιροποίησής της» κάνει τη Χίλντα της παράστασης να δείχνει σαν οικιακή influencer (βλ. επηρεάστρια) με πτυχίο life coach (βλ. προπονήτριας ζωής). Αυτό, ακόμη κι αν παίζει καλά η Ισιδώρα Δωροπούλου, είναι κάτι που δεν διορθώνεται, ούτε καθοδηγεί σωστά προς την έκβαση του έργου.

