Εντονη και οξεία κριτική προκάλεσε η κρίση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ότι δεν συντρέχει λόγος επανεξετάσεως της υποθέσεως των λεγόμενων υποκλοπών, διότι εκ της δικογραφίας με την οποία 4 κατηγορούμενοι εκρίθησαν ένοχοι πρωτοδίκως και επεβλήθησαν ποινές δεν προέκυψαν νεότερα στοιχεία τα οποία δεν είχαν εξεταστεί από τον αρμόδιο εισαγγελέα και προηγουμένως και επομένως, δεν συντρέχει λόγος ανάσυρσεως της δικογραφίας αυτής από το αρχείο.
Και αυτό που ισχυρίστηκαν οι επικριτές ούτε λίγο ούτε πολύ είναι ότι η κυβέρνηση παρενέβη στον εισαγγελέα και αυτός της έκανε το χατίρι έτσι ώστε να μη γίνει περαιτέρω έρευνα για το θέμα αυτό!
Βεβαίως, αυτοί που τοποθετούνται έτσι δεν μας λένε ούτε ποιος από την κυβέρνηση παρενέβη, ούτε πότε παρενέβη, ούτε με ποιον τρόπο. Γιατί το λένε τότε; Ετσι αναπόδεικτα και αβασάνιστα; Γιατί το υποθέτουν. Και γιατί το υποθέτουν; Γιατί θεωρούν ότι η απόφανση του κ. Εισαγγελέως είναι εσφαλμένη.
Γιατί όμως είναι εσφαλμένη; Γιατί την αξιολογούν ως τέτοια;
Νεότερα στοιχεία – Οταν μια ποινική δικογραφία αρχειοθετείται, επανεξετάζεται και ενεργούνται εκ νέου ανακριτικές πράξεις μόνο αν υπάρχουν νεότερα στοιχεία. Δεν υπάρχει δικονομικό στάδιο επαναξιολογήσεως των ίδιων στοιχείων.
Τι είπε ο κ. Εισαγγελεύς; Δεν υπάρχουν νεότερα στοιχεία που να δικαιολογούν την εκ νέου εξέταση της δικογραφίας!
Δύο θέματα στην κρίση αυτή: Είναι σωστό αν δεν υπάρχουν νεότερα στοιχεία να μην επανεξετάζεται μια δικογραφία που έχει τεθεί στο αρχείο; Ο κ. Εισαγγελεύς κρίνοντας έτσι λέει κάτι νομικώς ορθόν ή σφάλλει;
Απάντηση: Λέει κάτι νομικώς ορθόν. Οταν μια ποινική δικογραφία αρχειοθετείται, επανεξετάζεται και ενεργούνται εκ νέου ανακριτικές πράξεις μόνο αν υπάρχουν νεότερα στοιχεία. Δεν υπάρχει, πράγματι, δικονομικό στάδιο επαναξιολογήσεως των ίδιων στοιχείων. Αρα ως προς αυτό ο κ. Εισαγγελεύς κρίνει ορθώς.
Μήπως όμως υπήρχαν νέα στοιχεία; Δεν γνωρίζω τη δικογραφία εις βάθος για να ξέρω ποια ήταν τα στοιχεία που περιείχε όταν κρίθηκε ότι έπρεπε να αρχειοθετηθεί και ποια στοιχεία περιείχε η δικογραφία που διαβιβάσθηκε μετά την απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου. Αρα στο σημείο αυτό δεν έχω πολλά να πω, παρά να δεχθώ την ουσιαστική κρίση του κ. Εισαγγελέως, που μόνος αυτός είχε εικόνα όλου του σχετικού υλικού.
Από τις οργίλες ανακοινώσεις που διαβάζω, όμως, καταλαβαίνω ότι αυτό που οι επικριτές της εισαγγελικής κρίσεως θεωρούν νεότερο στοιχείο είναι το απόσπασμα συνεντεύξεως του κ. Ταλ Ντίλιαν, ενός εκ των πρωτοδίκως καταδικασθέντων, που ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος και η εταιρεία του δεν διενεργούσαν παρακολουθήσεις και ότι συναλλασσόταν μόνο με κρατικούς φορείς.
Πάλι επ’ αυτού μια παρατήρηση: Ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος μπορούσε να προβάλει τους ισχυρισμούς του τόσο στο στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεως ή προανακρίσεως όσο και κατά τη διαδικασία της κύριας δίκης και να προσκομίσει και αποδεικτικά μέσα προς απόδειξίν τους.
Προφανώς δεν το έπραξε. Αν το είχε πράξει, το γεγονός θα είχε απασχολήσει εκτενώς τα μέσα ενημέρωσης και τα κόμματα σε μια υπόθεση με τόσο μεγάλο δημόσιο ενδιαφέρον.
Ισχυρισμοί μετά τη δίκη – Κάποιος που μπορεί να εισφέρει στη δίκη του κρίσιμα για την υπεράσπισή του στοιχεία δεν το πράττει, κάτι λέει όμως σε μια συνέντευξη και αυτό δικαιολογεί την εκ νέου εξέταση της υποθέσεως; Προφανώς και όχι!
Αντιθέτως, μετά την πρωτόδικη καταδίκη του, και ενώ δεν έχει πει κάτι σχετικό στα αρμόδια δικαστικά όργανα, λέει κάτι σε κάποιο μέσο ενημέρωσης. Και αυτό θα πρέπει να θεωρηθεί νεότερο στοιχείο που δικαιολογεί την εκ νέου εξέταση της υποθέσεως, κατά την αντιπολίτευση.
Προφανώς ο κ. Εισαγγελεύς και σε αυτό το σημείο έχει δίκιο: Κάποιος που μπορεί να εισφέρει στη δίκη του κρίσιμα αποδεικτικά για την υπεράσπισή του στοιχεία δεν το πράττει, κάτι λέει όμως σε μια συνέντευξη και αυτό δικαιολογεί την εκ νέου εξέταση της υποθέσεως; Προφανώς και όχι!
Και κλείνω λέγοντας το εξής: Κατά την κρίση μου και όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω στοιχεία για την υπόθεση αυτή, ο κ. Εισαγγελεύς ορθώς έκρινε. Ομως, θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί και κάτι διαφορετικό, να θεωρεί εσφαλμένη την κρίση του δικαστικού λειτουργού. Υπάρχουν αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις στον νομικό κόσμο. Δεν είναι κάτι συγκλονιστικό ή σπάνιο! Αρκεί να επιχειρηματολογεί νομικά, όχι πολιτικά.
Δεν έσφαλε ο κ. Εισαγγελεύς, γιατί δεν εξυπηρετεί το σχέδιο του ΠΑΣΟΚ και τις πολιτικές στοχεύσεις της αντιπολίτευσης. Δεν έσφαλε, γιατί δεν επέτρεψε να αποκαλυφθεί η κάποια αλήθεια που κάποιοι έχουν προαποφασίσει ποια είναι. Δεν έσφαλε, γιατί δεν επέτρεψε να ερευνηθούν οι κατηγορίες περί κατασκοπείας αν έκρινε ότι δεν υπάρχει κάτι νεότερο να ερευνηθεί. Δεν έσφαλε, γιατί δεν εξυπηρέτησε τις ήδη ειλημμένες αποφάσεις της αντιπολίτευσης.
Γιατί αυτά λένε! Γι’ αυτό και δεν ασκούν νομική κριτική στην απόφαση του κ. Εισαγγελέως, όπως θα είχαν δικαίωμα! Ασκούν πολιτική κριτική, όπως δεν έχουν δικαίωμα! Και ακόμη χειρότερα, αμφισβητούν την ακεραιότητα της δικαστικής κρίσης, θεωρώντας ότι είναι προϊόν πιέσεων και πολιτικής συναλλαγής. Και αυτό είναι πράγματι άθλιο, τοξικό και υπονομευτικό για το κράτος δικαίου, για το οποίο δήθεν κόπτονται!
*Ο κ. Μάκης Βορίδης είναι βουλευτής Ανατολικής Αττικής της Νέας Δημοκρατίας.

