Από τα υποθαλάσσια καλώδια υψηλής τάσης μέχρι τους αγωγούς χάλυβα για αέριο, υδρογόνο και CO2, η ενεργειακή μετάβαση είναι ένα έργο «μηχανικής και βιομηχανίας» (engineering & manufacturing). Η νομοθετική πρόταση για τον βιομηχανικό επιταχυντή (Industrial Accelerator Act, IAA) φιλοδοξεί να δημιουργήσει ζήτηση για συγκεκριμένες κατηγορίες προϊόντων «Made in Europe», αλλά θα πετύχει μόνο αν συνδυαστεί με μια λειτουργική και διασυνδεδεμένη εσωτερική αγορά. Είναι φανερό πως η Ευρώπη δεν διαθέτει ακόμη ένα πλήρως διασυνδεδεμένο ηλεκτρικό σύστημα. Υπάρχουν φθηνότερες ανανεώσιμες πηγές (ο ήλιος στον Νότο, τα υπεράκτια αιολικά στον Βορρά) αλλά η ενέργεια που παράγουν δεν φτάνει πάντα εκεί όπου βρίσκεται η ζήτηση. Το αποτέλεσμα είναι ένα δομικά υψηλότερο κόστος ενέργειας για τη μεταποίηση και κατακερματισμένες αγορές με μεγάλες αποκλίσεις τιμών.
Ταυτόχρονα, η έλλειψη διασυνδεσιμότητας προκαλεί και προβλήματα ενεργειακής ασφάλειας. Οι Ισπανοί καταναλωτές το έζησαν από πρώτο χέρι πέρυσι τέτοιον καιρό. Οταν δεν υπάρχουν επαρκείς διασυνδέσεις, είτε διασυνοριακές είτε και στο εσωτερικό των κρατών-μελών, ελλείψεις ή πλεονάσματα ηλεκτρικής παραγωγής μπορεί να προκαλέσουν μεγάλες διακοπές ηλεκτροδότησης με τα γνωστά επακόλουθα. To ευρωπαϊκό πακέτο για τα δίκτυα (ΕU Grid Package), που υιοθετήθηκε τον Δεκέμβριο του 2025, φιλοδοξεί να αντιμετωπίσει τις δομικές αδυναμίες των ενεργειακών δικτύων που επιβαρύνουν το κόστος ενέργειας, καθυστερούν την πράσινη μετάβαση και υπονομεύουν την ενεργειακή ασφάλεια της Ευρώπης. Η ευρωπαϊκή βιομηχανία υπόγειων και υποθαλάσσιων καλωδίων έχει την τεχνογνωσία, την παραγωγική ικανότητα και τον επενδυτικό σχεδιασμό για να ανταποκριθεί στην απαίτηση των καιρών για ένα σύγχρονο, πλήρως διασυνδεδεμένο ευρωπαϊκό δίκτυο. Υπό μια βασική προϋπόθεση: προστασία από τον αθέμιτο ανταγωνισμό τρίτων χωρών, που επιδοτούν ευθέως ή πλαγίως τις επιχειρήσεις τους και υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών εταιρειών. Το έργο το έχουμε δει και δεν επιτρέπεται να το ξαναζήσουμε: η ευρωπαϊκή βιομηχανία φωτοβολταϊκών κυριολεκτικά διαλύθηκε τα προηγούμενα χρόνια από το μαζικό dumping κινεζικών εταιρειών που «σκότωναν» τις τιμές.
Αλλά υπάρχει και κάτι άλλο: τα καλώδια μεταφοράς και διανομής ενέργειας δεν είναι απλώς ένα προϊόν. Είναι τεχνολογία καθοριστικής σημασίας για την ενεργειακή κυριαρχία και την ασφάλεια ενεργειακού εφοδιασμού της Ευρώπης. Υπό το πρίσμα και των πρόσφατων επιθέσεων σε υποδομές ζωτικής σημασίας, η Ε.Ε. και τα κράτη-μέλη πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι χρειαζόμαστε ασφαλή και ανθεκτικά υπόγεια και υποθαλάσσια καλώδια και για τον λόγο αυτό πρέπει να ενισχύσουν την ασφάλεια, να επιταχύνουν τις επενδύσεις και να αποφεύγουν την υψηλή εξάρτηση από προμηθευτές τρίτων χωρών. Σε αυτές τις τεχνολογίες, η τιμή δεν μπορεί να είναι το μόνο ή το βασικό κριτήριο. Υπάρχει τρόπος να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα: μέσω του βιομηχανικού επιταχυντή (IAA), της νομοθετικής πρότασης που κατατέθηκε στις αρχές Μαρτίου. Η λογική του είναι απλή: αν η Ευρώπη θέλει να στηρίξει τη δοκιμαζόμενη βιομηχανία έντασης ενέργειας και παράλληλα να επιταχύνει την ανάπτυξη καθαρών τεχνολογιών, πρέπει να εξασφαλίσει ότι σημαντικό μέρος της προστιθέμενης αξίας θα παράγεται εντός Ε.Ε. ή με standards Ε.Ε. Ωστόσο κανένας από τους στόχους αυτούς δεν μπορεί να υλοποιηθεί χωρίς σύγχρονα, επαρκή και πλήρως διασυνδεδεμένα δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας και γι’ αυτό είναι επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθούν τα καλώδια μεταφοράς και διανομής ηλεκτρισμού στο πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού.
Η ενεργειακή ασφάλεια όμως δεν αφορά μόνο το ρεύμα. Αφορά και τις υποδομές για πιο «παραδοσιακά καύσιμα»: αγωγούς φυσικού αερίου για μια μεταβατική περίοδο τουλάχιστον 25 ετών, δίκτυα για δέσμευση διοξειδίου του άνθρακα από βιομηχανικές περιοχές και αποθήκευσή του σε ειδικούς χώρους και ένα μεγάλο δίκτυο έτοιμο για το υδρογόνο, που θα έρθει σε περίπου 10 χρόνια. Σε περιόδους κρίσης ή αιχμής ζήτησης, κερδίζει όποιος ναι μεν διαθέτει μια καλή εγχώρια παραγωγική βάση, αλλά και εναλλακτικές διαδρομές προμήθειας και πώλησης ενέργειας. Με τον τρόπο αυτό (πρόσθετες διαδρομές, τερματικοί σταθμοί, διάδρομοι μεταφοράς), οι ευρωπαϊκές χώρες θα εξασφαλίσουν την περιβόητη «πλεοναστικότητα» (redundancy) που απαιτείται.
Το παράδειγμα της συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας δείχνει πώς η συμπληρωματικότητα μπορεί να γίνει «μοντέλο».
Και βέβαια, δεν πρέπει να ξεχνάμε τους ανθρώπους και τις δεξιότητές τους: χωρίς τεχνικούς, μηχανικούς, σύγχρονες παραγωγικές ειδικότητες, δεν υπάρχει βιομηχανία – όσο «σωστοί» κι αν είναι οι κανονισμοί. Η συνεχής επαγγελματική κατάρτιση, η σύνδεση έρευνας και αγοράς και η κινητικότητα προσωπικού εντός Ε.Ε. είναι προϋπόθεση για να υλοποιηθούν οι επενδύσεις σε δίκτυα και υποδομές.
Σε όλα τα παραπάνω, η διακρατική συνεργασία είναι ένα πρώτο βήμα που μπορεί να αποδώσει άμεσα αποτελέσματα. Η «ευρωπαϊκή προτίμηση» του ΙΑΑ δεν μπορεί να λειτουργήσει χωρίς συνεργασία. Αν κάθε κράτος-μέλος τρέχει με διαφορετικό ρυθμό και διαφορετικούς κανόνες, η ενιαία αγορά κατακερματίζεται και η βιομηχανία δεν μπορεί να σχεδιάσει. Το παράδειγμα της συνεργασίας Ελλάδας – Γαλλίας δείχνει πώς η συμπληρωματικότητα μπορεί να γίνει «μοντέλο»: η Γαλλία έχει υψηλή ικανότητα συστημικού σχεδιασμού και υλοποίησης έργων μεγάλης κλίμακας, η δε Ελλάδα διαθέτει γεωγραφική εγγύτητα σε ενεργειακούς διαδρόμους αλλά και ουσιαστική παραγωγική δυναμικότητα στους κλάδους καλωδίων και σωλήνων, και μπορεί σίγουρα να παίξει ρόλο-γέφυρα στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Σε ό,τι αφορά την Ευρώπη, για να «κρατήσει» το μεγαλύτερο κομμάτι της αξίας από το επενδυτικό κύμα υποδομών, χρειάζεται ένα λειτουργικό πλαίσιο σε τέσσερις άξονες: αποδεκτό βάθος χρόνου για τα έργα, κανόνες αλλά και ταχύτητα στην ανάθεσή τους, βιομηχανική κλίμακα στα απαραίτητα συστατικά τους και ανθρώπους με τις κατάλληλες δεξιότητες.
*Ο κ. Αλέξανδρος Μπένος είναι Οικονομικός Διευθυντής της Cenergy Holdings.

