Τι κοινό είχε η πριγκίπισσα Νταϊάνα με την Μπγιορκ; Η Κέιτ Μος με τη Σούζι από τους Siouxsie & The Banshees; Η παρουσιάστρια Πόλα Γέιτς με τον Ιαν Αστμπουρι των Cult; Η Tέιλορ Σουίφτ με την Κλόντια Σίφερ; Η Ριάνα με την Ντέμπι Χάρι των Blondie; Η Lady Gaga με την Κάιλι Μινόγκ; Η Ναόμι Κάμπελ και η Γκρέις Τζόουνς; Κάποια στιγμή φόρεσαν ένα ρούχο που είχε σχεδιάσει η Παμ Χογκ.
Η Πάμελα Ελίζαμπεθ Χογκ γεννήθηκε το 1951 (αν και επισήμως η ίδια αρνείτο να αποκαλύψει την ηλικία της) λίγο έξω από τη Γλασκώβη, σε ένα φτωχικό σπίτι: «Δεν είχαμε καθόλου έργα τέχνης στους τοίχους, είχαμε ελάχιστα βιβλία, αλλά το ραδιόφωνο ήταν διαρκώς ανοιχτό και κάθε βράδυ ο πατέρας μου μού έλεγε τις πιο συναρπαστικές ιστορίες. Σε γιορτές και γενέθλια, επειδή δεν είχαμε πολλά λεφτά, καθόταν μόνος του και μου έφτιαχνε δώρα χρησιμοποιώντας ό,τι μεταχειρισμένα υλικά έβρισκε πεταμένα. Οταν μου έδινε τις κούκλες μου μού έλεγε “να ξέρεις ότι αυτό το δώρο είναι μοναδικό – δεν το έχει κανένας άλλος στον κόσμο”. Με βοήθησε πολύ να καταλάβω ότι αφενός δεν πρέπει να πετάς ποτέ τίποτα, γιατί όλα είναι χρήσιμα, αφετέρου ότι πάντοτε αξία θα έχει το ιδιαίτερο και όχι το μαζικά κοινότοπο».
Παθιασμένη με τη μουσική, η νεαρή φοιτήτρια Καλών Τεχνών σχεδίαζε ρούχα με μοναδικό στόχο, αρχικά, να εξασφαλίσει είσοδο στα πιο μοδάτα κλαμπ του Λονδίνου, το Blitz και το Wag. To 1981 είδε για πρώτη φορά έργα της στην πασαρέλα και από τότε δεν έκανε τίποτε άλλο παρά μόνο να σχεδιάζει, ποτέ, εντούτοις, σε κλίμακα μαζικής παραγωγής, να πηγαίνει σε πάρτι, να πίνει σαμπάνια, βότκα και κοκτέιλ Μαργαρίτα, να ακούει και, ενίοτε, να παίζει μουσική, με σχήματα όπως οι Garden of Eden και οι HoggDoll, ανοίγοντας συναυλίες ονομάτων όπως οι Ιρλανδοί Pogues και το φεμινιστικό σχήμα των Raincoats, ενώ πρόλαβε να συνεργαστεί και με τον βιολονίστα του Νικ Κέιβ, Γουόρεν Ελις. Δίπλα της, η Βίβιεν Γουέστγουντ έμοιαζε απόφοιτη καθολικού οικοτροφείου.
Απόλυτα αυτοδίδακτη, μνημόνευε το χάος, την αταξία, τη δυσαρμονία και την αντικανονικότητα ως την πηγή έμπνευσής της. Δούλευε με ανορθόδοξες μεθόδους, σπανίως προσλάμβανε βοηθούς και θεωρούσε τον εαυτό της την απόλυτη αντίθεση της υψηλής ραπτικής.
To 1989, έχοντας ήδη την εμπειρία του υπαίθριου πάγκου στην αγορά Hyper Hyper του Κένσινγκτον, άνοιξε την πρώτη της μπουτίκ στο Λονδίνο, αλλά δυσκολευόταν πολύ να φέρει εις πέρας όλες τις διαχειριστικές πτυχές της δουλειάς και η φήμη της δεν μετουσιώθηκε ποτέ σε σημαντικά οικονομικά έσοδα. Το 2014, ενώ είχε αποφασίσει να κάνει ένα διάλειμμα λόγω κόπωσης, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από εκπρόσωπο της Διεθνούς Αμνηστίας: «Θα σχεδιάσετε κάτι για να τιμήσουμε τις Pussy Riot στην Εβδομάδα Μόδας;».
Δεν το σκέφτηκε πάνω από δύο δευτερόλεπτα – το ρωσικό συγκρότημα των Pussy Riot ενσάρκωνε όλα όσα τη συγκινούσαν: έπαιζαν πανκ ροκ, φορούσαν πολύχρωμα κοστούμια, έκρυβαν τα πρόσωπά τους με μάσκες του σκι, χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα χωρίς να είναι ποτέ ξεκάθαρο πόσες ή ποιες ήταν στην πραγματικότητα. Και, το κυριότερο, εξόργιζαν με την ακτιβιστική δράση και τους εμπρηστικούς στίχους τους τον συντηρητισμό του Βλαντιμίρ Πούτιν.
Μέσα σε πολύ σύντομο διάστημα, η Χογκ ολοκλήρωσε την κολεξιόν που αφιέρωσε στις Pussy Riot με το όνομα CouRage, κάνοντας λογοπαίγνιο με τις αγγλικές λέξεις «θάρρος» και «οργή».
Σε μια άλλη επίδειξη συνειδητοποίησε κυριολεκτικά τελευταία στιγμή ότι δεν είχε παραχθεί το σύνολο με το οποίο θα έκλεινε την παρουσίασή της. Ζήτησε από το μοντέλο της να σταθεί γυμνή μπροστά της και, είκοσι λεπτά πριν η τελευταία περπατήσει στην πασαρέλα, άρχισε να κεντάει το ρούχο πάνω της. Οταν εκείνη βγήκε στον διάδρομο, κρέμονταν βελόνες και ψαλίδια από το ρούχο – «ήταν η σπουδαιότερη στιγμή μου!».
Για δεκαετίες, η βρετανική ποπ κουλτούρα θεωρούσε δεδομένη την παρουσία της Παμ Χογκ, που αποστρεφόταν οτιδήποτε «φυσιολογικό», αλλά κατάφερνε να μην καταντά γραφικά περιθωριακή. Η φιγούρα της είχε αποκτήσει μια διαχρονική υπόσταση και κανείς δεν μπορούσε να προσδιορίσει την ακριβή ηλικία της. Εμοιαζε σαν να είχε ξεφύγει από τα γυρίσματα του «Mad Max», σαν να ήταν συνοδός του Ντέιβιντ Μπόουι στα γκλαμ χρόνια της δεκαετίας του ’70, σαν να είχε περάσει ακρόαση για μόνιμο μέλος των Sigue Sigue Sputnik, σαν να προσπαθούσε να ρίξει ποπ χρώματα στη στολή της Catwoman: βαμμένα κίτρινα μαλλιά, έντονο κόκκινο κραγιόν, φτερωτό eyeliner, μεγάλα γυαλιά ηλίου, αγορίστικα τζάκετ, ολόσωμα κολάν… Ηταν παρούσα σε όλα τα πάρτι και οι πάντες την αποδέχονταν.
Ηταν, εντούτοις, σαφέστατα αντισυμβατική: διάβαζε Τζέιμς Ελρόι και Ιρβιν Γουέλς, Τσαρλς Μπουκόφσκι και Μπρετ Ιστον Ελις. Εβλεπε ταινίες τον αδερφών Κοέν και του Αλεχάντρο Γιοντορόφσκι. Δήλωνε ότι απεχθανόταν όσο τίποτε άλλο τις τράπεζες και τα… παπλώματα στα στρωμένα κρεβάτια. Ακουγε με μανία Bauhaus αλλά και Echo & The Bunnymen. Cramps αλλά και Chocolate Watch Band.
Οι κολεξιόν της είχαν θεματικές όπως «Θεές σε Πόλεμο», «Μαχητές του Γαλαξία», «Ψυχεδελική Ζούγκλα», «Πιο Καλοντυμένο Κοτόπουλο στην Πόλη», «Αποκάλυψη» κ.ο.κ.
Στις 26 Νοεμβρίου, η οικογένειά της ανακοίνωσε τον θάνατό της, χωρίς να δηλώνεται κάποια επίσημη αιτία. Οσοι ζούσαν κοντά της μαρτυρούν πως αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Θα μείνει στην ιστορία και για το γεγονός ότι ήταν η μοναδική επιτυχημένη σχεδιάστρια που, μέχρι τέλους, έκανε τα πάντα μόνη στο ατελιέ της, αλλά και για τις δηλώσεις της, που ήταν, εκουσίως, γεμάτες αντιφάσεις:
«Είμαι στο εξώφυλλο του περιοδικού Vogue – αλλά δεν έχω τα χρήματα να το αγοράσω».
«Φτιάχνω συλλογές για τις οποίες μιλούν όλοι – αλλά δεν τις διαθέτω στο εμπόριο».
«Κυνηγάω την τελειότητα, αλλά προτιμώ την ομορφιά της ατέλειας».
«Λένε ότι είμαι επαναστάτρια, αλλά γιατί να γκρεμίσω το όραμα κάποιου άλλου όταν έχω το δικό μου;».
«Θέλω να μη δίνω ποτέ το προφανές – γι’ αυτό παράγω τα καλύτερα έργα όταν δεν σκέφτομαι».
«Επειτα από κάθε επίδειξη νιώθω πλήρως εξαντλημένη και νομίζω ότι δεν μπορώ να ξαναδουλέψω. Την επόμενη κιόλας μέρα, όμως, ξεκινάω κάτι άλλο, μέχρι που τα δάχτυλά μου αιμορραγούν: απλώς δεν μπορώ να σταματήσω!».
«Δεν έχω τίποτα – αλλά έχω τα πάντα».

