Είναι πλέον επίσημο.
Η πιο κερδοφόρα επιχείρηση στην ελληνική επικράτεια αυτή τη στιγμή δεν είναι ούτε τα πολυτελή ξενοδοχεία στα νησιά, ούτε τα μοντέρνα εστιατόρια στο κέντρο της Αθήνας. Είναι η βιομηχανία κατασκευής και εμπορίας αλεξίπτωτων.
Γιατί; Διότι, για άλλη μια φορά στη μακραίωνη και δοξασμένη ιστορία τούτου του τόπου, ολόκληρο το πανελλήνιο βρέθηκε ξαφνικά να πέφτει από τα σύννεφα μαζικά και να σωριάζεται με πάταγο.
Η αφορμή για τη νέα αυτή μαζική, εντελώς υποκριτική ελεύθερη πτώση της κοινής γνώμης και των media (social και μη) ακούει στο ακρωνύμιο ΟΠΕΚΕΠΕ και στις νέες δικογραφίες που ήδη οδεύουν προς το Κοινοβούλιο. Διαβάζοντας κανείς τους πηχυαίους τίτλους των δελτίων, θα νόμιζε πως ανακαλύψαμε κάποια σκοτεινή, δυστοπική συνωμοσία που απειλεί τα θεμέλια, την ίδια την ύπαρξη του πολιτεύματος.
Τι πραγματικά κρύβεται όμως πίσω από τους πομπώδεις χαρακτηρισμούς και το όψιμο ενδιαφέρον;
Μια αποκάλυψη που πραγματικά παγώνει το αίμα: στην Ελλάδα γίνονται ρουσφέτια.
Απαράδεκτο και πρωτάκουστο, σωστά;
Ας αναλύσουμε το “έγκλημα” που συντάραξε το πολιτικό σκηνικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έρχονται στο φως, βουλευτές της περιφέρειας, επίδοξοι πολιτευτές και διάφοροι παρατρεχάμενοι φέρονται να σήκωναν το τηλέφωνο και να καλούσαν τους αρμόδιους του Οργανισμού προκειμένου να “σπρώξουν” τις αιτήσεις αγροτών και κτηνοτρόφων, ώστε να εκταμιευθούν οι πολυπόθητες επιδοτήσεις. Τουλάχιστον στην συντριπτική πλειονότητα τους και ξέχωρα από τις κατηγορίες για παράβαση καθήκοντος σε κακουργηματικό βαθμό που είναι κάτι εντελώς διαφορετικό και πολύ σημαντικό. Αν και ούτε σε αυτές υπάρχει ιδιαίτερη πρωτοτυπία. Όποιος διαφωνεί, ξεχνά ένα 13-0 υπέρ ενοχής κατηγορουμένου πολιτικού, μόλις πριν από 3 χρόνια (23 Φεβρουαρίου 2023 η απόφαση)
Ποιος θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί πως ο Έλληνας ψηφοφόρος, αντί να εμπιστευθεί στωικά την παροιμιώδη ταχύτητα και την αδιαμφισβήτητη αξιοκρατία της εγχώριας γραφειοκρατίας, θα κατέφευγε στο πολιτικό γραφείο του “βουλευτή του”;
Και ποιος θα περίμενε πως ο εκλεγμένος εκπρόσωπος του έθνους, αυτός ο φάρος της θεσμικής ακεραιότητας, θα λειτουργούσε ως ο απόλυτος μεσάζοντας, ανταλλάσσοντας την εξυπηρέτηση με τον πολυπόθητο σταυρό προτίμησης στην κάλπη;
Η αλήθεια είναι πως η αντιμετώπιση αυτής της υπόθεσης ως ενός κολοσσιαίου “σκανδάλου”, ξεπερνά τα όρια της φαρσοκωμωδίας. Αν το ρουσφέτι ποινικοποιηθεί αναδρομικά και καθολικά, δεν θα επαρκέσουν οι εγκαταστάσεις των φυλακών σε ολόκληρη τη χώρα, μιας και θα χρειαστεί να στεγάσουν τα τρία τέταρτα των εγγεγραμμένων στους εκλογικούς καταλόγους.
Η μικροεξυπηρέτηση δεν είναι η εξαίρεση στην ελληνική πολιτική ζωή. Είναι ο κανόνας, το οξυγόνο, ο ίδιος ο συνδετικός ιστός της κοινωνίας μας και η ψυχή του πελατειακού κράτους.
Από την εποχή των πελατειακών δικτύων του δέκατου ένατου αιώνα μέχρι το σημερινό ψηφιακό κράτος, όπου το παραδοσιακό τηλεφώνημα απλώς αντικαταστάθηκε από ένα μήνυμα στο κινητό, η συναλλαγή παραμένει πανομοιότυπη.
Σκεφτείτε την καθημερινή λειτουργία ενός τυπικού πολιτικού γραφείου στην επαρχία. Οι ουρές των πολιτών δεν σχηματίζονται για να συζητηθεί η γεωστρατηγική θέση της χώρας ούτε για να αναλυθούν τα νομοσχέδια που αφορούν τη μακροοικονομία. Ο ψηφοφόρος περνά το κατώφλι έχοντας παραμάσχαλα τον καημό του, το αίτημά του, την προσωπική του εκκρεμότητα, ενώ βρίσκεται αντιμέτωπος με το τέρας του Δημοσίου.
Αν ο βουλευτής τολμήσει να ψελλίσει κάτι περί σειράς προτεραιότητας ή ανεξαρτησίας των θεσμών, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί “άχρηστος” και να τιμωρηθεί παραδειγματικά στην επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ο πολιτικός, λοιπόν, γίνεται ο απαραίτητος λοστός που θα ξεμπλοκάρει τα σκουριασμένα γρανάζια της μηχανής, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα έναν πιστό και υποχρεωμένο πελάτη για τον ίδιο και το κόμμα.
Ειδικά στον ευαίσθητο χώρο του πρωτογενούς τομέα, το γαϊτανάκι των ενισχύσεων έχει θρέψει γενιές και γενιές πολιτικών τζακιών. Αμέτρητες οι ήδη γνωστές περιπτώσεις, και μάλιστα χωρίς ιδιαίτερη κομματική αφοσίωση. Θυμάμαι τουλάχιστον 3 περιπτώσεις πολιτικών που εκλέγονταν επί δεκαετίες με κόμμα της Αριστεράς και τα βλαστάρια τους εκλέγονται με την αντίθετη παράταξη ή το αντίθετο. Μόνοι τους έγιναν και οι μεν και οι δε βουλευτές; “Φούσκωσαν” οι κάλπες μόνες τους; Δεν τους ψήφισε κανείς;
Όταν οι διαδικασίες φαντάζουν στα μάτια του απλού κτηνοτρόφου πιο πολύπλοκες κι από την αποκρυπτογράφηση της Γραμμικής Β, η λύση είναι μονόδρομος. Ο “δικός μας άνθρωπος” μετατρέπεται σε ένα ιδιότυπο Κέντρο Εξυπηρέτησης. Θα ασκήσει πίεση, θα υπενθυμίσει υποχρεώσεις, θα εκλιπαρήσει αν χρειαστεί, προκειμένου να εγκριθεί ο φάκελος.
Δεν πρόκειται για κάποια σατανική μηχανορραφία που στήθηκε στα σκοτεινά υπόγεια της εξουσίας, αλλά για την απόλυτη, σχεδόν μπανάλ, εθνική μας κανονικότητα. Η διαμεσολάβηση για τα αυτονόητα είναι το άτυπο κοινωνικό συμβόλαιο που όλοι έχουν υπογράψει σιωπηρά και τηρούν ευλαβικά.
Το να διαρρηγνύουμε λοιπόν τα ιμάτιά μας μπροστά στις δικογραφίες για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, να ωρυόμαστε, να ζητάμε εκλογές λες και ανακαλύψαμε μόλις την πυρίτιδα, είναι ο ορισμός της σχιζοφρένειας και της θεσμικής υποκρισίας. Όλοι γνωρίζουν πώς παίζεται το παιχνίδι και όλοι έχουν συμμετάσχει σε αυτό, είτε ζητώντας μια χάρη είτε κλείνοντας το μάτι στην ευνοιοκρατία.
Η στοχοποίηση της συγκεκριμένης πρακτικής ως μια μεμονωμένη εκτροπή, αγνοώντας το σαθρό οικοδόμημα του πελατειακού κράτους που τη γέννησε, απλώς διαιωνίζει την κοροϊδία.
Ας αφήσουμε λοιπόν κατά μέρος τα δήθεν έκπληκτα επιφωνήματα και την προσποιητή αγανάκτηση. Αφού αρνούμαστε πεισματικά να αλλάξουμε νοοτροπία, ας επενδύσουμε τουλάχιστον μαζικά στη βιομηχανία… αλεξίπτωτων.
Γιατί, όπως φαίνεται, θα τα χρειαζόμαστε ξανά και ξανά.
Θα μοσχοπουλάνε κάθε φορά που θα πέφτουμε από τα ίδια, τόσο γνώριμα σύννεφα της ελληνικής πολιτικής σκηνής.
Προσωπικά θεωρώ πως υπάρχει βέβαια κι η λύση της ριζικής αλλαγής του συστήματος και της εφαρμογής ενός σύγχρονου νέου, απαρέγκλιτα. Αλλά ήμουν πάντα ένας ονειροπόλος πετά στα σύννεφα. Ευτυχώς δεν πέφτω ποτέ από αυτά και δεν χρειάζομαι αλεξίπτωτο!
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

