Στη μακρά και συστηματική παραγωγή κινηματογραφικών ταινιών της Φίνος Φιλμ στη δεκαετία του 1960, το φιλμ «Τζένη Τζένη» θα μπορούσε να ιδωθεί ως ακόμα μία χαριτωμένη και καλοφτιαγμένη αισθηματική κομεντί. Και προφανώς είναι, αφού τηρεί τις κινηματογραφικές προδιαγραφές της εποχής: σταρ στο απόγειο της δημοτικότητάς τους, ένα κοσμοπολίτικο νησιώτικο σκηνικό, όπως είναι οι Σπέτσες.
Ο έμπειρος σκηνοθέτης Ντίνος Δημόπουλος συνεργάζεται ξανά με τη φωτογενή Τζένη Καρέζη και ένα αξιόλογο καστ για να σκηνοθετήσει την ηθογραφία των Πρετεντέρη – Γιαλαμά με τις διακριτικές πολιτικές και κοινωνικές αποχρώσεις της. Πέρα από τις κωμικές και ρομαντικές σκηνές, στον πυρήνα του φιλμ υπάρχει ένας εύστοχος σχολιασμός των πολιτικών παθογενειών της Ελλάδας σε κρίσιμη χρονική συγκυρία. Περίπου ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία της ταινίας εγκαθιδρύεται η Χούντα των Συνταγματαρχών (1967-1973), η οποία προσανατολίζει τον εμπορικό κινηματογράφο σε συγκεκριμένα είδη (π.χ. πολεμικά φιλμ) για να υποστηρίξει ιδεολογικά την εξουσία της. Σε μια εποχή αυστηρών λογοκριτικών μηχανισμών, η πολιτική δύσκολα εντάσσεται στο εύπεπτο κινηματογραφικό θέαμα.
Ειδικότερα, στη δεκαετία του 1960 περιορίζεται κυρίως σε μια ελαφρά σάτιρα των πολιτικών κακοδαιμονιών (π.χ. πελατειακό σύστημα) ή σε αντεγκλήσεις ανάμεσα σε παρατάξεις. Στο «Τζένη Τζένη», η ρομαντική ατμόσφαιρα υποκρύπτει –ενδεχομένως και υπό ένα καθεστώς αυτολογοκρισίας– μια βαθύτερη αντίληψη για την επικαιρότητα. Πρόκειται όμως για μια ανάγνωση που απομακρύνεται από οποιαδήποτε έννοια της ρήξης και καταλήγει σε ένα πολιτικά συναινετικό «happy end».
Παράλληλα, ο χαρακτήρας της Τζένης, εντός των συμβάσεων του είδους, παρουσιάζει εκλάμψεις προοδευτικότητας: είναι φοιτήτρια, επιδιώκει περαιτέρω μόρφωση και απορρίπτει «όλα τα μικρά και μίζερα», όπως το ενδεχόμενο να γίνει «καθηγητριούλα», υποτιμώντας εν μέρει ένα επάγγελμα που συνέβαλε στη χειραφέτηση πολλών γυναικών, ιδίως από την επαρχία. Από την άλλη πλευρά, δεν θα πρέπει να μείνει ασχολίαστη η απόπειρα της πρωταγωνίστριας, της ηθοποιού Τζένης Καρέζη, να «σπάσει» την προηγούμενη τυποποίησή της και να περάσει την επόμενη δεκαετία στην πολιτική όχθη με στρατευμένες θεατρικές παραστάσεις, όπως το σπουδαίο «Μεγάλο μας τσίρκο» (1973) του Ιάκωβου Καμπανέλλη. Σε κάθε περίπτωση, και παρά τις αντιφάσεις του ή τις αντιθετικές αναγνώσεις του, το φιλμ παραμένει επίκαιρο ως προς τον διαχρονικό σχολιασμό της πολιτικής συμπεριφοράς, αλλά και της μαγείας του ανορθολογικού έρωτα.
*Η κ. Ορσαλία-Ελένη Κασσαβέτη είναι καθηγήτρια – σύμβουλος ΕΑΠ, επιμελήτρια τεκμηρίωσης στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

