Το νέο ενεργειακό σοκ επαναφέρει στο προσκήνιο το ερώτημα ποια είναι η κατάλληλη απάντηση της οικονομικής πολιτικής. Σε τέτοιες συγκυρίες, οι προτάσεις για οριζόντιες μειώσεις φόρων στα καύσιμα, είτε μέσω του ειδικού φόρου κατανάλωσης είτε μέσω του ΦΠΑ, αποκτούν εύλογη απήχηση, καθώς υπόσχονται άμεση ελάφρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, δεν είναι μόνο η ταχύτητα μιας παρέμβασης, αλλά και το κατά πόσον αυτή είναι κοινωνικά δίκαιη, οικονομικά αποτελεσματική και δημοσιονομικά ανθεκτική.
Το βασικό πρόβλημα των οριζόντιων μειώσεων φόρων είναι ότι η ελάφρυνση κατανέμεται με βάση το ύψος της κατανάλωσης και όχι με βάση το μέγεθος της ανάγκης. Ως αποτέλεσμα, τα υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία καταναλώνουν περισσότερα καύσιμα και περισσότερη ενέργεια συνολικά, αποκομίζουν και μεγαλύτερο όφελος σε απόλυτους όρους. Αντιθέτως, τα χαμηλότερα εισοδήματα, που πλήττονται αναλογικά περισσότερο από την άνοδο του ενεργειακού κόστους, δεν ωφελούνται στον ίδιο βαθμό. Ετσι, ένα μέτρο με υψηλό δημοσιονομικό κόστος δεν κατευθύνεται πρωτίστως εκεί όπου η ανάγκη είναι μεγαλύτερη.
Δεύτερον, η αποτελεσματικότητα των οριζόντιων μειώσεων φόρων είναι αβέβαιη, καθώς δεν διασφαλίζεται πλήρης μετακύλισή τους στις λιανικές τιμές. Ειδικά για την Ελλάδα, εμπειρική μελέτη καταγράφει έντονη ασυμμετρία στη μετακύλιση των έμμεσων φόρων στα καύσιμα: ενώ οι αυξήσεις φόρων εμφανίζουν μέση μετακύλιση της τάξης του 0,7, η μείωση κατά 20% του ειδικού φόρου κατανάλωσης στο diesel τον Οκτώβριο του 2012 μετακυλίστηκε μόνο κατά 0,14 κατά μέσον όρο. Συνεπώς, οι μειώσεις του ΕΦΚ ή του ΦΠΑ δεν μπορούν να θεωρούνται εκ των προτέρων αξιόπιστο εργαλείο συγκράτησης των τελικών τιμών.
Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία όταν το ενεργειακό σοκ προέρχεται από την πλευρά της προσφοράς. Σε τέτοιες περιόδους, οι υψηλές τιμές, όσο επιβαρυντικές και αν είναι, λειτουργούν και ως σήμα προσαρμογής. Ενθαρρύνουν την εξοικονόμηση ενέργειας, τη συγκράτηση της κατανάλωσης και τη στροφή προς αποδοτικότερες επιλογές. Εάν το κράτος αμβλύνει οριζόντια αυτό το σήμα μέσω φορολογικών μειώσεων, υπάρχει ο κίνδυνος να επιβραδυνθεί η αναγκαία προσαρμογή της ζήτησης. Σε μια περίοδο κατά την οποία η οικονομία καλείται να αντιμετωπίσει ένα πρωτοφανές σοκ προσφοράς, η πλήρης εξουδετέρωση του μηνύματος των τιμών δεν είναι η ενδεδειγμένη απάντηση.
Σε αυτό προστίθεται και η δημοσιονομική διάσταση. Παρά τη σημαντική βελτίωση των δημόσιων οικονομικών τα τελευταία χρόνια, η Ελλάδα εξακολουθεί να οφείλει να διαχειρίζεται με σύνεση τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο. Οι αγορές παρακολουθούν στενά τις χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος ή με δημοσιονομικές ευπάθειες, και έχουν ήδη στείλει προειδοποιητικές βολές με σημαντική αύξηση των επιτοκίων των κρατικών χρεογράφων. Οι πόροι του προϋπολογισμού δεν μπορούν να κατευθύνονται σε παρεμβάσεις χαμηλής στόχευσης και αβέβαιης αποτελεσματικότητας. Το ζητούμενο δεν είναι απλώς να δοθεί στήριξη, αλλά να δοθεί εκεί όπου έχει τη μεγαλύτερη κοινωνική και οικονομική απόδοση. Ο εθνικός δημοσιονομικός χώρος είναι πεπερασμένος: στοχευμένα μέτρα με εισοδηματικά κριτήρια επιτρέπουν στο κράτος να στηρίξει τα νοικοκυριά που αδυνατούν πράγματι να απορροφήσουν το ενεργειακό σοκ. Παράλληλα περιορίζουν το συνολικό δημοσιονομικό κόστος και διατηρούν, σε μεγαλύτερο βαθμό, το σήμα των τιμών που συμβάλλει στην ορθολογική προσαρμογή της κατανάλωσης. Το μάθημα από την προηγούμενη ενεργειακή κρίση είναι ότι πολλές χώρες της Ε.Ε. θα μπορούσαν να είχαν απορροφήσει πλήρως την αύξηση του ενεργειακού κόστους για τα νοικοκυριά που ανήκουν στο κατώτερο 40% της εισοδηματικής κατανομής, με δημοσιονομικό κόστος χαμηλότερο κατά 0,8% του ΑΕΠ σε σύγκριση με το κόστος των μέτρων που τελικά εφαρμόστηκαν.
*Ο κ. Γιάννης Τσουκαλάς είναι επικεφαλής του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή και καθηγητής Οικονομικών στο Adam Smith Business School, Πανεπιστήμιο της Γλασκώβης.

