Η βασική υπόσχεση της τεχνητής νοημοσύνης (Τ.Ν.) είναι τεράστια υπολογιστική ισχύς που επιτρέπει την υπερταχεία ανάλυση και σύνθεση πληροφοριών. Προς το παρόν, οι επαγγελλόμενες δυνατότητες του νέου τεχνήματος, οι γιγαντιαίες επενδύσεις (πάνω από 350 δισ. δολάρια το 2025 και πάνω από 4 τρισ. δολάρια στην επόμενη πενταετία) και οι αστρικές αποτιμήσεις των εταιρειών Τ.Ν. εντυπωσιάζουν. Βέβαια, αρκετοί σχολιαστές διερωτώνται μήπως η φρενίτιδα άντλησης κεφαλαίων οδηγήσει σε χρηματιστηριακή φούσκα, άλλοι θέτουν φιλοσοφικά ερωτήματα για τον ρόλο και την αυτονόμηση της Τ.Ν., λίγους όμως απασχολεί το πώς θα ενταχθεί στη λειτουργία της οικονομίας.
Σε γενικές γραμμές, πέντε είναι οι πιθανές χρήσεις της Τ.Ν. Βελτίωση αποδοτικότητας με αυτοματοποίηση πολύπλοκων διαδικασιών, υποκατάσταση της ανθρώπινης εργασίας, αύξηση της αποτελεσματικότητας μεγάλων τεχνικών συστημάτων (π.χ. κτίρια, εργοστάσια, δίκτυα ηλεκτρικής ενέργειας, πλοία ή αεροσκάφη), υποστήριξη στην καθημερινή ζωή και, τέλος, αξιοποίηση δεδομένων ανθρώπινης συμπεριφοράς.
Συνεχώς αναπτύσσονται εφαρμογές T.N. που αυτοματοποιούν πολύπλοκες διαδικασίες (π.χ. εφαρμοσμένη έρευνα, γραφή κώδικα), υποκαθιστούν την εργασία (π.χ. τήρηση βιβλίων, νομική έρευνα, ιατρικές διαγνώσεις, σύνταξη κειμένων, συγγραφή κώδικα), ή τοποθετούνται σε τεχνικά συστήματα ή σε προϊόντα προσωπικής υποστήριξης. Ενώ η παρουσία τους στην οικονομία είναι ακόμη περιορισμένη, η επιρροή που ασκούν στις αγορές είναι δυσανάλογα μεγάλη. Η πρόσφατη βουτιά στις αποτιμήσεις εταιρειών χρηματοοικονομικού software, μετά την παρουσίαση έκδοσης του Claude για ανάπτυξη εξειδικευμένου στα χρηματοοικονομικά κώδικα από την Anthropic, αποτελεί παράδειγμα της άμεσης επιρροής αλλά και της νευρικότητας που προκαλεί η Τ.Ν. στις αγορές, κυρίως λόγω χαμηλής κατανόησης των οικονομικών της.
Από την άλλη πλευρά, η χρήση της Τ.Ν. για την αποτελεσματικότερη εκμετάλλευση συμπεριφορικών δεδομένων εξαρτάται σχεδόν αποκλειστικά από τον όγκο και την προσβασιμότητά τους. Γι’ αυτό οι γνωστοί μεγάλοι συγκεντρωτές/πάροχοι στοιχείων επενδύουν μαζικά στην Τ.Ν., επιχειρώντας να την ενσωματώσουν τάχιστα στη λειτουργία τους.
Δεν είναι ακόμη ορατό πόσο γρήγορα θα προσθέσει αξία η Τ.Ν. στην πραγματική οικονομία. Η ευρεία αντίληψη, που τροφοδοτείται από εντυπωσιακές ανακοινώσεις μεγα-επενδύσεων και «επιτυχιών», είναι ότι εισχωρεί ταχύτατα στην παραγωγική διαδικασία. Ομως μέχρι τώρα οι ενδείξεις βελτίωσης της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας χάρη σε αυτήν είναι αδύναμες. Μια πρόσφατη έρευνα της McKinsey έδειξε ότι οι θετικές επιπτώσεις της Τ.Ν. δεν είναι ακόμη ορατές στην κερδοφορία των επιχειρήσεων που τη χρησιμοποιούν, και η Deloitte, σε δική της έρευνα, κατέγραψε ότι το 45% των ερωτηθέντων μάνατζερ δήλωσε ότι η απόδοση της Τ.Ν. για τις επιχειρήσεις τους υπολείπεται των προσδοκιών.
Η βασική αιτία της απόστασης προσδοκιών και πραγματικότητας είναι ο αργός βηματισμός της βελτίωσης της παραγωγικότητας και της δημιουργικότητας που υπόσχεται η Τ.Ν. Η μεγάλη αύξηση προϋποθέτει πλήρη ανασχεδιασμό των λειτουργιών και θεμελιακή αναδιάρθρωση της οργάνωσης που υιοθετεί την Τ.Ν., καθώς και ανθρώπινο δυναμικό με νέες δεξιότητες. Επιπλέον είναι βέβαιον ότι η εκ βάθρων αλλαγή του μοντέλου λειτουργίας θα συναντήσει αντιστάσεις και θα χρειαστεί χρόνος για να ενσωματωθεί η Τ.Ν.
Μέχρι σήμερα οι ενδείξεις βελτίωσης της παραγωγικότητας και της κερδοφορίας χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη είναι αδύναμες.
Δεύτερο στοιχείο που επηρεάζει τις αγορές είναι η μεγάλη ανάγκη κεφαλαίων για την ανάπτυξη νέων μοντέλων Τ.Ν. και ισχυρότερων μικροεπεξεργαστών, την κατασκευή data centers, την προσέλκυση εξαιρετικών μυαλών και την εξασφάλιση της απαραίτητης ηλεκτρικής ενέργειας. Αλλά οι επενδύσεις σε τεχνολογίες αιχμής στην περίοδο διείσδυσής τους έχουν μικρή διάρκεια οικονομικής ζωής λόγω της συνεχούς καινοτομίας, απαιτώντας μεγάλη αναπλήρωση για να διατηρηθεί ο ρυθμός.
Ενδεικτικά, σύμφωνα με τους Financial Times, τα έσοδα ανά επενδεδυμένο δολάριο τεσσάρων τεχνολογικών κολοσσών που επενδύουν στην Τ.Ν. (Meta, Alphabet, Microsoft, Amazon) μειώθηκαν κατά μέσον όρο από 3 δολάρια στο 2020 σε 1,25 δολάρια το 2025, υποδηλώνοντας αργή μετατροπή των επενδύσεων σε εσοδοφορία. Στην εικόνα των αναγκαίων κεφαλαίων πρέπει να προστεθούν και οι προαπαιτούμενες επενδύσεις ενίσχυσης των γενικών υποδομών ηλεκτρικής ενέργειας, και της παραγωγής κρίσιμων μετάλλων και σπάνιων γαιών.
Τρίτο σημείο ενδιαφέροντος είναι ότι η ζήτηση για Τ.Ν. δεν έχει κρυσταλλωθεί, και έτσι δεν έχουν εμφανιστεί κυρίαρχα μοντέλα B2B ή B2C για την εμπορικοποίησή της σε μεγάλη κλίμακα. Οι περισσότερες χρήσεις προς το παρόν παρέχονται συνδρομητικά και η τιμολόγησή τους δεν αντανακλά τις ακόμη αδιαμόρφωτες ανταγωνιστικές συνθήκες, ούτε είναι συμβατή με το συνολικό κόστος διάθεσης και την αναμενόμενη απόδοση των επενδύσεων.
Δεδομένου του εντονότατου ανταγωνισμού, τόσο μεταξύ εταιρειών όσο και κρατών, αν η ταχύτητα αύξησης εσόδων και κερδών από την Τ.Ν. αποδειχθεί μικρότερη από τις προβλέψεις των επενδυτών, πολλές εταιρείες θα χρεοκοπήσουν ή θα απορροφηθούν από άλλες. Τελικά, μόνο επιχειρήσεις πολύ μεγάλου μεγέθους μπορούν να εξασφαλίσουν τη μακροπρόθεσμη απόδοση των τεράστιων κεφαλαίων που θα έχουν αντλήσει, διαμορφώνοντας έτσι ολιγοπωλιακές καταστάσεις στις υπό ανασύνταξη αγορές. Προάγγελος αυτής της δυναμικής είναι ότι οι πολύ λίγες κολοσσιαίες εταιρείες τεχνολογίας που κυριαρχούν στις αγορές τους αποτελούν τους βασικότερους χρηματοδότες της Τ.Ν. Η μη έγκαιρη αναγνώριση και διαχείριση κρίσιμων παραμέτρων για τη γρήγορη ενσωμάτωση της Τ.Ν. στην οικονομία και η απουσία εξειδικευμένου ρυθμιστικού πλαισίου θα οδηγήσουν σε στρεβλώσεις και αστοχίες αγορών.
Η Τ.Ν. αναμφίβολα θα φέρει σημαντικές αλλαγές στην οικονομία, αλλά ο ρυθμός διείσδυσής της εμφανίζεται χαμηλότερος του προσδοκώμενου. Οι σύμφυτες με την οικονομική δυναμική της ολιγοπωλιακές τάσεις θα ενισχύσουν και θα διευρύνουν την επιρροή και την παρεμβατικότητα των εταιρειών Τ.Ν. στις αγορές και στην κοινωνία. Ως αντίβαρο είναι απαραίτητη η ταχύτατη διαμόρφωση, σε ευρωπαϊκή ή και παγκόσμια κλίμακα, ευφυών ρυθμιστικών κανόνων σε πολλές διαστάσεις (π.χ. κατάχρηση θέσης στην αγορά, πρόσβαση σε ενέργεια, χρήση ιδιωτικής πληροφορίας στην «εκπαίδευσή» της, δυνατότητες εφαρμογής της, ιδιοκτησία των «αποτελεσμάτων», προστασία χρηστών). Παρότι η «φασαρία» για την Τ.Ν. είναι σχεδόν εκκωφαντική, το μέλλον της μοιάζει αργότερο, μικρότερο και πιο πολύπλοκο από ό,τι προεξοφλείται, γιατί το κρίσιμο δεν είναι οι δυνατότητές της, αλλά ο τρόπος που αυτές θα αξιοποιηθούν από την οικονομία.
*Ο κ. Κώστας Σ. Μητρόπουλος είναι σύμβουλος επιχειρήσεων.

