Χρονιά πολλαπλών ρεκόρ αποτέλεσε το 2025 για το Χρηματιστήριο Αθηνών, το οποίο κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών κατάφερε όχι μόνο να σβήσει τις ανορθογραφίες της πολυετούς οικονομικής κρίσης, αλλά και να επιστρέψει στα επίπεδα του 2007, δηλαδή αρκετά πριν χτυπήσουν την πόρτα της χώρας τα «φαντάσματα» των ελλειμμάτων, του υπέρογκου χρέους, του «κουρέματος» και της διεθνούς ανυποληψίας.
Οι αριθμοί μιλούν από μόνοι τους, καθώς μέσα στο τελευταίο 12μηνο η ελληνική αγορά αναρριχήθηκε σε πολλαπλές «κορυφές»:
Ο Γενικός Δείκτης πέτυχε τη 2η καλύτερη απόδοση της 25ετίας (+44,3%), η συνολική κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. «χτύπησε» υψηλό 18 ετών (146,1 δισ. ευρώ), ο μέσος ημερήσιος τζίρος εκτοξεύθηκε στα καλύτερα επίπεδα των τελευταίων 17 ετών (218,9 εκατ. ευρώ), η κερδοφορία των εισηγμένων «πέταξε» σε ιστορικά ρεκόρ (εκτιμήσεις για άνω των 11,5 δισ. ευρώ στη χρήση του 2025) και οι διανομές των μερισμάτων έριξαν το φράγμα των 5,8 δισ. ευρώ (νέο ρεκόρ).
Δίπλα στους αριθμούς, φυσικά, έρχονται να προστεθούν και τα άυλα οφέλη από το comeback της Λεωφόρου Αθηνών, συμπληρώνοντας το παζλ ενός δυναμικού turn-around-story, για το οποίο, βέβαια, οι επενδυτές χρειάστηκε να κάνουν αρκετή υπομονή και να υποστούν πολλαπλές θυσίες.
Το πρόσφατο deal της ΕΧΑΕ με τη Euronext εντάσσει την ελληνική αγορά στον μεγαλύτερο χρηματιστηριακό όμιλο της Γηραιάς Ηπείρου, με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται σε επίπεδο πρεστίζ, αξιοπιστίας, συνεργειών και πρόσβασης σε «φρέσκα» κεφάλαια.
Την ίδια στιγμή, η επιστροφή της Αθήνας στο κλαμπ των Αναπτυγμένων Αγορών, παρά τις δεδομένες προκλήσεις σε βραχυ-μεσοπρόθεσμο επίπεδο (φυγή αναπτυσσόμενων funds, μεγαλύτερος ανταγωνισμός κ.α.), επισφραγίζει την αποκατάσταση της… τάξης στην εγχώρια κεφαλαιαγορά, η οποία από τον Σεπτέμβριο του 2026 θα συγκαταλέγεται και πάλι στη SuperLeague των διεθνών χρηματιστηρίων, αποτελώντας εν δυνάμει προορισμό για «ώριμα» κεφάλαια ύψους αρκετών τρισεκατομμυρίων δολαρίων.
Αποδόσεις για… φίλημα
Μέσα στο 2025, όπως αναφέραμε και παραπάνω, το Χρηματιστήριο Αθηνών κατέγραψε ορισμένες πολύ εντυπωσιακές επιδόσεις. Η άνοδος του Γενικού Δείκτη έφθασε στο +44,3%, σκαρφαλώνοντας άνω των 2.100 μονάδων και πετυχαίνοντας το υψηλότερο επίπεδο από το 2010.
Από άποψη απόδοσης, μάλιστα, το 2025 αποτέλεσε την καλύτερη χρονιά από το 2019 (τότε ο Γ.Δ. αυξήθηκε κατά +49,5%), αλλά και τη δεύτερη καλύτερη χρονιά από την «αυγή» του 20ου αιώνα.
Επιπλέον αυτού, ο κύριος χρηματιστηριακός δείκτης κατάφερε να συμπληρώσει το 5ο συνεχόμενο ανοδικό έτος, καθώς από το 2021 έως και το 2025 το πρόσημο έχει… κολλήσει στο «πράσινο», προσφέροντας μια αθροιστική απόδοση της τάξης του +162%. Για την ιστορία, η τελευταία αρνητική χρονιά συναντάται στο πανδημικό 2020, όταν ο Γ.Δ. υποχώρησε κατά -11,8%.
Υψηλό 18ετίας στην κεφαλαιοποίηση
Μπορεί η ελληνική αγορά να βίωσε τα προηγούμενα χρόνια ένα ντεμαράζ διαγραφών και αποχωρήσεων από το ταμπλό του Χ.Α., μειώνοντας αισθητά τον αριθμό των εν ενεργεία εισηγμένων, αλλά αυτό ελάχιστα φαίνεται ότι επηρεάζει το εξελισσόμενο αγοραστικό κύμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι η αθροιστική κεφαλαιοποίηση του Χ.Α. αποχαιρέτησε το 2025 από την περιοχή των 146 δισ. ευρώ, πετυχαίνοντας άνοδο της τάξης των 43 δισ. ευρώ (!) σε σχέση με το 2024.
Μάλιστα, ο αριθμός των 146 δισ. ευρώ είναι ο υψηλότερος από το 2007 (ρεκόρ 18ετίας), όταν η συνολική αξία των υπό διαπραγμάτευση εταιρειών υπολογιζόταν σε 196,3 δισ. ευρώ. Φυσικά, τότε ο αριθμός των εισηγμένων ξεπερνούσε τις 200, ενώ οι λέξεις οικονομική κρίση, χρεοκοπία και «κούρεμα χρέους» ακούγονταν ως κάτι το… εξωτικό στα αυτιά των περισσότερων Ελλήνων.

Τζίρος… 17ετίας
Η ανάκαμψη της ελληνικής αγοράς μπορεί να πιστοποιηθεί κι από το ζωηρό ενδιαφέρον των επενδυτών. Μπορεί τα «κόζια» να έχουν πλέον αλλάξει και οι ξένοι να κάνουν… κουμάντο στις συναλλαγές, αλλά αυτό δεν αναιρεί το γεγονός της απογείωσης του ημερήσιου συναλλακτικού τζίρου.
Τα νούμερα του 2025 θυμίζουν προ-κρίσης επίπεδα, καθώς ο μέσος τζίρος διαμορφώθηκε σε κάτι λιγότερο από 219 εκατ. ευρώ ανά ημέρα. Για να βρούμε καλύτερη επίδοση, θα πρέπει να γυρίσουμε τον χρόνο στο 2008, όταν ο μέσος όρος ανερχόταν στα 314,6 εκατ. ευρώ ανά ημέρα.

Ρεκόρ κερδοφορίας
Ένα μεγάλο μέρος της δυναμικής των ελληνικών μετοχών εδράζεται στη διαρκώς βελτιούμενη κερδοφορία των εισηγμένων, η οποία συμβάλλει στη συντήρηση ενός μέρους του discount έναντι των ομοειδών εταιρειών της Ευρώπης, παρά τη bull market της τελευταίας 5ετίας.
Η χρήση του 2025, εκτός συγκλονιστικού απροόπτου, θα επιβεβαιώσει εκ νέου τη θετική τάση, καθώς πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την επανάληψη ή και την υπέρβαση του περσινού ρεκόρ.
Χαρακτηριστικά είναι τα στοιχεία του 9μήνου, καθώς με βάση τα θεμελιώδη 41 εταιρειών, οι οποίες έδωσαν στη δημοσιότητα τις περιοδικές οικονομικές καταστάσεις, η καθαρή κερδοφορία ξεπερνά τα 7,4 δισ. ευρώ. Πέρυσι, οι αντίστοιχες εισηγμένες είχαν παρουσιάσει καθαρά κέρδη 6,1 δισ. ευρώ, με το τελικό μέγεθος του 12μηνου στο σύνολο της αγοράς να ανέρχεται σε 11,5 δισ. ευρώ.
Επομένως, εφόσον δεν υπάρξουν αρνητικές εκπλήξεις στο δ’ τρίμηνο, τότε είναι πολύ πιθανό ο τελικός «λογαριασμός» για τη χρήση του ’25 να φθάσει σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα.
Στα… ύψη τα μερίσματα
Η πληθωρική κερδοφορία, όπως είναι εύλογο, οδηγεί και σε πληθωρικά μερίσματα, τα οποία στο 12μηνο του 2025 έφθασαν το ποσό – ρεκόρ των 5,8 δισ. ευρώ, υπερβαίνοντας ακόμη και την επίδοση του 2007, η οποία μέχρι πρότινος κατείχε την πρώτη θέση με 5,4 δισ. ευρώ.
Πρόκειται για μια αύξηση της τάξης του 1,6 δισ. ευρώ σε σχέση με το 2024 (4,2 δισ. ευρώ), γεγονός που αποδίδεται και στην επιλογή των τραπεζών να μοιράσουν κατά τη διάρκεια του φθινοπώρου ένα μέρος από τα κέρδη της χρήσης του 2025, τα οποία υπό φυσιολογικές συνθήκες θα διανέμονταν την άνοιξη ή/και το καλοκαίρι του 2026.

Η προοπτική του 2026
Οι επενδυτές ευελπιστούν ότι το 2026 θα αποτελέσει τη φυσική συνέχεια του 2025, δίνοντας παράταση στη bull market.
Η σταθερή ανάπτυξη του ΑΕΠ, το ευοίωνο ελληνικό αφήγημα και τα διαδοχικά επιχειρηματικά deals, σε συνδυασμό με τις επιδόσεις – ρεκόρ σε κερδοφορία και μερίσματα, στρώνουν το… χαλί για την επιμήκυνση του αγοραστικού momentum.
Από την άλλη πλευρά, όμως, η αισιοδοξία για το 2026 δεν θα πρέπει να «κρύψει κάτω από το χαλάκι» τις προκλήσεις και τις ανησυχίες, οι οποίες ανά πάσα στιγμή μπορούν να θέσουν σε αμφισβήτηση τον ελπιδοφόρο χαρακτήρα της επόμενη ημέρας.

