Το τέταρτο και τελευταίο από τα ρεσιτάλ του κύκλου «Με κέντρο τον Ραχμάνινοφ» πραγματοποιήθηκε στις 26 Φεβρουαρίου στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος». Η πιανίστρια Αλεξία Μουζά ερμήνευσε την πρώτη Σονάτα, σε ρε ελάσσονα, έργο 28, του τιμώμενου συνθέτη, τη δεύτερη Σονάτα, σε σολ δίεση ελάσσονα, έργο 19, του Αλεξάντρ Σκριάμπιν και την έβδομη Σονάτα, σε σι ύφεση μείζονα, έργο 83, του Σεργκέι Προκόφιεφ.
Ο Ραχμάνινοφ ολοκλήρωσε την πρώτη του σονάτα το 1908. Το έργο είναι τριμερές, κατά το κλασικό πρότυπο. Ως αρχική πηγή έμπνευσης αναφέρεται ο «Φάουστ» του Γκαίτε και ως έργο αναφοράς η ομότιτλη συμφωνία του Λιστ. Oπως το έργο του Ούγγρου συνθέτη, έτσι και αυτό του Ρώσου είχε ως πρόθεση μέσα από τη μουσική να αποδώσει στο πρώτο του μέρος τη φυσιογνωμία του δόκτορα Φάουστ, τα διλήμματα και την πάλη του. Στο δεύτερο μέρος σκιαγραφείται ο χαρακτήρας της Μαργαρίτας, ενώ στο τρίτο ακολουθούν η μορφή του Μεφιστοφελή, όπως επίσης αναφορές στην τελική έκβαση της υπόθεσης. Παρότι ο Ραχμάνινοφ φαίνεται πως λίγο αφότου άρχισε να συνθέτει τη σονάτα εγκατέλειψε την ιδέα μιας σύνθεσης βασισμένης στον Γκαίτε, ίχνη της μοιάζει να έχουν επιβιώσει. Αρκετές από τις πτυχές της φωτίστηκαν μέσα από την ερμηνεία της Αλεξίας Μουζά. Η δεξιοτεχνία, η δύναμη και η συναισθηματική ένταση ανήκουν στα σταθερά χαρακτηριστικά της πιανίστριας.
Ωστόσο, ήδη από το πρώτο μέρος μπορούσε κανείς να εκτιμήσει εξίσου μια φροντίδα για την ποιότητα του ήχου, που αξιοποιήθηκε ακόμα περισσότερο στο αργό δεύτερο μέρος. Σε αυτό η Μουζά απέδωσε με τρυφερότητα την απαλή μουσική, χωρίς να παραβλέπει τις αυξομειώσεις της δυναμικής, οι οποίες πρόσθεταν παλμό στην ερμηνεία. Με ταιριαστά θυελλώδη τρόπο ξεκίνησε το τρίτο μέρος, όπου όμως ο διάλογος με τις τρυφερές παραγράφους δημιούργησε ενδιαφέρουσες αντιθέσεις. Συνολικά, ωστόσο, υπήρχε μια αίσθηση διαρκούς συναισθηματικής έντασης, η οποία έμοιαζε να μη χαλαρώνει πουθενά, μην αφήνοντας τη μουσική να εκτονωθεί ακόμα και στις τόσο χαρακτηριστικές κλιμακώσεις του Ραχμάνινοφ.
Καθεστώς τρόμου
Η ονειρική «Σονάτα – Φαντασία» του Σκριάμπιν έδωσε την ευκαιρία στην πιανίστρια να παρουσιάσει την περισσότερο λυρική πλευρά του ταλέντου της. Η τρυφερή μουσική του πρώτου μέρους, εμπνευσμένη από ένα ταξίδι που πραγματοποίησε ο συνθέτης στη Βαλτική, φέρνει στη μνήμη τα φεγγαρόφωτα του Σοπέν, όσο και τους ήχους των ιμπρεσιονιστών. Αέρινη αλλά και ακριβής, η δεξιοτεχνία της Αλεξίας Μουζά απέδωσε την ομορφιά των χρωμάτων της φύσης, που τόσο είχαν εντυπωσιάσει τον Σκριάμπιν, ενώ το δυναμικό της παίξιμο αξιοποιήθηκε ιδανικά στο δεύτερο μέρος του έργου, όπου ο συνθέτης σκιαγραφεί μια καταιγίδα που ξεσπά στη θάλασσα.
Πολύ πιο κοντά στο δυναμικό ύφος της Αλεξίας Μουζά ήταν η Σονάτα αρ. 7 του Προκόφιεφ, η δεύτερη από τις τρεις «Σονάτες του πολέμου», όπως αποκαλούνται συχνά, καθώς γράφτηκαν κατά τα χρόνια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Hταν μια σημαδιακή όσο και δύσκολη εποχή για τον Προκόφιεφ, καθώς το 1939, όταν άρχισε να συνθέτει το έργο, αφενός γνώρισε τη μετέπειτα σύζυγό του Μίρα Μέντελσον, αφετέρου, λίγο πριν ξεκινήσουν οι πρόβες για την όπερά του «Συμεών Κότκο», συνελήφθησαν και εκτελέστηκαν ο φίλος του και κορυφαίος σκηνοθέτης Βσέβολοντ Μέγερχολντ μαζί με τη γυναίκα του. Μερικούς μήνες αργότερα ζητήθηκε από τον συνθέτη να γράψει με αφορμή τα εξηκοστά γενέθλια του Στάλιν, κάτι που φυσικά δεν μπορούσε να αρνηθεί. Τα πραγματικά του συναισθήματα διοχέτευσε ο Προκόφιεφ στην έβδομη Σονάτα, η οποία, πάντως, τιμήθηκε με το «βραβείο Στάλιν».
Η νευρώδης, καταιγιστική όσο και μυστηριακή μουσική του πρώτου μέρους, η επισημότητα και η ποιητική διάθεση του δεύτερου, όπως επίσης ο εκρηκτικός τόνος του τελευταίου, αποδόθηκαν εξαιρετικά από τη Μουζά, της οποίας ο δυναμισμός, η ακρίβεια και ο συγκρατημένος λυρισμός ταίριαξαν στον μοντερνισμό της μουσικής.

