Η εξόντωση ενός «διεθνούς» εγκληματία, πρώην αστυνομικού, ταρακούνησε μια ολόκληρη χώρα, ενώ η αιματηρή διαδρομή του κυριάρχησε για ημέρες στη διεθνή επικαιρότητα. Η «μνημόνευση» του Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες (1966-2026), γνωστού παγκοσμίως πλέον ως Ελ Μέντσο, αποτυπώνει απλώς και μόνον την ωμή πολυετή δράση του, που ξεπερνά και τις πιο «σκληρές» χολιγουντιανές ταινίες· καταφανώς χωρίς τη νοσταλγική ή θρησκευτική συνιστώσα του ρήματος «μνημονεύω»…
Βίγια Πουριφικασιόν, δυτικό Μεξικό, κοντά στις ακτές του Ειρηνικού, 1η Μαΐου του 2015, 5.30 π.μ. Στους στενούς χωματόδρομους της απομονωμένης κωμόπολης, μια αυτοκινητοπομπή διασχίζει την περιοχή με σβηστούς προβολείς, για να αποφύγει τον εναέριο εντοπισμό των Αρχών. Στόχος της είναι η προστασία του ισχυρότερου ανθρώπου του μεξικανικού υποκόσμου: του ηγέτη του «Καρτέλ Νέας Γενιάς» του Χαλίσκο (CJNG). Η πορεία της διακόπτεται από τον θόρυβο τεσσάρων ελικοπτέρων της μεξικανικής πολεμικής αεροπορίας και της ομοσπονδιακής αστυνομίας που εντοπίζουν το κονβόι.
Η απάντηση που έρχεται από το έδαφος είναι μια στρατιωτικού τύπου αντεπίθεση: από ένα τροποποιημένο όχημα, ένας «μαχητής» του καρτέλ ανυψώνει έναν ρωσικό εκτοξευτή αντιαρματικών ρουκετών τύπου RPG-27. Ο στόχος του είναι το στρατιωτικό ελικόπτερο Cougar, το οποίο μεταφέρει δεκαοκτώ άτομα, συμπεριλαμβανομένων μελών των επίλεκτων ειδικών δυνάμεων του μεξικανικού στρατού. Εξι ρουκέτες πυροδοτούνται και μία βρίσκει το ελικόπτερο στην ουρά, το οποίο περιστρέφεται ανεξέλεγκτα, συντρίβεται στο έδαφος και τυλίγεται στις φλόγες. Στο χάος της πτώσης, οι ένοπλοι του καρτέλ περικυκλώνουν τα συντρίμμια επιχειρώντας να εκτελέσουν τους επιζώντες. Υποχωρούν κάτω από τα καταιγιστικά πυρά κάλυψης των υπόλοιπων ελικοπτέρων, αλλά ο απολογισμός είναι ήδη εννέα ένστολοι νεκροί. Η στιγμή αυτή –η πρώτη φορά που μια εγκληματική οργάνωση καταρρίπτει στρατιωτικό αεροσκάφος– αποτελεί το επιστέγασμα της ισχύος του Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες. Ο γνωστός ως Ελ Μέντσο αποδεικνύει πως διοικεί έναν ιδιωτικό στρατό ικανό να αναμετρηθεί με το ίδιο το μεξικανικό κράτος.
Εντεκα χρόνια μετά, έπεσε η αυλαία για τον πλέον καταζητούμενο άνθρωπο στο Μεξικό, επικηρυγμένο με 15 εκατομμύρια δολάρια από τις ΗΠΑ. Ο ίδιος βρισκόταν σε πολυτελές κατάλυμα ενός φυλασσόμενου ορεινού θερέτρου περίπου 130 χιλιόμετρα νοτίως της Γκουανταλαχάρα, της πρωτεύουσας της πολιτείας του Χαλίσκο. Ο άνθρωπος που την τελευταία δεκαπενταετία είχε μετατρέψει τη χώρα σε πεδίο μάχης, πέρασε τις τελευταίες μέρες του ηττημένος από την υγεία του.
Το πέτρινο οίκημα αποκάλυπτε την καθημερινότητα ενός 60χρονου φυγά πάσχοντος από χρόνια νεφρική ανεπάρκεια. Οι ειδικές δυνάμεις αντίκρισαν υπολείμματα έτοιμου φαγητού και ντουλάπια γεμάτα φάρμακα. Τον χώρο χαρακτήριζε το θρησκευτικό κράμα της «ναρκο-κουλτούρας»: αυτοσχέδιοι βωμοί με εικόνες της Παναγίας της Γουαδελούπης και του Αγίου Ιούδα του Θαδδαίου, καθώς και ένα χειρόγραφο αντίγραφο του Ψαλμού 91, γραμμένο στις 26 Ιανουαρίου 2026, ως επίκληση για θεϊκή προστασία. Ο εντοπισμός του επιτεύχθηκε μέσω στοχευμένης επιχείρησης των μεξικανικών αρχών, της CIA και της αμερικανικής στρατιωτικής διοίκησης Northcom. Οι Αρχές παρακολούθησαν μια ερωτική του σύντροφο, η οποία μεταφέρθηκε μυστικά στο κατάλυμα. Μετά την αποχώρησή της, τα ηλεκτρονικά μέσα και τα drones επιβεβαίωσαν την παρουσία του στο κτίριο. Οι επίλεκτες δυνάμεις της Εθνικής Φρουράς ανέλαβαν αμέσως τον σχεδιασμό της εφόδου με απόλυτη μυστικότητα, παρακάμπτοντας πλήρως τις τοπικές αρχές, ώστε να αποτραπούν διαρροές από διεφθαρμένους αξιωματούχους. Η σύγκρουση τα ξημερώματα της 22ας Φεβρουαρίου ήταν σφοδρή. Υπό τους ήχους των πολυβόλων και των ελικοπτέρων, η ασφάλεια του Οσεγκέρα άνοιξε πυρ με εκτοξευτές ρουκετών. Ο ίδιος προσπάθησε να διαφύγει πεζή μέσα στο δάσος με δύο σωματοφύλακες, αλλά εντοπίστηκε να κρύβεται στη βλάστηση. Στην ανταλλαγή πυροβολισμών τραυματίστηκε βαριά και εξέπνευσε κατά τη διάρκεια της αεροπορικής διαδρομής προς την Πόλη του Μεξικού.
Η εμπλοκή του Νεμέσιο Οσεγκέρα Θερβάντες με τον υπόκοσμο βοηθήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την ακραία ανέχεια της μεξικανικής υπαίθρου. Γεννήθηκε το 1966 στην Αγκιλίγια, μια απομονωμένη κοινότητα κοντά στο Χαλίσκο, με μακρά ιστορία στις παράνομες καλλιέργειες, στην παρασκευή σκληρών ναρκωτικών και στις «εξαγωγές». Προερχόταν από οικογένεια καλλιεργητών αβοκάντο και εγκατέλειψε το σχολείο στο δημοτικό για να βοηθήσει οικονομικά δουλεύοντας στα χωράφια. Σε ηλικία 14 ετών «εργάστηκε» ως ένοπλος φύλακας σε φυτείες οπίου, οι οποίες ελέγχονταν από τους τοπικούς «βαρώνους» των ναρκωτικών.
Τη δεκαετία του 1980 μετανάστευσε παράνομα στις ΗΠΑ και εγκαταστάθηκε στο Σαν Φρανσίσκο, όπου επιχείρησε να χτίσει δίκτυα διακίνησης χρησιμοποιώντας ψευδώνυμα. Η «αμερικανική καριέρα» του σημαδεύτηκε από συνεχείς εμπλοκές με τον νόμο για πώληση μεθαμφεταμίνης και ηρωίνης. Το 1992 έπεσε στα χέρια των Αρχών μαζί με τον αδελφό του, Αμπραάμ, όταν προσπάθησαν να πουλήσουν ναρκωτικά σε μυστικούς αστυνομικούς. Μετά τρία χρόνια φυλάκισης απελάθηκε οριστικά στο Μεξικό. Η τριβή του με το αμερικανικό διωκτικό σύστημα, ωστόσο, λειτούργησε ως… σχολείο, καθώς εξοικειώθηκε με τις μεθόδους των υπηρεσιών πληροφοριών και κατανόησε τη ζωτική σημασία της μυστικότητας.
Η επιστροφή του στο Μεξικό το 1996 συνοδεύτηκε από μία στρατηγική κίνηση: εντάχθηκε στην αστυνομία. Υπηρέτησε ως δημοτικός αστυνομικός σε παραθαλάσσιες πόλεις του Χαλίσκο, αποκτώντας κρίσιμες πληροφορίες για τις διαδρομές των περιπολιών και τους μηχανισμούς διαφθοράς των Αρχών. Σύντομα εγκατέλειψε το σώμα, πέρασε στις τάξεις του «Καρτέλ Μιλένιο» και, για να εδραιώσει τη θέση του, παντρεύτηκε την αδελφή των ηγετών της οργάνωσης. Το δίκτυο των κουνιάδων του, γνωστό ως φατρία «Los Cuinis», ανέλαβε να διαχειρίζεται το ξέπλυμα χρήματος και τις επενδύσεις. Εκείνος, από την πλευρά του, ανέλαβε τον ένοπλο επιχειρησιακό βραχίονα, οργανώνοντας την ομάδα με βάση την τακτική εκπαίδευση και την πειθαρχία που είχε διδαχθεί κατά την αστυνομική θητεία του.
Αναδείχθηκε σε απόλυτο ηγέτη μετά το 2010. Εκμεταλλευόμενος το… κενό εξουσίας που προκάλεσε ο θάνατος του Ιγνάσιο «Νάτσο» Κορονέλ, στελέχους του καρτέλ της Σιναλόα, ίδρυσε το CJNG και επεκτάθηκε ταχύτατα σε 24 πολιτείες. Επέβαλε κάθετη, στρατιωτική δομή, εξοπλίζοντας τους «μαχητές» του με στολές, τεθωρακισμένα οχήματα και drones με εκρηκτικά. Η συστηματική διαδικτυακή προπαγάνδα, που παρουσίαζε το καρτέλ ως τακτικό στρατό, συνοδευόταν από ακραία βαρβαρότητα και απάνθρωπες δοκιμασίες στα κρυφά στρατόπεδα εκπαίδευσης. Παράλληλα, το καρτέλ πρωτοστάτησε στη μαζική παραγωγή συνθετικών ναρκωτικών, ιδίως φαιντανύλης, κάτι που τον κατέστησε βασικό στόχο της αμερικανικής Υπηρεσίας Δίωξης Ναρκωτικών (DEA). Η ασφυκτική διεθνής πίεση οδήγησε τελικά στη σύλληψη στενών μελών της οικογένειάς του (μεταξύ αυτών του γιου και της συζύγου του) στενεύοντας τον κύκλο εμπιστοσύνης του.
Γνωστός ως «άρχοντας των πετεινών» λόγω του πάθους του για τις κοκορομαχίες, τα τελευταία χρόνια της ζωής του αποσύρθηκε στα βουνά, όπου κατασκεύασε ιδιωτικό νοσοκομείο για τις αιμοκαθάρσεις του, εξαγοράζοντας την ανοχή των ντόπιων μέσω της παροχής δωρεάν ιατρικής φροντίδας. Ο θάνατός του πυροδότησε άμεσα αντίποινα με οδοφράγματα και εμπρησμούς οχημάτων από «στρατιώτες» του σε πολλές πόλεις, άγριες συγκρούσεις με τις Αρχές, ενώ το κενό εξουσίας που άφησε αναμένεται να προκαλέσει εσωτερικό πόλεμο διαδοχής… Με τη ζήτηση ναρκωτικών αμείωτη, το «Καρτέλ Νέας Γενιάς» του Χαλίσκο παραμένει πλήρως ενεργό, συντηρώντας την ωμή βία στο Μεξικό.

