Έναν νέο τρόπο αντικειμενικοποίησης, μέτρησης, αποτίμησης και προβολής της οικονομίας που διέπει τον χώρο του πολιτισμού προτείνει ο καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, Νίκος Παναγιωτόπουλος, μέσω του νέου του βιβλίου με τίτλο Οικονομία & Κοινωνία: Για μια οικονομία του πολιτισμού.
Όπως τονίζει, σε μια εποχή που ο πολιτισμός, ενώ σε επίπεδο πολιτικής ρητορείας αποτελεί έναν από τους πυλώνες της ανάπτυξης μιας χώρας, στην πράξη παραμένει ακόμη το «ρομαντικό» συμπλήρωμα της οικονομίας.
Μέσα από την πρόταση συγκεκριμένων δεικτών και τη σύσταση θεσμών, ο συγγραφέας θέτει το ερώτημα αν –και πώς– το πολιτισμικό κεφάλαιο μπορεί να αποτιμηθεί, να μετρηθεί και να αξιοποιηθεί ως αναπτυξιακό εργαλείο.
Ο κ. Παναγιωτόπουλος προτείνει ένα καινοτόμο μοντέλο μέτρησης της οικονομίας του πολιτισμού, καθώς και τη συγκρότηση ενός Παρατηρητηρίου του εθνικού πολιτισμικού κεφαλαίου, με στόχο την πληρέστερη διαχείριση της οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης της χώρας.
Ειδικότερα, όπως εξηγεί στο naftemporiki.gr, προτείνει μια κοινή γλώσσα και, κατά συνέπεια, τη «γραμματική» και τα εργαλεία της που θα επιτρέψουν την ορθολογική επικοινωνία μεταξύ παραγωγών, χρηστών, διαχειριστών και διοικητικών ιθυνόντων του πολιτισμού.
Σημειώνει, δε, ότι έχοντας αναλύσει διεξοδικά όλες τις γνωστές προσπάθειες για να οριστεί και να μετρηθεί ο πολιτισμός, η εργασία του αποσκοπεί στην ενοποίηση του οικονομικού και του συμβολικού παράγοντα, της υλικής αλλά και της άυλης διάστασης της οικονομίας του πολιτισμού.
Αναφορικά με την πρότασή του για τη δημιουργία Παρατηρητηρίου του Εθνικού Πολιτισμικού Κεφαλαίου, εξηγεί ότι έχει την πεποίθηση πως η χώρα δεν αξιοποιεί επαρκώς το πολιτισμικό της κεφάλαιο. Σε αυτό το πλαίσιο, δημιούργησε ένα σύστημα δεικτών, με στόχο να είναι χρηστικό, κωδικοποιημένο με μετρήσιμες παραμέτρους ώστε να είναι ικανό να μείνει ως κρατική διοικητικο-πολιτική κληρονομιά. «Ως τέτοιο μπορεί απολήξει στη θεσμοθέτηση ενός Παρατηρητηρίου του Εθνικού Πολιτιστικού Κεφαλαίου, ενός νέου θεσμού, ο οποίος θα μπορούσε να συσταθεί είτε στο εσωτερικό της ΕΛΣΤΑΤ είτε υπό τη θεσμική και διοικητική συνέργεια διαφόρων υπουργείων» αναφέρει.
«Πρόκειται για μια συμβολή στην αποτελεσματική διαμόρφωση των προϋποθέσεων ορθολογικής επικοινωνίας μεταξύ όλων των μετόχων του πολιτισμικού πεδίου στη χώρα μας, καθώς και του πολιτισμικού πεδίου και του οικονομικού πεδίου. Ένας τέτοιος επιστημονικός θεσμός με τη συνεχή, συστηματική και οργανωμένη παραγωγή των δεδομένων που θα υποδεικνύει το συγκεκριμένο σύστημα δεικτών και οι αναγκαίες επεξεργασίες και αναλύσεις στις οποίες θα οδηγήσουν, θα επιτρέψει την καλύτερη κατανόηση θεμελιωδών ζητημάτων που απασχολούν την διακυβέρνηση του πολιτισμού, λ.χ., πώς το εθνικό πολιτισμικό κεφαλαίο κατανέμεται στο εσωτερικό του κάθε πολιτισμικού υποπεδίου παραγωγής συμβολικών αγαθών –του θεάτρου, του χορού, της λογοτεχνίας, του εικαστικού πεδίου κ.λπ., πώς κατανέμεται στο εσωτερικό της εθνικής επικράτειας ανά περιφέρεια, ανά δήμο, πώς κατανέμεται το εθνικό πολιτισμικό κεφαλαίο στο εσωτερικό του συστήματος των κοινωνικών ομάδων και τάξεων, ποιες οι επιπτώσεις των κατανομών αυτών στους διάφορους τομείς της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, ποιοι είναι οι όροι μεταβολής τους, πώς οι σχέσεις μεταξύ των επιμέρους διαστάσεών του καθορίζουν τον τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής του πολιτισμού και της κουλτούρας στη χώρα μας, και άλλα πολλά βέβαια» εξηγεί ο κ. Παναγιωτόπουλος.
Πάντως, όπως επισημαίνει, μια τέτοια προσέγγιση προϋποθέτει και συνεπάγεται έναν πλήρη αναπροσδιορισμό της κοινωνικής εικόνας του ρόλου και της πρακτικής των πολιτικών και της πολιτικής.
Οικονομία & Κοινωνία: Για μια οικονομία του πολιτισμού
Ολόκληρη η συνέντευξη
Υποστηρίζετε ότι ο πολιτισμός στην πράξη παραμένει το «ρομαντικό» συμπλήρωμα της οικονομίας. Τι εννοείτε και ποιες είναι οι επιπτώσεις;
Νομίζω πως θα συμφωνήσουμε εύκολα στο γεγονός πως στην χώρα μας αν εξαιρέσουμε την πολιτιστική διάσταση στον τουριστικό τομέα το υπόλοιπο πολιτιστικό πεδίο αντιμετωπίζεται, χονδρικά, ως «διακοσμητικό κόστος». Το γεγονός αυτό οφείλεται σε πολλούς βέβαια παράγοντες. Στην πλήρη επικυριαρχία του οικονομικού επί του πολιτισμικού που είχε ως συνέπεια την γενικευμένη κυριαρχία του νεοφιλελεύθερου τρόπου σκέψης και των εργαλείων του στην παραγωγή και στην αξιολόγηση των πολιτιστικών αγαθών, όπως της τυραννίας των βραχυπρόθεσμων δεικτών, στην έλλειψη μιας αντικειμενικοποίησης και παραμετροποίησης της παραγωγής του πολιτισμού και της συμβολής του στην πραγματική οικονομία, με μια λέξη του Εθνικού πολιτισμικού κεφαλαίου, στην αντιμετώπιση του πολιτισμού ως «είδος πολυτελείας» σε περιόδους κρίσης… Και όσο ο πολιτισμός θα λογίζεται ως «έξοδο» και όχι ως «επένδυση υποδομής», οι επιπτώσεις θα είναι πολλές και σοβαρές, όπως εγκλωβισμός του πολιτιστικού τουρισμού σε μορφές «μονοκαλλιέργειας», δηλαδή στο «ένδοξο παρελθόν», ηθική και αισθητική υποβάθμιση του δημόσιου χώρου και της δημόσιας σκέψης, brain drain των δημιουργικών πολιτών, κρίση ταυτότητας καθώς οι κοινωνικές μορφές παραγωγής και χρήσης των πολιτισμικών αγαθών τείνουν να καθορίζονται πλήρως έξω από την εθνική μας επικράτεια…
Τι σημαίνει στην πράξη η «αντικειμενικοποίηση του εθνικού πολιτισμικού κεφαλαίου»;
Σημαίνει ένα σύστημα δεικτών ικανών να αντικειμενοποιήσει την οικονομία που παράγεται στο εθνικό πεδίο παραγωγής πολιτιστικών αγαθών. Ένα σύστημα δεικτών που βασίζεται πάνω στην γνώση της ειδικής οικονομίας του τρόπου (ανα)παραγωγής του συγκεκριμένου πεδίου, του τρόπου λειτουργίας και ανάπτυξής του. Προτείνω, στην σχετική εργασία μου, αν θέλετε, μια κοινή γλώσσα και, κατά συνέπεια, τη «γραμματική» και τα εργαλεία της που θα επιτρέψουν την ορθολογική επικοινωνία μεταξύ παραγωγών, χρηστών, διαχειριστών και διοικητικών ιθυνόντων του πολιτισμού. Με την ελπίδα την αναβάθμιση του χώρου του πολιτισμού στην ιεραρχία των εθνικών θεμάτων τόσο της κυβερνητικής ατζέντας όσο και του δημόσιου διαλόγου.
Σε τι διαφέρει από τις μέχρι σήμερα προσεγγίσεις; Ποιο είναι το βασικό κενό που έρχεται να καλύψει αυτό το μοντέλο;
Αν και έχει εδώ και καιρό επισημανθεί από τους οικονομολόγους η ιδιαιτερότητά των πολιτιστικών αγαθών, το λεγόμενο «ποιοτικό στοιχείο», και ιδίως το γεγονός πως τα αγαθά αυτά έχουν σε μεγάλο βαθμό δημόσιο χαρακτήρα και επιδράσεις, τόσο άμεσες αλλά και κυρίως έμμεσες που εκτείνονται σε χώρο και χρόνο, πολύ ευρύτερες από ότι άλλων αγαθών, η μόνη αναγνωρισμένη, επιστημονικά και πολιτικά, «γλώσσα» η οποία μέχρι τώρα χρησιμοποιείται πρακτικά για την κατανόηση του τρόπου λειτουργίας του πολιτιστικού πεδίου είναι αυτή της οικονομικής επιστήμης. Και αυτή η «γλώσσα» αναλύει, κυρίως, την σχέση προσφοράς και ζήτησης στον τομέα του πολιτισμού υπό το πρίσμα ενός συνόλου δραστηριοτήτων που παράγουν εμπορεύσιμα αγαθά και υπηρεσίες χρησιμοποιώντας «σπάνιους» συντελεστές παραγωγής. Η εργασία μου αποσκοπεί στην ενοποίηση του οικονομικού και του συμβολικού παράγοντα, της υλικής αλλά και της άυλης διάστασης της οικονομίας του πολιτισμού.
Υπάρχουν διεθνή παραδείγματα που σας ενέπνευσαν;
Βέβαια και εξέτασα και ανέλυσα διεξοδικά στο βιβλίο μου όλες τις γνωστές προσπάθειες για να οριστεί και να μετρηθεί ο πολιτισμός, προσπάθειες τόσο διαφόρων διεθνών και εθνικών οργανισμών όσο αυτές των κρατικών αρχών διαφόρων χωρών. Οι προσεγγίσεις των διαφόρων αυτών προσπαθειών τείνουν να αντιμετωπίζουν το πεδίο του πολιτισμού κυρίως με δύο τρόπους, οι οποίοι ενίοτε συνδυάζονται, αν και τις περισσότερες φορές με ιδιαιτέρως ασύμμετρο τρόπο. Από την μια μεριά, ως ένα πεδίο δραστηριότητας το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα με την «καθαρή» οικονομία της εκάστοτε χώρας, καθώς το διέπει μία άλλη εσωτερική λειτουργική λογική, ωστόσο χρησιμοποιεί κώδικες και λογικές της οικονομίας (αγορά, ανταλλαγή, δάνειο κ.α) για να μπορεί να λειτουργήσει στο πλαίσιο ενός mundus economicus. Σε αυτού του είδους τις προσεγγίσεις, κυριαρχεί μία τάση να μελετάται ο βαθμός, η συχνότητα και ο τύπος συμμετοχής σε πολιτιστικές δράσεις, προσπαθώντας να αποτυπωθεί ο βαθμός και ο τρόπος συμμετοχής του πληθυσμού στις πολιτιστικές δραστηριότητες της χώρας, χωρίς όμως αυτό να συνοδεύεται από περεταίρω απόπειρες κατανόησης των χαρακτηριστικών της συμβολικής οικονομίας που διέπουν αυτές τις πρακτικές και δραστηριότητες. Από την άλλη μεριά, ο πολιτισμός γίνεται κατανοητός όχι ως ένα αυτόνομο ή ημι-αυτόνομο πεδίο συμβολικής και υλικής παραγωγής και κατανάλωσης, αλλά ως ένα πεδίο οικονομικής δραστηριότητας, το οποίο λίγο πολύ λειτουργεί ακριβώς όπως η ευρύτερη «καθαρή» οικονομία της εκάστοτε χώρας. Από αυτού του είδους τις προσεγγίσεις, προκύπτουν και οι καθιερωμένες πλέον μετρήσεις για τον οικονομικό αντίκτυπο του πολιτισμού. Επιχειρώ να υπερβώ αυτό το διάζευγμα προτείνοντας μία πληρέστερη εικόνα του εθνικού πολιτιστικού κεφαλαίου.
Στο βιβλίο προτείνετε τη δημιουργία Παρατηρητηρίου του Εθνικού Πολιτισμικού Κεφαλαίου. Ποιος θα έπρεπε να είναι ο ρόλος του και ποια η σχέση του με τους οικονομικούς θεσμούς του κράτους;
Κοιτάξτε, επειδή έχω την πεποίθηση πως η χώρα μας δεν αξιοποιεί επαρκώς το πολιτισμικό της κεφάλαιο. Δημιούργησα ένα σύστημα δεικτών, τεχνικό εργαλείο, με στόχο να είναι χρηστικό, κωδικοποιημένο με μετρήσιμες παραμέτρους ώστε να είναι ικανό να μείνει ως κρατική διοικητικο-πολιτική κληρονομιά. Ως τέτοιο μπορεί απολήξει στη θεσμοθέτηση ενός Παρατηρητηρίου του Εθνικού Πολιτιστικού Κεφαλαίου, ενός νέου θεσμού, ο οποίος θα μπορούσε να συσταθεί είτε στο εσωτερικό της ΕΛΣΤΑΤ είτε υπό τη θεσμική και διοικητική συνέργεια διαφόρων υπουργείων. Πρόκειται για μια συμβολή στην αποτελεσματική διαμόρφωση των προϋποθέσεων ορθολογικής επικοινωνίας μεταξύ όλων των μετόχων του πολιτισμικού πεδίου στη χώρα μας, καθώς και του πολιτισμικού πεδίου και του οικονομικού πεδίου. Ένας τέτοιος επιστημονικός θεσμός με τη συνεχή, συστηματική και οργανωμένη παραγωγή των δεδομένων που θα υποδεικνύει το συγκεκριμένο σύστημα δεικτών και οι αναγκαίες επεξεργασίες και αναλύσεις στις οποίες θα οδηγήσουν, θα επιτρέψει την καλύτερη κατανόηση θεμελιωδών ζητημάτων που απασχολούν την διακυβέρνηση του πολιτισμού, λ.χ., πώς το εθνικό πολιτισμικό κεφαλαίο κατανέμεται στο εσωτερικό του κάθε πολιτισμικού υποπεδίου παραγωγής συμβολικών αγαθών –του θεάτρου, του χορού, της λογοτεχνίας, του εικαστικού πεδίου κ.λπ., πώς κατανέμεται στο εσωτερικό της εθνικής επικράτειας ανά περιφέρεια, ανά δήμο, πώς κατανέμεται το εθνικό πολιτισμικό κεφαλαίο στο εσωτερικό του συστήματος των κοινωνικών ομάδων και τάξεων, ποιες οι επιπτώσεις των κατανομών αυτών στους διάφορους τομείς της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, ποιοι είναι οι όροι μεταβολής τους, πώς οι σχέσεις μεταξύ των επιμέρους διαστάσεών του καθορίζουν τον τρόπο παραγωγής και αναπαραγωγής του πολιτισμού και της κουλτούρας στη χώρα μας, και άλλα πολλά βέβαια.
Βλέπετε θεσμική ετοιμότητα στην Ελλάδα για μια τέτοια προσέγγιση ή απαιτείται αλλαγή νοοτροπίας;
Όχι, και δεν είμαι αισιόδοξος. Μια τέτοια προσέγγιση όπως λέτε χρειάζεται γενικότερα μια νέα αντίληψη για τη διακυβέρνηση των πολιτών, μια διακυβέρνηση της οποίας οι υπεύθυνοι θα σταματήσουν να σκέφτονται με τη λογική του κανόνα και του κανονισμού «τοις πάσι», για όλους και για πάντα, και να αρχίσουν να ασκούν μια μορφή ορθολογικής περιπτωσιολογίας, συνδυάζοντας το ενδιαφέρον για την κάθε ιδιαίτερη περίπτωση με τη γνώση των γενικών νόμων της λειτουργίας των πολλαπλών ενεχόμενων (μικρο-) περιβαλλόντων της, καθώς και με τη γνώση των δυνάμεων και των πολύ ιδιαίτερων συμφερόντων των ανθρώπων εκείνων, από τους οποίους εξαρτάται η επιτυχία του κάθε εγχειρήματος. Με άλλα λόγια, προϋποθέτει και συνεπάγεται έναν πλήρη αναπροσδιορισμό της κοινωνικής εικόνας του ρόλου και της πρακτικής των πολιτικών και της πολιτικής.

