Ενθαρρυντικά σημάδια για σημαντική άνοδο των καταθέσεων το 2026 δίνει η εφαρμογή των μέτρων φορολογικής ελάφρυνσης και μισθολογικής ενίσχυσης που έρχεται από τον Ιανουάριο του 2026, καθώς και οι ρυθμοί αύξησης των ιδιωτικών καταθέσεων του 2025.
Στην Ενδιάμεση Έκθεση για τη Νομισματική Πολιτική, η Τράπεζα της Ελλάδος επισημαίνει ότι τα εν λόγω μέτρα εκτιμάται ότι θα λειτουργήσουν θετικά στην αύξηση του όγκου των καταθέσεων, ενώ η ζήτηση καταθέσεων αναμένεται να εξελιχθεί σύμφωνα με την άνοδο του ΑΕΠ και, ειδικότερα για τα νοικοκυριά, με την πορεία του διαθέσιμου εισοδήματος.
Ωστόσο, αρνητικά καθοριστικός παράγοντας πρόκειται να είναι -εάν συνεχιστεί- η σταδιακή υποχώρηση των επιτοκίων των καταθέσεων, γεγονός που καθιστά τις τραπεζικές καταθέσεις μη ελκυστικές ως μέσου διακράτησης πλούτου. Ενδεικτικά μάλιστα αναφέρεται ότι στο δεκάμηνο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου το μέσο σταθμισμένο επιτόκιο των υφιστάμενων υπολοίπων καταθέσεων για τα νοικοκυριά έχει μειωθεί κατά 17 μονάδες βάσης (μ.β.) σε σχέση με την αρχή της περιόδου, όπου τον Ιανουάριο ήταν στο 0,44%, ενώ για τις νέες καταθέσεις το μέσο επιτόκιο έχει μειωθεί κατά 9 μονάδες βάσης (0,38%).
Η άνοδος υπολοίπων το 2025
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΤτΕ, κατά την περίοδο Ιανουαρίου-Οκτωβρίου 2025 το απόθεμα των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα κατέγραψε σωρευτική αύξηση κατά 3,1 δισ. ευρώ, η οποία ήταν εντονότερη σε σχέση με την αντίστοιχη περίοδο πέρυσι (0,7 δισ. ευρώ) και ανήλθε τον Οκτώβριο του 2025 σε 206 δισ. ευρώ.
Ειδικότερα, οι καταθέσεις των νοικοκυριών κατέγραψαν σωρευτική αύξηση κατά 1,9 δισ. ευρώ, έναντι αύξησης κατά 0,4 δισ. ευρώ το ίδιο διάστημα πέρυσι, με τον ετήσιο ρυθμό ανόδου να επιταχύνεται στο 3,4% από 2,4% το 2024. Αυτό οφείλεται, σύμφωνα με την ΤτΕ, στην παρατηρούμενη ευνοϊκή εξέλιξη του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος το 2024 και στις αρχές του 2025, αλλά και από τις εξελίξεις των πιστοδοτήσεων προς τα νοικοκυριά.
Από την άλλη, οι επιχειρηματικές καταθέσεις σημείωσαν άνοδο κατά 1,2 δισ. ευρώ τους δέκα πρώτους μήνες του 2025, έναντι αύξησης κατά 0,8 δισ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα του 2024, με τον ετήσιο ρυθμό αύξησης να διατηρείται σε υψηλά επίπεδα, γύρω στο 12%, όταν πέρυσι ήταν στο 11,4%. Η άνοδος των καταθέσεων των Μη Χρηματοπιστωτικών Επιχειρήσεων (ΜΧΕ) αντανακλά κυρίως την αύξηση των καταθέσεων μίας ημέρας, που συνάδει με τη συνεχιζόμενη ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης προς τις επιχειρήσεις, ενώ -λόγω και της αποκλιμάκωσης των επιτοκίων- οι καταθέσεις προθεσμίας των ΜΧΕ σημείωσαν μικρή μόνο αύξηση (0,2 δισ. ευρώ).
Οι καταθέσεις μίας ημέρας
Οι ιδιώτες καταθέτες φαίνεται να στρέφονται στην εύκολη και άμεση λύση των καταθέσεων μίας ημέρας. Πλέον, οι λογαριασμοί διάρκειας μίας ημέρας αποτελούν τον κύριο όγκο της καταθετικής βάσης των τραπεζών με ποσοστό 76% των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα. Η αύξηση των καταθέσεων του ιδιωτικού τομέα προήλθε, σύμφωνα με την ΤτΕ, κυρίως από την αύξηση των καταθέσεων μίας ημέρας κατά το 10μηνο του 2025 καθώς σημείωσαν αύξηση 5,5 δισ. ευρώ, σε αντίθεση με τις καταθέσεις προθεσμίας οι οποίες μειώθηκαν σημαντικά (-2,3 δισ. ευρώ).
Ενδεικτικά, η ΤτΕ επισημαίνει ότι η διαφορά επιτοκίου μεταξύ των καταθέσεων με συμφωνημένη διάρκεια (έως ένα έτος) και των καταθέσεων διάρκειας μίας ημέρας των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 51 μ.β., έναντι αύξησης κατά 1 μ.β. το πρώτο δεκάμηνο του 2024 (μείωση έτους 2024: 18 μ.β.), ενώ για τις καταθέσεις με συμφωνημένη διάρκεια άνω του ενός έτους η εν λόγω διαφορά επιτοκίου μειώθηκε το πρώτο δεκάμηνο του 2025 κατά 26 μ.β., έναντι μείωσης κατά 5 μ.β. το πρώτο δεκάμηνο του 2024 (μείωση έτους 2024: 46 μ.β.).
Αυτό σημαίνει ότι έχει μειωθεί η αξία των λογαριασμών καταθέσεων προθεσμίας, καθώς πλέον «δεν πληρώνουν καλά» και δεν αξίζει το ρίσκο να τα «κλειδώσει» κανείς λόγω του εξαιρετικά χαμηλού επιτοκίου εξαιτίας των μειώσεων των επιτοκίων από την ΕΚΤ. Μάλιστα, τα επιτόκια καταθέσεων προθεσμίας για τα νοικοκυριά διαμορφώνονται τον Οκτώβριο στο 1,14% και 1,20% για νέα και υφιστάμενα υπόλοιπα καταθέσεων αντίστοιχα.
Αρνητικά κινείται η αποταμίευση από νοικοκυριά
Από την άλλη, αρνητικά βαίνει η αποταμίευση των νοικοκυριών. Οι αυξημένες τιμές -ιδιαίτερα στα ενοίκια, στα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής και στις υπηρεσίες- έχουν οδηγήσει τα νοικοκυριά σε αρνητική αποταμίευση, με τον σχετικό δείκτη να έχει υποχωρήσει εκ νέου σε αρνητικά επίπεδα μετά την πανδημία, επισημαίνει η ΤτΕ στην Ενδιάμεση Έκθεση.
Συγκεκριμένα, το β’ τρίμηνο του 2025 η αποταμίευση των νοικοκυριών έγινε λίγο πιο αρνητική (-1,7% του ΑΕΠ) συγκριτικά με το 2024 (-1,5% του ΑΕΠ). Παράλληλα, ο μέσος όρος του ποσοστού αποταμίευσης των νοικοκυριών για κυλιόμενο διάστημα τεσσάρων τριμήνων καταδεικνύει ότι τα υψηλά ποσοστά αποταμίευσης που παρατηρήθηκαν την περίοδο της πανδημίας (4,6% το 2021) μειώθηκαν στο διάστημα 2022-25 και επανήλθαν στα προ πανδημίας επίπεδα (-3,2% το β’ τρίμηνο του 2025).
Στους λόγους που επιβαρύνονται οι αποταμιεύσεις των νοικοκυριών, η ΤτΕ αναφέρει την καταναλωτική δαπάνη, την απόσυρση των μέτρων στήριξης για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, την άνοδο των τιμών και την αποπληρωμή των φορολογικών υποχρεώσεων.

