Το ελληνικό “βαθύ κράτος” δεν είναι μια αόρατη συνωμοσία που εξυφαίνεται σε σκοτεινά δωμάτια και απόκρυφους διαδρόμους, αλλά μια ζοφερή, καθημερινή πραγματικότητα που όλοι νοιώθουμε να διαπερνά κάθε κύτταρο της λειτουργίας της χώρας και να επιβιώνει ανεξάρτητα από κυβερνήσεις και πολιτικές αλλαγές. Δεν πρόκειται απλώς για έναν θεωρητικό όρο, αλλά για ένα πλέγμα νοοτροπιών και πρακτικών όπου η καθυστέρηση δεν αποτελεί δυσλειτουργία αλλά, συχνά-πυκνά, επιδιωκόμενη βασική προϋπόθεση για να εμφανιστεί η… “λύση”.
Στη βάση αυτής της πυραμίδας συναντάμε την καθημερινή ταλαιπωρία και τη μικροδιαφθορά του “γρηγορόσημου” και άλλων ανάλογων πρακτικών. Χαρακτηριστική η περίπτωση ενός επαγγελματία μηχανικού, γνωστού της στήλης.
Εδώ και δέκα ημέρες, ο άνθρωπος ζήτησε ηλεκτρονικά το απλούστατο και αυτονόητο: αντίγραφα τριών οικοδομικών αδειών από την Πολεοδομία του Δήμου Αθηναίων. Έως σήμερα δεν έχει κινηθεί απολύτως τίποτα αλλά, μιας και είχε ήδη ενημερωθεί “αρμοδίως” (sic) ότι κάτω από τα γραφεία της συγκεκριμένης υπηρεσίας λειτουργεί ένα μικρό μαγαζί που αναλαμβάνει “να βοηθήσει”, επικοινώνησε με αυτούς μέσω email. Η απάντηση ήταν αποκαλυπτική: η… βοήθεια είναι εφικτή, αλλά θα χρειαστούν 100 ευρώ συν ΦΠΑ ανά φάκελο, με τον χρόνο αναμονής να υπολογίζεται περίπου στον ενάμιση μήνα (το email βρίσκεται στα χέρια του Capital)!
Εδώ, η δήθεν λόγω φόρτου εργασίας, διοικητική ακινησία μετατρέπεται ξεδιάντροπα σε μια προσοδοφόρα αγορά όπου, η συνταγματική υποχρέωση του κράτους να εξυπηρετεί τον πολίτη με τον καλύτερο δυνατό τρόπο κοστολογείται σε ευρώ ανά φάκελο συν τον ΦΠΑ. Ευρώ που καταλήγουν στις τσέπες μιας παρέας επιτήδειων.
Ανεβαίνοντας ένα επίπεδο στην κλίμακα των “υπηρεσιών του κράτους”, συναντάμε το ίδιο μοτίβο αλλά σε άλλα μεγέθη, μεγέθη εκατομμυρίων. Η υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ πρώτιστα δείχνει πώς το σύστημα διανομής και ελέγχου των ευρωπαϊκών πόρων μπορεί να μετατραπεί σε πεδίο αδιαφάνειας και πολιτικών παρεμβάσεων. Φτάνοντας σε τέτοιο σημείο, ώστε να απαιτείται η παρέμβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Σε αυτό το επίπεδο, το βαθύ κράτος αποκαλύπτεται και όλοι καταλαβαίνουν πώς οι θεσμοί παύουν να λειτουργούν ως μηχανισμοί ελέγχου και εκφυλίζονται σε μηχανισμούς άσκησης επιρροής και συναλλαγής. Η διαχείριση του δημόσιου χρήματος κινείται σε μια γκρίζα ζώνη όπου ο κανόνας και η εξαίρεση συγχέονται, ακυρώνοντας έτσι κάθε προοπτική σοβαρής θεσμικής λειτουργίας.
Και το πρόβλημα δεν σταματά εδώ, δυστυχώς. Το πλέον αποκρουστικό και οδυνηρό πρόσωπο του “βαθέως κράτους” αποκαλύπτεται όταν η διοικητική ανεπάρκεια καταλήγει να κοστίζει ανθρώπινες ζωές, όπως συνέβη στην τραγωδία των Τεμπών. Όπου η αδιαφορία και η ανικανότητα ορισμένων “δημόσιων λειτουργών”, οδήγησε στον θάνατο 57 ανθρώπους.
Το γεγονός αυτό φωτίζει μια βαθύτερη διάσταση του προβλήματος. Δεν πρόκειται μόνο για ελλείψεις τεχνολογίας ή επενδύσεων, αλλά για διοικητικές αδυναμίες, την απουσία αυστηρών διαδικασιών και μια κουλτούρα ευθυνοφοβίας που αναγκάζει όλα τα κρίσιμα συστήματα να λειτουργούν, με τρόπο τυχαίο και περιστασιακό. Θυμηθείτε το πρόβλημα με τις συχνότητες της ΥΠΑ, λίγες μόνο εβδομάδες πριν.
Αυτό που καθημερινά όλοι βιώνουμε, από τη μικρογραφία της καθημερινής γραφειοκρατίας μέχρι τη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων και την ασφάλεια κρίσιμων υποδομών, δεν είναι παρά διαφορετικές εκφάνσεις, διαφορετικά πρόσωπα, του ίδιου προβλήματος. Ένα διοικητικό σύστημα που λειτουργεί με αργούς ρυθμούς, με ασαφείς και κυρίως απροσδιόριστες ευθύνες και με διαχρονική ανοχή στην αδιαφάνεια. Το λεγόμενο “βαθύ κράτος” δεν είναι μια μυστική συνωμοσία, σε καμία περίπτωση. Πρόκειται για ένα σύνολο νοοτροπιών και πρακτικών που επιβιώνουν από κυβέρνηση σε κυβέρνηση και μετατρέπουν αυτό που θα έπρεπε να είναι η ειδική και σπανιότατη εξαίρεση, σε κανόνα.
Σήμερα, με την κοινωνία να βιώνει έναν συνδυασμό οργής και κόπωσης, η Ελλάδα βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη επιλογή. Ο ένας δρόμος είναι να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε κάθε κρίση ως ένα μεμονωμένο περιστατικό, πληρώνοντας τον λογαριασμό της αδράνειας με βαρύ τίμημα σε χρήμα, σε χαμένες ευκαιρίες και σε ανθρώπινες ζωές, περιμένοντας να συμβεί το επόμενο “σκάνδαλο” ή σκάνδαλο. Ο άλλος δρόμος είναι να αναγνωρίσουμε ότι όλα αυτά αποτελούν διαφορετικές όψεις του ίδιου διοικητικού προβλήματος και να επιχειρήσουμε μια συνολική, ριζική μεταρρύθμιση του κράτους.
Αν υπάρχει μια θετική οπτική για όλες τις άσχημες και δύσκολες υποθέσεις των τελευταίων ετών, είναι ότι το πρόβλημα έγινε πλέον ορατό και αδιαμφισβήτητο σε όλους. Αυτή η επίγνωση μπορεί να αποτελέσει το πρώτο βήμα για μια πραγματική αλλαγή στον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η δημόσια διοίκηση στη χώρα. Διότι κανένα πρόβλημα δεν λύνεται, αν πρώτα δεν αναγνωρίσουμε πως υπάρχει.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

