Το αποκατεστημένο Ανάκτορο της Αρχαίας Πέλλας αποδόθηκε στην τοπική κοινωνία και στους επισκέπτες, σε ειδική τελετή που πραγματοποιήθηκε το Σάββατο, παρουσία της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη και τοπικών παραγόντων. Το Ανάκτορο ήταν χτισμένο σε στρατηγική θέση σε πλάτωμα, σε λόφο βόρεια της πόλης, ώστε να εποπτεύει την ευρύτερη περιοχή και είχε έκταση περίπου 70 στρέμματα.
Το ολοκληρωμένο έργο αφορά τη συντήρηση, αποκατάσταση και ανάδειξη του Ανακτόρου, της μνημειακής εισόδου του συγκροτήματος, της παλαίστρας και της κολυμβητικής δεξαμενής, εργασίες διαμόρφωσης νέας εισόδου και πορείας περιήγησης, αλλά και την κατασκευή κτιρίου υποδοχής και κέντρου πληροφόρησης των επισκεπτών.
Κατά την τελετή, παρουσιάστηκαν στο Αρχαιολογικό Μουσείο Πέλλας δύο αγάλματα της ελληνιστικής περιόδου που αποκαλύφθηκαν, το 2015, στην Αρχαία Αγορά της Πέλλας -στην ανασκαφική έρευνα του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης υπό τον αείμνηστο Γιάννη Ακαμάτη- και εκτίθενται για πρώτη φορά. Πρόκειται για δύο γλυπτά, ένα γυναικείο άγαλμα και ένα άγαλμα Σειληνού, που κοσμούσε κρηναίο οικοδόμημα.
«Η αποκατάσταση και η ανάδειξη του Ανακτόρου της Πέλλας αποτελεί έργο υψηλής ιστορικής και πολιτιστικής αξίας για τη Μακεδονία και την Ελλάδα, ευρύτερα, καθώς επανατοποθετεί δυναμικά την Πέλλα στον χάρτη των αρχαιολογικών χώρων που συμπληρώνουν την εικόνα του Μακεδονικού Βασιλείου, προσφέροντας στο κοινό μια ολοκληρωμένη εμπειρία με την ιστορία και την αρχιτεκτονική της Αρχαίας Μακεδονίας» αναφέρει η σχετική ανακοίνωση του ΥΠΠΟ.
Στην ομιλία της η υπουργός Πολιτισμού Λίνα Μενδώνη έκανε λόγο για «σημαντική ημέρα χαράς για το υπουργείο Πολιτισμού και τις υπηρεσίες του, που σε αγαστή συνεργασία με την Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας ολοκλήρωσαν το έργο της ανάδειξης του Ανακτόρου της Πέλλας, ενός μνημείου μοναδικού σε μέγεθος και πολυπλοκότητα, το οποίο υπήρξε το κατεξοχήν σύμβολο της ισχύος και της πολιτικής εξουσίας των Μακεδόνων βασιλέων». Εντύπωση προκαλεί ότι δεν ευχαρίστησε την Εφορεία Αρχαιοτήτων Πέλλας, την προϊσταμένη και τους αρχαιολόγους που εργάστηκαν για το έργο. Ανέφερε ωστόσο ότι «Ο Μέγας Αλέξανδρος, εξέχουσα ιστορική προσωπικότητα με διεθνή ακτινοβολία και παγκόσμιο ελληνικό brand name, πρέπει να προβάλλεται με τρόπο που να υπηρετεί τόσο την υπεράσπιση της ιστορικής αλήθειας, όσο και τις ανάγκες της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας. Μια τέτοια ολοκληρωμένη παρέμβαση, που συνδυάζει την ανάδειξη του Ανακτόρου, σε φυσικό και ψηφιακό επίπεδο, την εκπαίδευση και την παραγωγή, σε άμεση σύνδεση με την τοπική οικονομία της Πέλλας, αποτελεί ένα πρότυπο πολιτιστικής πολιτικής, με αναπτυξιακό και κοινωνικό αποτύπωμα».
Το Ανάκτορο της Αρχαίας Πέλλας, χτισμένο σε στρατηγική θέση, επόπτευε την ευρύτερη περιοχή, τη λιμνοθάλασσα, στον μυχό της οποίας ήταν χτισμένη η πόλη, το αρχαίο λιμάνι, τους δρόμους που οδηγούσαν στην πόλη και την εύφορη γη γύρω από αυτήν. Εκείνα τα χρόνια η θάλασσα βρισκόταν σε πολύ μικρότερη απόσταση από ό,τι σήμερα, καθιστώντας την πόλη σχεδόν παραθαλάσσια. Δύο δρόμοι οδηγούσαν από την Αγορά στο Ανάκτορο. Η προσέγγιση αυτή τόνιζε την κίνηση από το αστικό επίπεδο στο βασιλικό, που ήταν προστατευμένο, ελεγχόμενο και σε ψηλότερη στάθμη, λειτουργώντας ως μήνυμα της βασιλικής ισχύος. Η αρχιτεκτονική χρησιμοποιήθηκε ως μέσο για να εκφράσει τη βασιλική εξουσία.
Αποτελούνταν από επτά κτίρια που είχαν οικοδομηθεί σε κλιμακωτά άνδηρα, τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους με διαδρόμους και κλίμακες. Η μνημειακή είσοδος προς το Ανάκτορο γινόταν μέσω ενός Προπύλου, που πλαισιωνόταν στις δύο πλευρές του από δύο μεγάλες δωρικές στοές. Πίσω από το Πρόπυλο, σε ψηλότερο άνδηρο, βρίσκονταν τα δύο σημαντικότερα κτίρια, το ένα όπου ο βασιλιάς δεχόταν ξένες πρεσβείες, με χώρους για συμπόσια και θρησκευτικές τελετουργίες. Στο δεύτερο κτίριο συνεδρίαζε το Συμβούλιο, δηλαδή, οι άριστοι των Μακεδόνων.
Βορειότερα υπήρχε κτίριο με τα βασιλικά διαμερίσματα. Υπήρχαν, επίσης, η παλαίστρα και το κολέγιο για την άσκηση των βασιλόπαιδων και των γόνων των σημαντικών οικογενειών και το κτίριο όπου κατοικούσαν οι αξιωματικοί, βοηθητικοί χώροι και στάβλοι. Μετά την ήττα των Μακεδόνων από τους Ρωμαίους το 168 μ.Χ., λεηλατήθηκε το Ανάκτορο. Ομως, οι Ρωμαίοι δεν το κατέστρεψαν αλλά ούτε και οικοδομήθηκε ποτέ ξανά. Στους βυζαντινούς χρόνους, στην περιοχή λειτούργησαν αγροτικές κατασκευές. Στα χρόνια που ακολούθησαν έγινε μεγάλης έκτασης λιθοκλοπή, με αποτέλεσμα να είναι ιδιαίτερα δύσκολη η ανάγνωσή του.

