«Στην Ελλάδα ήμουν πάντα ο ξένος, αυτή είναι η μαύρη αλήθεια»
Ξεκινώντας, σε ποιο μέρος βρίσκεσαι;
Η πόλη λέγεται Μοντάνα και είναι περίπου 2,5 ώρες πάνω από τη Σόφια, είναι κοντά στο Βελιγράδι.
Είναι ωραίο μέρος;
Δεν υπάρχουν πολλά πράγματα να κάνεις σε αυτό το μέρος. Ο κόσμος ασχολείται κυρίως με τα αθλήματα. Έχουμε ομάδα ποδοσφαίρου, μπάσκετ και βόλεϊ. Ο κόσμος ζει για τον αθλητισμό.
Πώς πήγες στην Μοντάνα;
Ήρθα στην Μοντάνα το καλοκαίρι. Ο τελευταίος χρόνος, για μένα, ήταν μία πολύ δύσκολη περίοδος. Πολλή δουλειά. Στο Μόντρεαλ δυσκολεύτηκα πάρα πολύ, δεν έπαιζα και με έστειλαν δύο φορές δανεικό στην Οτάβα. Δεν μου άρεσε καθόλου στην Βόρεια Αμερική, τόσο το ποδόσφαιρο, όσο και γενικότερα η ζωή. Ήθελα να επιστρέψω στην Ευρώπη. Δεν ήταν, όμως, καθόλου εύκολο να μπω στην αγορά, με δεδομένο ότι έβλεπαν όλοι έναν ποδοσφαιριστή που δεν έπαιζε στην Βόρεια Αμερική. Ειδικά στην μεταγραφική περίοδο του Γενάρη, που όλες οι ομάδες ψάχνουν παίκτες με εμπειρία και δεν δίνουν ευκαιρίες. Έμεινα χωρίς παιχνίδια από τον Οκτώβριο μέχρι τον Μάρτιο. Μετά, ο μάνατζερ που έχω υπογράψει τώρα μου βρήκε την ευκαιρία στην δεύτερη κατηγορία της Βουλγαρίας, στην Πίριν. Ήμουν εκεί για ένα τρίμηνο, από τον Μάρτιο ως τον Ιούνιο. Πήρα όλα τα ματς, όσο ήμουν εκεί. Προσπαθήσαμε να πετύχουμε τον στόχο της ανόδου, αλλά δεν τα καταφέραμε και τον χάσαμε στα πλέι οφ. Βλέποντάς με εκεί, όμως, με τις καλές εμφανίσεις που έκανα, ενδιαφέρθηκε η Μοντάνα και υπέγραψα το καλοκαίρι.
Ήταν ένα μικρό σοκ για σένα η μετάβαση από την Βόρεια Αμερική στην δεύτερη κατηγορία της Βουλγαρίας;
Είχα την εμπειρία της δεύτερης κατηγορίας στην Ελλάδα, στην οποία είχα κάνει τα πρώτα μου βήματα με τον Παναθηναϊκό Β’. Οπότε είχα κάποιες εμπειρίες από τις χαμηλότερες κατηγορίες στην Ευρώπη. Δεν ήταν, λοιπόν, ένα σοκ. Ήθελα, απλά, 1-2 ματς για να βρω τον ρυθμό μου. Μετά, όλα έγιναν πιο εύκολα. Με βοήθησε και η ομάδα, γιατί οι άνθρωποι της είναι όλοι πολύ φιλικοί. Με βοήθησαν πάρα πολύ και μπόρεσα να δείξω τις δυνατότητές μου.
Πώς βρέθηκες στην Ακαδημία του Παναθηναϊκού;
Μέχρι 14 χρονών ζούσα στον Καναδά, η οικογένειά μου ζει ακόμα εκεί. Όμως, γνωρίζοντας ότι το ψηλότερο επίπεδο ποδοσφαίρου, παίζεται στην Ευρώπη, ήταν στόχος μου να έρθω στην Ευρώπη. Είχα κάνει πολλά δοκιμαστικά. Στην Ελλάδα είχα κάνει στον Παναθηναϊκό, στον Ολυμπιακό και στην ΑΕΚ. Μου άρεσε περισσότερο στον Παναθηναϊκό κι έτσι με πήραν στην Ακαδημία για την Κ15. Πέρασα από όλα τα τμήματα ως την Κ19 και μετά έπαιξα στην Β’ ομάδα. Έχω κάνει και μία προετοιμασία με την πρώτη ομάδα.
Έχεις γεννηθεί στον Καναδά;
Ναι, στο Τορόντο.
Εκεί πρέπει να είχε πολλούς Παναθηναϊκούς. Άρα, είχες και αρκετές επιρροές.
Υπάρχει πολύς ελληνικός πληθυσμός στο Τορόντο. Πάντα υπήρχε μία υποστήριξη από τον Καναδά, με δεδομένο ότι έπαιζα σε μία τόσο μεγάλη ελληνική ομάδα.
Πώς αντέδρασες την πρώτη μέρα που πήγες στο Κορωπί;
Για μένα ήταν ένα μεγάλο βήμα, έφευγα από τον Καναδά, όπου και μεγάλωσα. Εκεί είχα τους φίλους μου και την οικογένειά μου. Τον πρώτο χρόνο ήμουν μόνος μου, ήταν πολύ δύσκολο. Νέος τρόπος παιχνιδιού, νέοι φίλοι. Όλα από την αρχή. Μετά τον πρώτο χρόνο, όμως, προσαρμόστηκα και ήταν όλα πολύ πιο εύκολα.
Πώς είναι για ένα παιδί να μεγαλώνει στην Ακαδημία μεγάλης ομάδας και να ζει με το όνειρο της συμμετοχής στην πρώτη ομάδα;
Σίγουρα υπάρχει πολύ μεγάλος ανταγωνισμός. Στη δική μου φουρνιά ήταν ο Αλεξανδρόπουλος, ο Βαγιαννίδης, ο Ζαγαρίτης, ο Αθανασακόπουλος και ο Σερπέζης. Ο ανταγωνισμός μας έκανε να γίνουμε καλύτεροι παίκτες.
Θυμάσαι τις συζητήσεις σας εκείνο το διάστημα;
Εγώ όσο ήμουν στην Ελλάδα, ήμουν πάντα ο ξένος. Αυτή είναι η μαύρη αλήθεια. Οι Έλληνες έκαναν παρέα μεταξύ τους, αλλά εγώ δεν το είχα. Δεν είναι ότι δεν ήμασταν φιλικοί ή ότι δεν είχαμε καλή σχέση. Αλλά τα πρώτα δύο χρόνια, δεν μιλούσα καλά ελληνικά και όλοι με κορόιδευαν. Έκανα λάθη στην γραμματική ή στον τρόπο που μιλούσα και όλοι γελούσαν μαζί μου. Οπότε δεν είναι ότι ήμασταν… αδέρφια και βγαίναμε για ποτά ή καφέδες. Σε όποια χώρα και αν πάω, είμαι ακόμα και τώρα, ο ξένος. Ακόμα και στον Καναδά με βλέπουν ως ξένο, παρά το γεγονός ότι έχω γεννηθεί εκεί. Αυτό είναι κάτι που ζω σε όλη μου την ποδοσφαιρική καριέρα. Εγώ το βλέπω ως κίνητρο για να δουλέψω παραπάνω.

