Με μικρές απώλειες ολοκλήρωσαν τη σημερινή συνεδρίαση οι τρεις βασικοί δείκτες της Wall Street, καθώς οι επενδυτές επιχείρησαν να ισορροπήσουν ανάμεσα στις γεωπολιτικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και τις έντονες διακυμάνσεις στις τιμές της ενέργειας. Οι αρχικές πιέσεις υποχώρησαν εν μέρει κατά τη διάρκεια της ημέρας, ωστόσο το κλίμα παρέμεινε εύθραυστο.
Ο S&P 500 έκλεισε με πτώση 0,27% στις 6.606,49 μονάδες, ενώ ο Nasdaq υποχώρησε 0,28% στις 22.090,69 μονάδες. Ο Dow Jones κατέγραψε απώλειες 203,72 μονάδων ή 0,44%, κλείνοντας στις 46.021,43 μονάδες. Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης οι απώλειες ήταν σημαντικά μεγαλύτερες, με τον Dow να χάνει σχεδόν 500 μονάδες, πριν περιορίσει μέρος των απωλειών του.
Πρόκειται για τη δεύτερη συνεχόμενη πτωτική συνεδρίαση για τους τρεις βασικούς δείκτες, γεγονός που αντανακλά την αυξανόμενη επιφυλακτικότητα των επενδυτών καθώς ο πόλεμος κλιμακώνεται και οι επιπτώσεις του γίνονται πιο ορατές στην παγκόσμια οικονομία.
Στην αγορά ενέργειας, η εικόνα ήταν μεικτή. Το αμερικανικό αργό υποχώρησε οριακά κατά 0,2% στα 96,14 δολάρια το βαρέλι, ενώ το brent στο Λονδίνο ενισχύθηκε περίπου 1,2%, κλείνοντας στα 108,65 δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιούλιο του 2022. Ωστόσο, μετά το κλείσιμο της αγοράς, οι τιμές υποχώρησαν ελαφρώς, μετά από δηλώσεις του Μπέτζαμιν Νετανιάχου, ο οποίος ανέφερε ότι το Ισραήλ συνεργάζεται με τις ΗΠΑ για την επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ.
Οι τιμές είχαν εκτοξευθεί νωρίτερα, μετά από επίθεση του Ιράν σε κρίσιμη εγκατάσταση εξαγωγής LNG στο Κατάρ, σε αντίποινα για το ισραηλινό πλήγμα στο κοίτασμα South Pars. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τους φόβους για σοβαρές διαταραχές στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά, με τον Ντόναλντ Τραμπ να προειδοποιεί για δραστική στρατιωτική απάντηση σε περίπτωση περαιτέρω επιθέσεων.
Παρά τις ενδείξεις στρατιωτικής υπεροχής των ΗΠΑ και του Ισραήλ, οι αναλυτές επισημαίνουν ότι το βασικό πρόβλημα παραμένει άλυτο: η επαναλειτουργία των Στενών του Ορμούζ. Όπως σημειώνεται, χωρίς διπλωματική λύση, η αποκατάσταση της ναυσιπλοΐας στην περιοχή φαίνεται δύσκολη, γεγονός που διατηρεί τις πιέσεις στις αγορές ενέργειας.
Το ζήτημα αυτό απασχολεί και τις κυβερνήσεις μεγάλων οικονομιών, με χώρες όπως το Ηνωμένο Βασίλειο, η Γαλλία, η Γερμανία, η Ιταλία, η Ολλανδία και η Ιαπωνία να δηλώνουν έτοιμες να συμβάλουν στην εξασφάλιση ασφαλούς διέλευσης μέσω των Στενών. Ωστόσο, όσο η σύγκρουση παρατείνεται, τόσο ενισχύεται η εκτίμηση ότι οι τιμές των εμπορευμάτων δεν πρόκειται να επιστρέψουν στα προπολεμικά επίπεδα.
Σύμφωνα με αναλυτές της αγοράς, η αρχική εκτίμηση ότι η κρίση θα ήταν βραχύβια έχει πλέον διαψευστεί. Αντίθετα, ενισχύεται η πεποίθηση ότι ακόμη και μετά το τέλος των εχθροπραξιών, οι επιπτώσεις στις τιμές ενέργειας θα είναι διαρκείς, καθιστώντας απίθανη μια επιστροφή του πετρελαίου σε επίπεδα, όπως τα 65 δολάρια το βαρέλι.
Παράλληλα, οι ανησυχίες των επενδυτών δεν περιορίζονται στην ενέργεια. Οι προ του πολέμου προβληματισμοί για τον τεχνολογικό κλάδο και την αγορά ιδιωτικών πιστώσεων εξακολουθούν να υφίστανται, εντείνοντας την ανάγκη για πιο επιλεκτικές επενδυτικές στρατηγικές. Ενδεικτικά, η Micron Technology κατέγραψε πτώση 3,8%, με αναλυτές να αποδίδουν την κίνηση κυρίως σε κατοχύρωση κερδών, μετά την ισχυρή άνοδο που είχε προηγηθεί λόγω αυξημένης ζήτησης για προϊόντα μνήμης.
Συνολικά, η εικόνα στη Wall Street αποτυπώνει μια αγορά που προσπαθεί να προσαρμοστεί σε ένα νέο περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και επίμονων πληθωριστικών πιέσεων. Οι εξελίξεις στον πόλεμο, η πορεία των τιμών ενέργειας και οι αντιδράσεις των κεντρικών τραπεζών θα συνεχίσουν να καθορίζουν τη βραχυπρόθεσμη κατεύθυνση των αγορών.

