Σημαντικό πολιτικό πλήγμα υπέστη η Giorgia Meloni, καθώς οι Ιταλοί ψηφοφόροι απέρριψαν στο δημοψήφισμα τη βασική μεταρρύθμιση της κυβέρνησής της για τη Δικαιοσύνη, σε μια εξέλιξη που αποδυναμώνει το πολιτικό της αφήγημα ενόψει και των επόμενων εθνικών εκλογών.
Με καταμετρημένο το μεγαλύτερο μέρος των ψήφων, το στρατόπεδο του «όχι» επικράτησε με περίπου 54%, έναντι 46% του «ναι», απορρίπτοντας την πρόταση της κυβέρνησης για αναθεώρηση του συνταγματικού πλαισίου και αναδιάρθρωση της ιταλικής Δικαιοσύνης. Η συμμετοχή διαμορφώθηκε κοντά στο 60%, υψηλότερα από τις αρχικές εκτιμήσεις, στοιχείο που αποτυπώνει τη φόρτιση της αναμέτρησης και τη μετατροπή της σε ευρύτερη πολιτική δοκιμασία για την κυβέρνηση.
Σε βιντεοσκοπημένο μήνυμά της, η Ιταλίδα πρωθυπουργός αναγνώρισε το αποτέλεσμα, υπογραμμίζοντας ότι η λαϊκή κυριαρχία ανήκει στους πολίτες και ότι η κυβέρνησή της σέβεται την ετυμηγορία. Όπως ανέφερε, η μεταρρύθμιση είχε περιληφθεί στο προεκλογικό πρόγραμμα της δεξιάς συμμαχίας, προωθήθηκε μέχρι τέλους από την κυβέρνηση και στη συνέχεια τέθηκε στην κρίση των ψηφοφόρων. Η ίδια παραδέχθηκε ότι πρόκειται για μια χαμένη ευκαιρία εκσυγχρονισμού της Ιταλίας, ξεκαθαρίζοντας ωστόσο ότι δεν τίθεται θέμα παραίτησης και ότι η κυβέρνηση θα συνεχίσει το έργο της.
Το αποτέλεσμα αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα επειδή πρόκειται για την πρώτη μεγάλη πολιτική ήττα της Meloni από τότε που ανέλαβε την πρωθυπουργία, έπειτα από μια μακρά περίοδο εκλογικών επιτυχιών σε τοπικό και εθνικό επίπεδο. Η συμβολική διάσταση της ήττας ήταν εμφανής και στη στάση των δικαστικών λειτουργών, με ομάδα περίπου 50 δικαστών στη Νάπολη να παρακολουθεί την καταμέτρηση και να ξεσπά σε τραγούδια, ερμηνεύοντας το αντιφασιστικό «Bella Ciao», μόλις επιβεβαιώθηκε η απόρριψη της μεταρρύθμισης.
Η πρόταση της κυβέρνησης προέβλεπε, μεταξύ άλλων, διαχωρισμό της σταδιοδρομίας δικαστών και εισαγγελέων, καθώς και αλλαγές στο σύστημα αυτοδιοίκησης του δικαστικού σώματος, με στόχο -όπως υποστήριζε η κυβέρνηση- την ενίσχυση της λογοδοσίας και τον περιορισμό της επιρροής οργανωμένων ομάδων στις ανώτερες θέσεις της Δικαιοσύνης. Ωστόσο, οι αντίπαλοι της μεταρρύθμισης αντέτειναν ότι το σχέδιο δεν αντιμετώπιζε το βασικό διαρθρωτικό πρόβλημα της Ιταλίας, δηλαδή τη βραδύτητα του δικαστικού συστήματος, που επιβαρύνει διαχρονικά και την οικονομία.
Για την αντιπολίτευση, το αποτέλεσμα αποτελεί σαφή πολιτική νίκη. Ο Giuseppe Conte, επικεφαλής του Κινήματος Πέντε Αστέρων, χαιρέτισε την έκβαση του δημοψηφίσματος ως επιβεβαίωση της αντοχής του Συντάγματος, ενώ συνολικά ο χώρος της κεντροαριστεράς εμφανίζεται να αποκτά νέα ώθηση για στενότερη συνεργασία απέναντι στο δεξιό μπλοκ εξουσίας. Σε μια συγκυρία κατά την οποία η ιταλική οικονομία παραμένει υποτονική και οι διεθνείς εξελίξεις – από τον πόλεμο στο Ιράν έως τις επιπτώσεις στις τιμές της ενέργειας – τροφοδοτούν νέα αβεβαιότητα, η ήττα αυτή μπορεί να αποδειχθεί πιο βαριά απ’ όσο δείχνει με την πρώτη ματιά.
Το ιταλικό Σύνταγμα, γραμμένο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, έχει σχεδιαστεί έτσι ώστε να διαχέει την εξουσία και να καθιστά εξαιρετικά δύσκολες τις θεσμικές αλλαγές χωρίς ευρεία συναίνεση. Αυτό εξηγεί γιατί ανάλογες απόπειρες μεταρρύθμισης έχουν αποτύχει επανειλημμένα στο παρελθόν. Στην περίπτωση της Meloni, όμως, το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν αφορά μόνο τη θεσμική δυσκαμψία της Ιταλίας, αλλά και το πρώτο ουσιαστικό ρήγμα στο πολιτικό της προφίλ ως αδιαμφισβήτητης νικήτριας.
Moneyreview.gr με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ, Reuters
Διαβάστε επίσης:
Ιταλία: «Όχι» δείχνουν τα πρώτα exit poll του δημοψηφίσματος για τη δικαστική μεταρρύθμιση
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

