Εθνική περιφάνεια και ρίγη συγκίνησης προκαλούν οι φωτογραφίες με τους 200 εκτελεσθέντες στην Καισαριανή.
Στις εικόνες αποτυπώνεται το θάρρος και το ηθικό ανάστημα των αγωνιστών, που πάνε να συναντήσουν τον θάνατο χωρίς δειλία και με ψηλά το κεφάλι. Αυτές τις εικόνες επιχειρεί, αφού βεβαιωθεί η γνησιότητά τους, να αποκτήσει η ελληνική Πολιτεία. Σημειώνεται πώς ήδη έχουν γίνει κάποιες ταυτοποιήσεις στοιχείων, από τα αρχεία αγωνιστών του ΚΚΕ.
«Τον πιάσανε το ’36 επί Μεταξά. Από τότε τον πήγαν εξορία, στην Ανάφη, κι από την Ανάφη στην Ακροναυπλία, από εκεί στο Χαϊδάρι κι από το Χαϊδάρι στο Σκοπευτήριο της Καισαριανής για την εκτέλεση», λέει ο Νικόδημος Κατσαρέλης, συγγενής αντιστασιακού που εκτελέστηκε στην τηλεόραση του ANT1.
Στον ANT1 μίλησε επίσης ο Θρασύβουλος Μαράκης, εγγονός που αναγνώρισε τον παππού του που ήταν και μέλος του ΚΚΕ.
«Ήταν πρωτοπόρος εδώ στις δουλειές, ήταν υπέρ του κόμματος πάρα πολύ και όταν του είπαν να υπογράψει για να αρνηθεί τα καθήκοντά του, δεν τα αρνήθηκε και τότε τον πήγαν στη Μανωλάδα στις φυλακές μέχρι που τον σκοτώσανε με τους 200 της Καισαριανής» ανέφερε.
Και ο θείος του όμως εκτελέστηκε τον Αύγουστο της ίδιας χρονιάς. «Βασανίστηκε, με χέρια – πόδια ακρωτηριασμό και στο τέλος εκτελέστηκε» πρόσθεσε ο Θρασύβουλος Μαράκης.
Υπενθυμίζεται ότι μέσω των φωτογραφιών υπήρξαν αναφορές για πιθανή ταυτοποίηση τεσσάρων εκ των εκτελεσθέντων. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για τους Βασίλη Παπαδήμα και Ηλία Ρίζο, ενώ, κατά το 902.gr, προκύπτει ότι στις φωτογραφίες ενδέχεται να απεικονίζονται επίσης ο Δημήτρης Παπαδόπουλος και ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης.
Στο επίκεντρο των πρώτων προσπαθειών ταυτοποίησης βρίσκεται ο Βασίλης Παπαδήμας: ο άνδρας με το λευκό πουκάμισο σε μία από τις φωτογραφίες. Γεννημένος στην Πύλο το 1909, εργαζόταν στο εργοστάσιο της Ανώνυμης Εταιρείας Οινοπνευματοποιίας στη Γιάλοβα Μεσσηνίας και είχε πολεμήσει στο αλβανικό μέτωπο. Συνελήφθη στις 6 Αυγούστου 1941 από Ιταλούς καραμπινιέρους και Έλληνες χωροφύλακες, βάσει καταλόγων που είχαν παραδοθεί στις δυνάμεις Κατοχής, και ακολούθησε μια διαδρομή κρατήσεων από το στρατόπεδο του Ναυπλίου στη Λάρισα και, τελικά, στο Χαϊδάρι, πριν συμπεριληφθεί στους 200 της Πρωτομαγιάς 1944. Η οικογενειακή τραγωδία, κατά το ίδιο δημοσίευμα, δεν σταμάτησε με την εκτέλεσή του: η μητέρα του υπέστη εγκεφαλικό και πέθανε σαράντα ημέρες αργότερα, ενώ ο αδελφός του, Δημήτρης Παπαδήμας, γνωστός εκδότης και αντιστασιακός, είχε επίσης βρεθεί αντιμέτωπος με το ενδεχόμενο εκτέλεσης στην Καισαριανή και, μεταπολεμικά, εξορίστηκε στη Μακρόνησο.
Σε άλλη φωτογραφία, πιθανολογείται ότι απεικονίζεται ο Ηλίας Ρίζος του Δημητρίου, ένας νεαρός άνδρας που φαίνεται να χαμογελά ελαφρά. Εργαζόταν σε μικρή βιοτεχνία παραγωγής ζυμαρικών και αρτοσκευασμάτων στη Λαμία, στην περιοχή του Αγίου Λουκά (Κλαραίικα). Μετά την είσοδο των ιταλικών δυνάμεων στην πόλη, συνελήφθη από Έλληνες συνεργάτες και παραδόθηκε στους κατακτητές, κρατήθηκε στις φυλακές Λαμίας και στη συνέχεια μεταφέρθηκε στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, πριν καταλήξει ανάμεσα στους 200. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, αντιστασιακή δράση είχαν και τα αδέλφια του, Αποστόλης και Βασιλική, με αναφορά και σε δεσμούς με το ΚΚΕ.
Παράλληλα, κατά το 902.gr, οι φωτογραφίες ενδέχεται να αποτυπώνουν και δύο ακόμη πρόσωπα: τον Θρασύβουλο Καλαφατάκη και τον Δημήτρη Παπαδόπουλο. Ο Θρασύβουλος Καλαφατάκης, 30 ετών, καταγόταν από τον Πλατανιά Χανίων (γενν. 1914), ήταν γεωργός και γαλακτοκόμος, παντρεμένος και πατέρας δύο παιδιών. Σύμφωνα με τα βιογραφικά στοιχεία που έχουν καταγραφεί, οργανώθηκε από νωρίς στο ΚΚΕ, διώχθηκε κατά τη δικτατορία Μεταξά, συνελήφθη το 1939 και πέρασε από φυλακές και τόπους κράτησης (Χανιά, Αβέρωφ, Ακροναυπλία, ιταλικό στρατόπεδο Λάρισας) πριν μεταφερθεί στο Χαϊδάρι. Αναφέρεται ακόμη ότι στο στρατόπεδο φρόντιζε ως μάγειρας νεότερους κρατούμενους, ενώ προς τιμήν του έχει δοθεί το όνομά του σε δρόμο στην περιοχή του Αγίου Λουκά στα Χανιά.
Ο Δημήτρης Παπαδόπουλος, ποντιακής καταγωγής, περιγράφεται ως από τους παλαιότερους αγωνιστές του κλάδου των οικοδόμων, με έντονη συνδικαλιστική δράση ήδη από την εγκατάστασή του στην Ελλάδα ως πρόσφυγας (1922–1924). Διετέλεσε, μεταξύ άλλων, γενικός γραμματέας της Ομοσπονδίας Οικοδόμων, με επανειλημμένες διώξεις, φυλακίσεις και εξορίες για τη δράση του. Συνελήφθη το 1936 από τη δικτατορία της 4ης Αυγούστου, οδηγήθηκε σε εξορία και στην Ακροναυπλία, και το 1941 παραδόθηκε στους Γερμανούς, μεταφέρθηκε στο Χαϊδάρι και εκτελέστηκε την 1η Μαΐου 1944 μαζί με τους υπόλοιπους 200.


