Μακρύς είναι ο δρόμος ακόμα για να προσεγγίσουν οι Έλληνες τον ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς την αποπληρωμή των οφειλών τους προς τις τράπεζες, παρά την πρόσφατη βελτιωτική τάση που επισημαίνουν δείκτες και παράγοντες της αγοράς.
Βελτιωμένη -αν και με αστερίσκους- εμφανίζεται η οικονομική κατάσταση του Έλληνα καταναλωτή ως προς την αποπληρωμή των οφειλών του, σύμφωνα με πρόσφατο πόρισμα της Ευρωπαϊκής Αρχής Τραπεζών (ΕΑΤ), ενώ για βελτιωμένη τάση κάνουν λόγο και κορυφαία στελέχη από τον κλάδο των servicers στη «Ν», με στροφή στην κουλτούρα αποπληρωμής οφειλών.
Ωστόσο, η Ελλάδα είναι αρκετά μακριά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, με τις ρυθμίσεις των ιδιωτικών χρεών να μην ανεβαίνουν αναλογικά με τα χρέη και να παρατηρείται έντονη τάση στη διακοπή της αποπληρωμής ακόμη και σε σύντομο διάστημα μετά τη συμφωνία με τους πιστωτές.
Η έκθεση της ΕΑΤ
Σύμφωνα με τη φθινοπωρινή Έκθεση Αξιολόγησης Κινδύνου της EAT, η οποία αφορά την περίοδο Ιουνίου 2024 – Ιουνίου 2025, ένας εκ των δεικτών των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) δείχνει το ποσοστό των ΜΕΔ που συνδέεται με ακίνητη περιουσία κατοικίας, ο οποίος μετρά ουσιαστικά εάν οι καταναλωτές αντιμετωπίζουν δυσκολίες στην αποπληρωμή των στεγαστικών δανείων τους. Μια μείωση αυτού του δείκτη υποδηλώνει ότι η οικονομική κατάσταση των καταναλωτών βελτιώνεται. Έτσι, λοιπόν, σύμφωνα με την ΕΑΤ, οι σημαντικότερες μειώσεις παρατηρήθηκαν σε κράτη-μέλη της Ε.Ε. με υψηλό ποσοστό μη εξυπηρετούμενων δανείων, όπως η Κύπρος και η Ουγγαρία, και σε μικρότερο βαθμό στην Ελλάδα, αφού το ποσοστό αυτό έπεσε από σχεδόν 6,5% σε λίγο πιο κάτω από 6%.
Παράλληλα ένας άλλος δείκτης, που εξετάζει το ποσοστό των δανείων με μέτρα ρύθμισης, αποσκοπεί στην αξιολόγηση της πρόσβασης των καταναλωτών στη ρύθμιση των οφειλών τους. Μια μείωση αυτού του δείκτη μπορεί να υποδηλώνει τη συνολική ισχύ της οικονομίας και τη μείωση του αριθμού των πελατών που χρειάζονται μέτρα ρύθμισης, ή τη μετάβαση από μια περίοδο κατά την οποία απαιτούνταν υψηλότερα επίπεδα ρύθμισης σε μια περίοδο κατά την οποία απαιτούνται λιγότερα μέτρα. Έτσι, το μερίδιο των δανείων προς νοικοκυριά με μέτρα ρύθμισης επί του συνόλου των δανείων προς νοικοκυριά μειώθηκε σημαντικά στα κράτη-μέλη με συγκριτικά υψηλό επίπεδο τέτοιων δανείων, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος, η Ουγγαρία κ.ά. Για την Ελλάδα, το ποσοστό μειώθηκε από το 10% στο 6%.
Παράλληλα, σύμφωνα με τα όσα εξηγούν στελέχη από την αγορά των servicers, τον τελευταίο καιρό παρατηρείται μια τάση για μεγαλύτερη προθυμία να τακτοποιήσουν οι πολίτες τις οφειλές τους. Μάλιστα, σύμφωνα και με μια πρόσφατη πανευρωπαϊκή έρευνα της Intrum οι Έλληνες έχουν βελτιώσει το ποσοστό έγκαιρης αποπληρωμής των οφειλών τους από το 45% το 2023 σε 67% το 2025. Ωστόσο, αυτό φαίνεται πως παραμένει το τελευταίο στη συνολική κατάταξη της Ευρώπης, γεγονός που υποδεικνύει ότι υπάρχει πολύς δρόμος ακόμα.
Αλλαγή κουλτούρας μεν, αλλά…
«Η κουλτούρα αποπληρωμής έχει αλλάξει και η αντίληψη των οφειλετών δεν μοιάζει σε τίποτα με εκείνη της δεκαετίας της οικονομικής κρίσης», αναφέρουν στελέχη από την αγορά των servicers στη «Ν».
Αυτό -όπως εξηγούν- οφείλεται κυρίως στη διαθεσιμότητα επαρκών εργαλείων τόσο από την πολιτεία (εξωδικαστικός μηχανισμός) όσο και από τους ίδιους τους servicers (διμερείς λύσεις) που παρέχουν στους οφειλέτες μια γκάμα επιλογών, καθιστώντας τη ρύθμιση των οφειλών πιο βιώσιμη και σύμφωνα με τις ανάγκες τους.
Πράγματι, σύμφωνα με τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία, τον Νοέμβριο παρατηρήθηκε ακόμα ένα νέο ιστορικό υψηλό ρυθμίσεων μέσω του εξωδικαστικού μηχανισμού, με τις μηνιαίες ρυθμίσεις να φθάνουν στις 2.450, 23% πάνω σε σχέση με το αντίστοιχο ποσοστό του 2024, όπως έχει γράψει η «Ν».
Ωστόσο, παρά τη βελτιωμένη μεγάλη εικόνα σε απόλυτους αριθμούς, τα συγκρίσιμα στοιχεία λένε άλλα. Ενδεικτικά, από τα 55,22 δισ. ευρώ που είναι οι αρχικές οφειλές σε αιτήσεις για τον εξωδικαστικό μηχανισμό, οι επιτυχείς ρυθμίσεις μέχρι τον Νοέμβριο αντιστοιχούν τελικά μόνο σε 15,26 δισ. ευρώ.

