Ο Ντόναλντ Τραμπ αποκάλυψε επιτέλους τα χαρτιά του για το Ιράν. Επειτα από εβδομάδες απειλών, ο πρόεδρος των ΗΠΑ και ο πρωθυπουργός του Ισραήλ Μπέντζαμιν Νετανιάχου ενέκριναν το πρωί του Σαββάτου μεγάλες αεροπορικές επιδρομές με στόχο τους ηγέτες της χώρας. Τόσο για την περιοχή του Κόλπου όσο και για την παγκόσμια οικονομία, οι τελευταίες επιθέσεις –και η απάντηση της Τεχεράνης– δημιουργούν μια ανησυχητικά ασταθή νέα πραγματικότητα με άγνωστη κατάληξη.
Οι πρόσφατες προειδοποιήσεις του Τραμπ είχαν συνδέσει την πιθανότητα επίθεσης με τις συνεχιζόμενες διαπραγματεύσεις που αποσκοπούν στον περιορισμό των πυρηνικών δυνατοτήτων του Ιράν. Ωστόσο, νωρίς το πρωί του Σαββάτου, παρουσίασε μια ευρύτερη δικαιολογία για τη σύγκρουση, βασισμένη στα 47 χρόνια εχθρότητας της Ισλαμικής Δημοκρατίας προς τις ΗΠΑ, καθώς και στην αποτροπή της από την ανάπτυξη ατομικού όπλου.
Η κυβέρνηση και οι ένοπλες δυνάμεις του Ιράν έχουν αποδυναμωθεί από τις απώλειες που υπέστησαν κατά τη διάρκεια του 12ήμερου πολέμου του περασμένου Ιουνίου. Η Τεχεράνη σκότωσε επίσης χιλιάδες δικούς της πολίτες τον περασμένο μήνα μετά τις διαδηλώσεις. Η απομάκρυνση του αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ και άλλων ανώτερων στελεχών θα μπορούσε να οδηγήσει σε αλλαγή ηγεσίας στο Ιράν, χωρίς τα αμερικανικά στρατεύματα να εμπλακούν σε μια άλλη παρατεταμένη σύγκρουση όπως αυτές που πολέμησε στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. Ωστόσο υπάρχει ελάχιστο ιστορικό προηγούμενο για αεροπορικές επιδρομές από ξένη δύναμη που να πυροδοτήσουν λαϊκή εξέγερση. Είναι επίσης κάθε άλλο παρά σαφές ότι το ισχυρό Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης (IRGC) θα δεχόταν έναν ηγέτη ή μία νέα κυβέρνηση λιγότερο εχθρική προς τις ΗΠΑ. Η επισφαλής υπόθεση για την τελευταία σύγκρουση επιδεινώνεται από το γεγονός ότι ο Τραμπ δεν έχει ζητήσει την έγκριση του Κογκρέσου. Τόσο ο ίδιος όσο και ο Νετανιάχου ισχυρίστηκαν ότι κατέστρεψαν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν τον περασμένο Ιούνιο.
Και οι δύο πλευρές θα μπορούσαν να αποφύγουν μια παρατεταμένη σύγκρουση, όπως έχουν κάνει στο παρελθόν. Ωστόσο το κόστος της απόφασης του Τραμπ είναι σαφέστερο από τα οφέλη. Το Ιράν απάντησε εκτοξεύοντας πυραύλους στο Ισραήλ, καθώς και σε συμμάχους των ΗΠΑ στον Κόλπο, όπως το Μπαχρέιν, το Κατάρ και τα ΗΑΕ. Τα οικονομικά πλάνα των χωρών αυτών να απομακρυνθούν από τα ορυκτά καύσιμα εξαρτώνται από την προσέλκυση άμεσων ξένων επενδύσεων και τουρισμού. Και οι δύο τομείς είναι καταδικασμένοι να υποφέρουν καθώς οι πυραυλικές επιθέσεις ανάγκασαν χρηματοοικονομικούς κόμβους όπως το Αμπου Ντάμπι και το Ντουμπάι να κλείσουν τον εναέριο χώρο τους.
Τα οικονομικά σοκ θα μπορούσαν να ενταθούν περαιτέρω εάν η σύγκρουση διαταράξει την προμήθεια πετρελαίου. Η Morgan Stanley εκτιμά ότι εάν μια μεγάλης κλίμακας αμερικανική επίθεση ακολουθηθεί από σημαντικές ιρανικές αντεπιθέσεις, οι διακοπές λειτουργίας των δεξαμενόπλοιων στον Αραβικό Κόλπο θα μπορούσαν να μειώσουν την παγκόσμια προσφορά έως και 3 εκατ. βαρέλια την ημέρα για αρκετές εβδομάδες. Αυτό θα ήταν αρκετό για να εκτοξεύσει τις τιμές του αργού πετρελαίου πολύ πάνω από το ήδη υψηλό επίπεδο των 72 δολαρίων το βαρέλι.
Το πόσο από αυτό θα επηρεάσει τον παγκόσμιο πληθωρισμό, αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τα επιτόκια υψηλότερα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, εξαρτάται από το αν η Σαουδική Αραβία μπορεί να αναπτύξει μέρος των 2 εκατ. βαρελιών ημερήσιας πλεονάζουσας παραγωγικής της ικανότητας πετρελαίου. Εξαρτάται επίσης από το πόσο θα διαρκέσει η σύγκρουση, δεδομένου του κινδύνου άλλων διαταραχών, όπως οι νέες επιθέσεις σε πλοία της Ερυθράς Θάλασσας από δυνάμεις των Χούθι που συνδέονται με το Ιράν. Οποιο και αν είναι το αποτέλεσμα, οι τελευταίες επιθέσεις του Τραμπ πυροδοτούν μεγάλους κινδύνους.

