Το πιο αισιόδοξο σενάριο για την παγκόσμια οικονομία είναι ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή να λήξει εντός μερικών εβδομάδων, η περιοχή να συνεχίσει να παράγει πετρέλαιο και φυσικό αέριο και να επανεκκινήσει η διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ. Τότε, ο φόβος της ανάφλεξης του πληθωρισμού θα υποχωρήσει.
Ορισμένοι αναλυτές, όμως, προειδοποιούν ότι η συντονισμένη επίθεση ΗΠΑ και Ισραήλ και η αντίδραση του Ιράν προκαλούν κινδύνους που θα μπορούσαν να απειλήσουν την πορεία της διεθνούς οικονομίας. Μεγαλύτερο φόβο προκαλεί το σενάριο επιθετικών αντιποίνων από το Ιράν, πλήττοντας την παραγωγή πετρελαίου και φυσικού αερίου στις χώρες του Κόλπου.
Κάθε περιστατικό που παρατείνει τις συγκρούσεις ή απειλεί πηγές πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι πιθανό να ανεβάσει τις τιμές ενέργειας, σπρώχνοντας προς τα επάνω και τον πληθωρισμό. Σε αυτή την περίπτωση, οι κεντρικές τράπεζες με τη σειρά τους θα υποχρεωθούν να ανεβάσουν τα επιτόκια δανεισμού, αυξάνοντας μεταξύ άλλων το κόστος των στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων. Ετσι, θα επιβαρύνονταν οι καταναλωτικές δαπάνες και το επιχειρηματικό κλίμα, που είναι γνωστό μονοπάτι προς μία ύφεση.
«Είμαστε σε μία πολύ ασταθή περίοδο», είπε στους NYT ο Kenneth S. Rogoff, πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ και καθηγητής του Harvard, δηλώνοντας επιφυλακτικός για τις προβλέψεις περί σύντομης λήξης του πολέμου. «Οταν ξεκίνησε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, όλοι νόμιζαν ότι θα τελειώσει σε έναν μήνα», τόνισε.
Στο επίκεντρο των ανησυχιών αυτή τη στιγμή είναι η ενέργεια που παράγεται στη Μέση Ανατολή, από όπου προέρχεται το 30% του παγκόσμιου πετρελαίου και το 17% του φυσικού αερίου. Κάθε αναταραχή στις ενεργειακές ροές σχεδόν βέβαια προκαλεί προβλήματα στις μεγαλύτερες εισαγωγικές δυνάμεις, όπως οικονομίες στην Ανατολική Ασία και την Ευρώπη.
Οποτε ο πλανήτης ανησυχεί για την πρόσβαση στο πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής, γίνονται συγκρίσεις με το σοκ της δεκαετίας του 1970. Οταν ο ΟΠΕΚ μείωσε την παραγωγή, υπήρξαν πρωτοφανείς εικόνες στις ΗΠΑ: Οι Αμερικανοί περίμεναν σε τεράστιες ουρές στα πρατήρια για να βάλουν βενζίνη με δελτία και πλήρωναν τιμές-ρεκόρ για να οδηγούν τα οχήματά τους.
Οπως και σήμερα, σημαντική προσοχή είχε δοθεί τότε στα Στενά του Ορμούζ, από όπου διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο των πετρελαϊκών ροών που μεταφέρονται διά θαλάσσης. Η πίεση στις θαλάσσιες διελεύσεις ήταν ιδιαίτερα έντονη το 1979, τη χρονιά που ο φιλοδυτικός Σάχης του Ιράν ανατράπηκε από την Ιρανική Επανάσταση και κατέληξε στην εξουσία ένα νέο θεοκρατικό καθεστώς, το οποίο κυβερνά μέχρι σήμερα.
Εκεί όμως σταματούν οι ομοιότητες με τη σημερινή κατάσταση. Ο ΟΠΕΚ+ έχει ήδη δεσμευτεί να αυξήσει παραγωγή για να αντισταθμιστούν τυχόν απώλειες από τον πόλεμο. Χάρη στις μεγάλες αυξήσεις στην αμερικανική παραγωγή, η προμήθεια πετρελαίου γενικά ξεπερνά τη ζήτηση.
Ενεργειακή αυτονομία
Για πολλές χώρες, τα πετρελαϊκά σοκ της δεκαετίας του 1970 και οι πόλεμοι που ακολούθησαν στην περιοχή, στήριξαν τις προσπάθειες για μεγαλύτερη ενεργειακή αυτονομία. Αναγνωρίζοντας ότι το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο συνδέονται στενά με γεωπολιτικά ρίσκα, μεγάλο μέρος του πλανήτη στρέφεται περισσότερο στις ΑΠΕ. Ωστόσο, η τρέχουσα κρίση αναδεικνύει ότι ο κόσμος εξακολουθεί να εξαρτάται έντονα από τα ορυκτά καύσιμα. Αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά για παραπάνω από μερικές εβδομάδες και οι ιρανικοί πύραυλοι στοχεύσουν προς διυλιστήρια, τότε εξουδετερώνονται τα άμεσα οφέλη από τις καθαρότερες πηγές ενέργειας. Κι αν χτυπηθούν διυλιστήρια, θα περιοριστεί η παραγωγή πετροχημικών προϊόντων, όπως τα λιπάσματα, ανεβάζοντας το κόστος της καλλιέργειας τροφίμων.
Οι τιμές πετρελαίου εκτινάχθηκαν άνω του 10% τη Δευτέρα, αντανακλώντας την ανησυχία για την πρόσβαση στην παγκόσμια ενεργειακή προσφορά. Αργότερα, όμως, περιόρισαν τα κέρδη, καθώς η αγορά εκτίμησε ότι ο κίνδυνος αφορά κυρίως τη δυνατότητα εξαγωγών από τη Μέση Ανατολή και όχι μια γενικευμένη διακοπή ροών.
Η Κίνα, η Ιαπωνία, η Γερμανία, η Νότια Κορέα, η Ταϊβάν, η Ιταλία και η Ισπανία, σημαντικές εξαγωγικές δυνάμεις βιομηχανικών προϊόντων, βρίσκονται ήδη αντιμέτωπες με τον εμπορικό πόλεμο του Donald Trump. Διαχειρίζονται δασμούς και αυξημένο κόστος πρώτων υλών. Πλέον, αντιμετωπίζουν και το ενδεχόμενο νέας ανόδου στις τιμές καυσίμων. «Οι πιο ευάλωτες περιοχές παγκοσμίως είναι η Ευρώπη και η Ανατολική Ασία, δεδομένου ότι εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια», επισημαίνει ο Adnan Mazarei του Peterson Institute for International Economics.
Το μέγεθος του προβλήματος φάνηκε όταν η κρατική πετρελαϊκή εταιρεία του Κατάρ ανακοίνωσε ότι διακόπτει την παραγωγή LNG, επικαλούμενη τους κινδύνους μεταφοράς μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή εκτίναξε τις τιμές φυσικού αερίου στην Ευρώπη κατά περίπου 50%.
Οι ΗΠΑ φαίνονται πιο προστατευμένες, καθώς είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός αργού πετρελαίου και η μεγαλύτερη εξαγωγική δύναμη LNG παγκοσμίως. Παρότι οι αμερικανικές εταιρείες ορυκτών καυσίμων ενδέχεται να επωφεληθούν από μια παρατεταμένη άνοδο τιμών, οι καταναλωτές στις ΗΠΑ είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα πληρώνουν ακριβότερα για βενζίνη. Εξού και πολλοί αναλυτές εκτιμούν ότι ο Trump θα επιδιώξει λήξη της σύγκρουσης πριν οι υψηλότερες τιμές ενέργειας επηρεάσουν περαιτέρω το κόστος των καταναλωτικών αγαθών. Θα ήταν πολιτικά επικίνδυνο να εισέλθει στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου με αυξημένες τιμές βενζίνης.
Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, ωστόσο, οι επιπτώσεις της σύγκρουσης αναμένεται να ενισχύσουν τον πληθωρισμό, εκτιμά ο Rogoff. Οι ΗΠΑ θα χρειαστεί να αναπληρώσουν τα αποθέματα οπλικών συστημάτων τους, επιβαρύνοντας περαιτέρω το δημόσιο χρέος. «Θα καταλήξουμε να δαπανούμε πολύ περισσότερα για την άμυνα και αυτό θα έχει επιπτώσεις στα επιτόκια και στον πληθωρισμό», σημειώνει.
moneyreview.gr με πληροφορίες από NYT
Διαβάστε επίσης:
Deutsche Bank: Πραγματική κρίση εάν συμβούν αυτά τα τρία πράγματα
Μέση Ανατολή: Ο πόλεμος αλλάζει τις προσδοκίες για τα επιτόκια – Αναταράξεις στα ομόλογα
Στουρνάρας: Η ΕΚΤ πρέπει να είναι ευέλικτη – Θολώνει το τοπίο
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

