Η ένταση μεταξύ ομοσπονδιακών και τοπικών αρχών επιβολής του νόμου στις ΗΠΑ κλιμακώνεται επικίνδυνα, με αφορμή τις μαζικές επιχειρήσεις της Immigration and Customs Enforcement (ICE) σε ολόκληρη τη χώρα και ειδικά στη Μινεάπολη.
Ακόμη και αστυνομικοί που στο παρελθόν είχαν στηρίξει ανοιχτά την αποστολή της υπηρεσίας, δηλώνουν πλέον ότι χάνουν την εμπιστοσύνη τους στις τακτικές που εφαρμόζονται στο πεδίο.
«Αχαρτογράφητα νερά» στη Μινεάπολη
Η αφορμή δόθηκε το Σάββατο, όταν ομοσπονδιακός πράκτορας πυροβόλησε και σκότωσε άνδρα στη Μινεάπολη. Ο αρχηγός της αστυνομίας της πόλης, Μπράιαν Ο’Χάρα, δήλωσε ότι ενημερώθηκε μέσω ασυρμάτου πως οι τοπικοί αστυνομικοί «δεν χρειάζονταν» στο σημείο.
Παρά την εντολή του να μην αποχωρήσουν οι άνδρες του από τον χώρο, όταν έφτασαν οι ερευνητές του Minnesota Bureau of Criminal Apprehension (BCA), εμποδίστηκαν από στελέχη του υπουργείου Εσωτερικής Ασφάλειας (DHS) να συλλέξουν στοιχεία.
Η πολιτειακή υπηρεσία αναγκάστηκε να εξασφαλίσει δικαστικό ένταλμα — μια εξαιρετικά σπάνια κίνηση για περιστατικό δημόσιου πυροβολισμού — ωστόσο και πάλι δεν της επετράπη η πρόσβαση.
«Είναι η πρώτη φορά που θυμάμαι πολιτειακούς ερευνητές με αρμοδιότητα να αποκλείονται από ομοσπονδιακούς», δήλωσε ο επικεφαλής του BCA, Ντριου Έβανς. «Βρισκόμαστε σε αχαρτογράφητα νερά».
Μαζικές επιχειρήσεις, αυξανόμενη δυσπιστία
Η σύγκρουση αυτή αντικατοπτρίζει βαθύτερες εντάσεις που σιγοβράζουν εδώ και μήνες. Στη Μινεσότα έχουν αναπτυχθεί περίπου 3.000 ομοσπονδιακοί πράκτορες, στο πλαίσιο της μεγαλύτερης επιχείρησης που έχει πραγματοποιήσει μέχρι σήμερα το υπουργείο Εσωτερικής Ασφαλείας. Παρόμοιες δράσεις βρίσκονται σε εξέλιξη και αλλού, από το πρόγραμμα «Metro Surge» έως το «Catch of the Day» στο Μέιν.
Τοπικοί και πολιτειακοί επικεφαλής της αστυνομίας εκφράζουν ανοιχτά πλέον ανησυχίες ότι οι επιχειρήσεις ξεφεύγουν από τον δηλωμένο στόχο της κυβέρνησης: την απομάκρυνση μεταναστών με σοβαρό ποινικό παρελθόν.
Στο Μέιν, ο σερίφης της κομητείας Κάμπερλαντ, Κέβιν Τζόις, εξηγεί στη Wall Street Journal ότι στήριζε την αποστολή της ICE όπως του είχε παρουσιαστεί από τον «τσάρο των συνόρων» Τομ Χόμαν: στοχευμένες επιχειρήσεις κατά επικίνδυνων εγκληματιών.
Η στάση του άλλαξε ριζικά όταν πράκτορες της ICE συνέλαβαν σε έλεγχο δρόμου σωφρονιστικό υπάλληλο της κομητείας — μετανάστη που, σύμφωνα με τον Τζόις, είχε άδεια εργασίας έως το 2029 και μηδενικό ποινικό μητρώο.
«Δεν είμαι αντι-ICE, ούτε κατά διάνοια», δήλωσε ο σερίφης. «Αλλά έχουν μετακινήσει επικίνδυνα τα όρια». Κατηγόρησε μάλιστα τις ομοσπονδιακές αρχές ότι επιχειρούν εκ των υστέρων να “χτίσουν” υπόθεση για να δικαιολογήσουν τη σύλληψη.
Μετακινούνται επικίνδυνα τα όρια
Παρόμοια εικόνα μεταφέρουν και αστυνομικοί από την ευρύτερη περιοχή Μινεάπολη–Σεντ Πολ. Σε μια ασυνήθιστη κοινή συνέντευξη Τύπου, αρκετοί αρχηγοί δήλωσαν ότι ομοσπονδιακοί πράκτορες σταμάτησαν πολίτες — ακόμη και εκτός υπηρεσίας αστυνομικούς — χωρίς εμφανή αιτία, ζητώντας αποδείξεις υπηκοότητας.
Ο αρχηγός της αστυνομίας του Μπρούκλιν Παρκ, Μαρκ Μπρούλεϊ, έκανε λόγο για «ατελείωτες καταγγελίες», επισημαίνοντας ότι όλοι οι αστυνομικοί που ελέγχθηκαν ήταν έγχρωμοι.
Σε μία περίπτωση, όπως είπε, πράκτορες περικύκλωσαν εκτός υπηρεσίας αστυνομικό με όπλα drawn και της χτύπησαν το κινητό από το χέρι όταν προσπάθησε να καταγράψει το περιστατικό.
«Αν συμβαίνει αυτό στους δικούς μας, φοβάμαι να σκεφτώ πόσους πολίτες αγγίζει καθημερινά», τόνισε.
Τα γεγονότα που έφεραν την έκρηξη
Ο θάνατος του 37χρονου Άλεξ Πρέτι στη Μινεάπολη από πυρά πράκτορα της ICE ήρθε μόλις δυόμιση εβδομάδες μετά την υπόθεση της Ρενέ Γκουντ. Και στις δύο περιπτώσεις, η κυβέρνηση έσπευσε να υιοθετήσει μια εκδοχή των γεγονότων, που παρουσιάζει τα θύματα ως άμεση και θανάσιμη απειλή για τους πράκτορες.
Η σύγκριση δεν είναι μόνο συμβολική. Τα πραγματικά στοιχεία που έχουν δει μέχρι στιγμής το φως της δημοσιότητας δημιουργούν την αίσθηση επανάληψης ενός σεναρίου που είχε ήδη πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.

Το κυβερνητικό αφήγημα και τα κενά του
Η υπουργός Εσωτερικής Ασφάλειας Κρίστι Νόεμ δήλωσε ότι ο Πρέτι επιχείρησε να «προκαλέσει τη μέγιστη δυνατή ζημιά», ενώ το DHS έκανε λόγο για απόπειρα «μαζικής σφαγής» αστυνομικών.
Ο σύμβουλος του Λευκού Οίκου Στίβεν Μίλερ συνόψισε το περιστατικό λέγοντας ότι «ένας δολοφόνος προσπάθησε να σκοτώσει ομοσπονδιακούς πράκτορες».
Ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν έχει παρουσιαστεί κανένα απολύτως στοιχείο που να στηρίζει αυτούς τους ισχυρισμούς, όπως επισημαίνει η Wall Street Journal. Ο Πρέτι έφερε όπλο — με νόμιμη άδεια, σύμφωνα με τον αρχηγό της αστυνομίας Μινεάπολης — αλλά τα διαθέσιμα βίντεο δεν τον δείχνουν να αγγίζει το όπλο του ούτε να απειλεί με οποιονδήποτε τρόπο τους πράκτορες της ICE.
Αντιθέτως στα βίντεο καταγράφεται πράκτορας να αφαιρεί όπλο από τη ζώνη του, αφού άλλοι πράκτορες τον είχαν ρίξει στο έδαφος, κάνοντας χρήση σπρέι πιπεριού, και τον είχαν ακινητοποιήσει. Ο μοιραίος πυροβολισμός έπεσε αφότου είχε αφαιρεθεί από τον Πρέτι το όπλο (και κατά συνέπεια η όποια απειλή).
Παράλληλα, ενώ το DHS υποστηρίζει ότι ο Πρέτι πλησίασε απειλητικά τους πράκτορες, το οπτικό υλικό δείχνει πως η ένταση ξεκίνησε όταν ομοσπονδιακός αστυνομικός έσπρωξε γυναίκα που στεκόταν δίπλα του.
Το deja vu
Όπως και στην υπόθεση της Γκουντ, έτσι και τώρα, η στάση της κυβέρνησης προκαλεί αντιδράσεις.
Μετά τον θάνατο της Γκουντ, η κυβέρνηση είχε κατηγορηθεί ότι απέφυγε μια πλήρη και ανεξάρτητη έρευνα για τον πράκτορα της ICE και αντ’ αυτού προσπάθησε να «χτίσει» υπόθεση εις βάρος του ίδιου του θύματος — μια επιλογή που οδήγησε ακόμη και σε παραιτήσεις εισαγγελέων.
Στην περίπτωση Πρέτι, ο αρχηγός της αστυνομίας Μινεάπολης κατήγγειλε ότι ομοσπονδιακοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να αποκλείσουν την τοπική αστυνομία από τον τόπο του εγκλήματος, ενώ το Minnesota Bureau of Criminal Apprehension δήλωσε ευθέως ότι το DHS δεν συνεργάζεται με τις πολιτειακές αρχές.
Η κοινή γνώμη έχει ήδη αποφασίσει
Η κυβέρνηση καλείται να υπερασπιστεί τη στάση της σε ένα περιβάλλον όπου η δυσπιστία απέναντι στην ICE είναι ήδη βαθιά ριζωμένη. Δημοσκοπήσεις μετά τον θάνατο της Γκουντ έδειξαν ότι μόλις το ένα τέταρτο των Αμερικανών συμμερίστηκε την άποψη της Noem ότι επρόκειτο για «εγχώρια τρομοκρατία».
Τα νεότερα δεδομένα είναι ακόμη πιο δυσοίωνα. Σύμφωνα με δημοσκόπηση CBS News–YouGov, το ποσοστό όσων θεωρούν ότι η ICE είναι «υπερβολικά σκληρή» αυξήθηκε από 53% τον Οκτώβριο σε 61% την περασμένη εβδομάδα — εύρημα που επιβεβαιώθηκε και από έρευνα των New York Times–Siena College. Ακόμη πιο ανησυχητικό για τον Λευκό Οίκο: 7 στους 10 ανεξάρτητους ψηφοφόρους και 2 στους 10 Ρεπουμπλικάνους δηλώνουν πλέον ότι η υπηρεσία «έχει ξεπεράσει τα όρια».
Όχι πια μόνο θέμα Αριστεράς – ρωγμές και στη Δεξιά
Σε αντίθεση με την υπόθεση της Γκουντ, ο θάνατος του Πρέτι δημιουργεί νέα πολιτικά προβλήματα, όπως επισημαίνει το CNN. Υποστηρικτές της Δεύτερης Τροπολογίας, ακόμη και το ισχυρότερο λόμπι υπέρ της οπλοκατοχής στη χώρα, η National Rifle Association, αντέδρασαν στη ρητορική που αφήνει να εννοηθεί ότι το γεγονός και μόνο πως ο Πρέτι έφερε όπλο, έδινε το δικαίωμα στους πράκτορες της ICE να τον σκοτώσουν.
«Υπεύθυνες δημόσιες φωνές οφείλουν να περιμένουν τα αποτελέσματα πλήρους έρευνας, όχι να δαιμονοποιούν νομοταγείς πολίτες», ανέφερε η NRA.
Παράλληλα, αρκετοί Ρεπουμπλικάνοι βουλευτές εμφανίστηκαν πιο επιφυλακτικοί στην υπεράσπιση των πρακτόρων, με πρόεδρο κοινοβουλευτικής επιτροπής να ζητά ακόμη και ακροάσεις.

