φωτ.: Reuters/Louisa Gouliamaki
Πώς και πόσο θα επηρεάσει ο πόλεμος στο Ιράν και στη Μέση Ανατολή τη σταθερή πορεία της οικονομίας μας; Πριν ξεσπάσει η νέα κρίση υπήρχε η εκτίμηση ότι φέτος η οικονομία θα κινηθεί παρόμοια με πέρυσι, με περίπου ίδιο ρυθμό μεγέθυνσης εθνικού προϊόντος, μικρή μείωση πληθωρισμού και ανεργίας και όχι αμελητέα αύξηση των επενδύσεων. Ακόμη και με αυτή την πορεία, όμως, η σύγκλιση με τους ευρωπαϊκούς μέσους όρους θα ήταν σχετικά αργή, με συνέπεια τα μέσα πραγματικά εισοδήματα στη χώρα να απέχουν από τα επιθυμητά. Μετά τις πρόσφατες εξελίξεις, και μέσα σε γενικευμένη αβεβαιότητα, κάποιοι υπολογισμοί και σχεδιασμοί θα πρέπει να ξαναγίνουν.
Ξεκινώντας από τα αμεσότερα, η έντονη αύξηση τιμών ενέργειας και πρώτων υλών, εφόσον δεν αντιστραφεί σύντομα, μπορεί να επηρεάσει την ελληνική οικονομία σημαντικά, καθώς καταναλωτικά και παραγωγικά είναι εξαρτημένη από τις σχετικές εισαγωγές. Με τις δυνατότητες υποκατάστασης να είναι μικρές, αναμένεται αύξηση του πληθωρισμού, προς ή πάνω από το 3%, αλλά και του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Εφόσον η εξωτερική κρίση εξαντληθεί προς το καλοκαίρι, αυτή η επίπτωση θα παραμείνει μετρήσιμη και για το υπόλοιπο έτος, σε δύο κομβικές πτυχές της οικονομίας που ήδη αντανακλούν χαμηλή ανταγωνιστικότητα, όχι όμως σε βαθμό που να τη θέσει σε κίνδυνο.
Πρόσθετο πλήγμα στα εισοδήματα στη χώρα θα υπάρξει αν ανατραπεί η θετική πορεία που είχε ο τουρισμός τα τελευταία χρόνια. Είναι νωρίς για να γίνει εκτίμηση, όμως τα κανάλια επηρεασμού δεν είναι λίγα. Από τη μια πλευρά η γεωγραφική μας θέση ίσως θεωρηθεί υπερβολικά κοντά σε εστίες κινδύνων, αποθαρρύνοντας ταξιδιώτες, ιδίως εκτός Ευρώπης, αν και ροές μπορεί να εκτραπούν προς εμάς από άλλες χώρες που επηρεάζονται αμεσότερα. Από την άλλη, επιβράδυνση εισοδημάτων στην Ευρώπη, ενίσχυση της αβεβαιότητας και αύξηση του μεταφορικού κόστους, πιθανώς θα μειώσει τη διάθεση για καλοκαιρινές διακοπές στη χώρα μας. Μεγαλύτερη σαφήνεια θα υπάρξει κατά το επόμενο δίμηνο, όμως η υπόθεση εργασίας για μείωση των τουριστικών αφίξεων λόγω της συνεχιζόμενης έντασης, που θα οδηγούσε τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας κάτω του 2%, έχει σημαντική πιθανότητα.
Τέτοιου είδους εξελίξεις μάς επαναφέρουν στη μεγάλη εικόνα. Παρά τη σαφή σταθεροποίηση και θετική πορεία της οικονομίας τα τελευταία χρόνια, που έχει απαλείψει μεγάλο μέρος της κληρονομιάς της κρίσης χρέους, υπάρχει υστέρηση σε κρίσιμες πλευρές. Oσο αυξάνονται τα εισοδήματα, μεγάλο μέρος της ζήτησης διαρρέει στο εξωτερικό, ενώ η εγχώρια αποταμίευση παραμένει χαμηλή. Η εξάρτηση από εισαγωγές κάθε είδους αγαθών παραμένει μεγάλη και, ενώ οι εξαγωγές αυξάνονται, το εμπορικό κενό δεν κλείνει γρήγορα, γιατί η εγχώρια παραγωγή δεν είναι επαρκώς προσανατολισμένη στη δημιουργία υψηλής αξίας. Το συσσωρευμένο επενδυτικό κενό είναι βαθύ και η εκπαίδευση δεν προσελκύει νέους στη χώρα.
Σε πολλές από τις παραπάνω περιοχές υπάρχει πρόοδος, όμως η απόσταση από τα ευρωπαϊκά επίπεδα κλείνει αργά. Δεδομένης της σταθερότητας που έχει επιτευχθεί, αν η νέα κρίση διαρκέσει λίγες μόνον εβδομάδες, δεν θα είναι πραγματικά επικίνδυνη. Μεσοπρόθεσμα, όμως, τέτοιες εξωτερικές κρίσεις πρέπει να μας ανησυχούν, όσο η οικονομία μας δεν γίνεται ανθεκτικότερη. Μια παρατεταμένη αποσταθεροποίηση στην περιοχή θα αυξήσει το κόστος χρηματοδότησης και παραγωγής και θα δυσχεράνει επενδύσεις και εξαγωγές, αυξάνοντας την εσωστρέφεια. Ενα θετικό περιβάλλον και ακόμη και μια ευρωπαϊκή «ομπρέλα» δεν πρέπει να θεωρούνται δεδομένα τα επόμενα χρόνια, ιδίως όταν διεθνείς συμβάσεις και κανόνες συμπεριφοράς χάνουν την αξία τους αστραπιαία.
Εντονες κρίσεις, όπως η τρέχουσα, με επιπλοκές στη γεωγραφική περιοχή μας όσο και στις παγκόσμιες αγορές, καθώς και αυξημένη πιθανότητα επόμενων κρίσεων, είναι σήμα ανάγκης ενδυνάμωσης της οικονομίας μας με ταχύτερους ρυθμούς. Αυτή η ανάγκη ενδυνάμωσης, όμως, εξίσου ισχύει ενόψει μιας αναδιάταξης ισχύος, που θα μπορούσε να είναι ευνοϊκή εφόσον γίνουν κατάλληλες κινήσεις. Μια αλλαγή συσχετισμών και προσανατολισμών στο Ιράν και τριγύρω θα αλλάξει σταδιακά και άλλους ρόλους στην περιοχή, ασφαλώς για την Τουρκία, το Ισραήλ και συνολικά τη Μέση Ανατολή. Η Ελλάδα, όπως και η Κύπρος, μπορούν να ενισχυθούν οικονομικά και γενικότερα, εφόσον συνδυάσουν θεσμική σταθερότητα, προβλεψιμότητα, και οικονομικό δυναμισμό.
* Ο κ. Νίκος Βέττας είναι γενικός διευθυντής ΙΟΒΕ και καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών.
** Το άρθρο δημοσιεύτηκε αρχικά στην Καθημερινή της Κυριακής.
Ακολουθήστε το Money Review στο Google News

