«Ανθρώπινες σχέσεις, αγροτικές ασχολίες, ο κόπος των ανθρώπων, σκηνές των δρόμων, των καφενείων, μουσικές στα κάστρα Μυτιλήνης και Μολύβου· ο ελαιώνας της Γέρας, οι παραθεριστές του καλοκαιριού, οι προσκυνητές στις Παναγιές του νησιού, η Επάνω Σκάλα της Μυτιλήνης με το κάστρο της, αλλά κι η πατρογονική Αιολική Γη έγιναν θέματα, μικρά πεζά κείμενα» Αρ. Καλάργαλης
«Δεν έχω χρόνο να διαβάσω εφημερίδα». Πόσες φορές δεν το έχουμε ακούσει – αν δεν το έχουμε πει και οι ίδιοι… Κι όμως. Σε έναν κόσμο που τρέχει χωρίς κατεύθυνση, μα και χωρίς σκοπό, η εφημερίδα (και το βιβλίο φυσικά) προσφέρει την όαση της απομόνωσης.
Με μια εφημερίδα μπορείς να μεταφερθείς, να ταξιδέψεις. «Στη θαλπωρή και στην αυλή του σπιτιού, σε καφενεία και ταβέρνες, σε αμμουδιές, κάτω από αρμυρίκια και σκίνα, σε βάρκες, σε παλιά αγροτόσπιτα και στη σκιά αιωνόβιων ελιών, ταξιδεύοντας πάνω σε πλοία».
Αυτό ακριβώς πετυχαίνει μέσα από τις σελίδες της «Εφ.Συν.» ο Αριστείδης Καλάργαλης με τα κείμενά του εκεί, «στο όριο Ανατολής-Δύσης· τα περισσότερα στη Λέσβο». Εντεκα χρόνια διαρκεί αυτή η σχέση με τους αναγνώστες της εφημερίδας. Να όμως που τώρα, 94 από αυτά, επί συνόλου 300 και πλέον κειμένων, αποτελούν την ύλη για το πρόσφατα εκδοθέν βιβλίο του «Γράμματα απ’ το Αιγαίο», από τον επίλογο του οποίου και το πιο πάνω απόσπασμα.
Οαση ο συγγραφέας μέσα στην ύλη της σκληρής επικαιρότητας, προσφέρει –όπως και άλλοι επιφυλλιδογράφοι και χρονογράφοι της εφημερίδας μας– αυτό που κανένα άλλο μέσο ενημέρωσης δεν μπορεί να προσφέρει. «Ενας εξαιρετικός συγγραφέας και διανοούμενος, ένας απαράμιλλος τεχνίτης του λόγου […] συνδιαλέγεται επάξια με τους μεγάλους συγγραφείς της Λεσβιακής Ανοιξης», σύμφωνα με τον παλαιό διευθυντή μας Νικόλα Βουλέλη, που προλογίζει το βιβλίο (και επί των ημερών της διεύθυνσης του οποίου άρχισε η συνεργασία).
Ο Αρ. Καλάργαλης, σύμφωνα με τον Ν. Βουλέλη και πάλι, «αγαπάει το νησί του και αναπτύσσει ένα συνεχή διάλογο με τη φύση και το περιβάλλον του. Παρακολουθεί τον αέναο κύκλο της ζωής, των ανθρώπων, των καρπών της ζωής, στοχάζεται δημιουργικά και προβάλλει με εξαιρετικό τρόπο -είναι άλλωστε και ποιητής- τα ξεχωριστά στοιχεία του και κυρίως το ελαιόδεντρο, ανεκτίμητο για την ύπαρξη και επιβίωση των κατοίκων του. Πολλά κείμενά του είναι ύμνος στον λεσβιακό ελαιώνα. Ο συγγραφέας είναι τόσο ριζωμένος στη γη του που νομίζεις ότι οι μήνες και οι εποχές χαράζουν περιοδικά το σώμα του, αναδύονται μέσα από τον ψυχισμό του».
Κείμενα που «πληκτρολογήθηκαν σε υπολογιστή, γράφτηκαν σε χαρτιά κάθε είδους, ακόμα και σε τραπεζομάντιλα ταβερνείων, κι από κει στάλθηκαν για δημοσίευση στην εφημερίδα, σαν γράμματα παλαιάς εποχής», θυμάται αυτός που τα γέννησε. Για θέματα εφήμερα, «ανθρώπινες σχέσεις, αγροτικές ασχολίες, ο κόπος των ανθρώπων, σκηνές των δρόμων, των καφενείων, μουσικές στα κάστρα Μυτιλήνης και Μολύβου και σ’ άλλους χώρους· ο ελαιώνας της Γέρας, οι παραθεριστές του καλοκαιριού, οι προσκυνητές στις Παναγιές του νησιού, η Επάνω Σκάλα της Μυτιλήνης με το κάστρο της, αλλά κι η πατρογονική Αιολική Γη έγιναν θέματα, μικρά πεζά κείμενα».
Ο Αριστείδης Καλάργαλης είναι άνθρωπος τυχερός. Ζει και γράφει στο όριο. Στο όριο Βορειοανατολικού Αιγαίου και Μικράς Ασίας – κι αυτό καθορίζει το συγγραφικό του έργο. Καταγράφει αλλά και γίνεται πρωταγωνιστής αυτού του αέναου, όσο και ιδιότυπου «διαλόγου» μεταξύ των δύο ακτών.
«Η ματιά του και η σκέψη του», γράφει ο Νικόλας Βουλέλης, «δεν απομονώνονται, δεν περιχαρακώνονται. Συνεχώς βλέπει και τις δύο ακτές που τις ενώνει η θάλασσα, το Αιγαίο. Η μικρή απόσταση, το απαράλλακτο παντού φυσικό τοπίο, τα παρόμοια παλιά κτίσματα, φτιαγμένα ίσως από τους ίδιους μαστόρους πριν από έναν και πάνω αιώνα, παντού οι ελιές, το ούζο εδώ, το ρακί εκεί. Και οι γλάροι να μην αναγνωρίζουν σύνορα ούτε τελωνεία. Τα χρονογραφήματά του ενώνουν τις δύο ακτές, τους δύο λαούς, γεφυρώνουν το χάσμα, χωρίς να ξεχνούν την απώλεια».
Οπως εκείνο, υπό τον τίτλο, «Ο άγιος Πρόσφυγας» -όχι τυχαία μάλλον, πρώτο κείμενο στο βιβλίο- που ο συνεργάτης μας γράφει απ’ το Αϊβαλί. Από εκεί ο Αρ. Καλάργαλης παρατηρεί σπίτια, μα πιο πολύ υπέρθυρα, από τα σπίτια εκείνων που τα εγκατέλειψαν άρον άρον. Παρατηρητικός, στέκεται μπροστά στο υπέρθυρο που φέρει τη χρονολογία 6 Αυγούστου 1922 – «σε ποια τραγωδία να την εντάξεις;» διερωτάται.
Ομως η προσφυγιά δεν έχει χρώματα και φυλές. Εκεί που ήμουν, είσαι… Και, γράφοντας για το σήμερα, σαν ρεπόρτερ μεταδίδει: «Ομως στα παράλια της Τουρκίας καταφτάνουν κι οι αποδιωγμένοι από τις χώρες του πολέμου, της ανέχειας, της θρησκευτικής μισαλλοδοξίας, της πολιτικής διαμάχης. Συγκεντρώνονται στις απόμακρες περιοχές, οι οποίες υπάρχουν ανάμεσα στις πόλεις και στις τουριστικές περιοχές, μακριά απ’ τον κόσμο. Κι όποτε έχει μπουνάτσα περνούν απέναντι στα ελληνικά νησιά».
Και διερωτάται: «Ποιος άγιος σώζει τους περισσότερους; Στο μέλλον θα ενταχθεί στο εορτολόγιο των θρησκειών ο Αγιος Πρόσφυγας, κοινός για όλες τις θρησκείες. Γιατί ο καθημερινός πολίτης του κόσμου, ο Ελληνας του περασμένου αιώνα, ο σημερινός της Αφρικής και της Ασίας, αγιάζει εκεί στην ξενιτιά και κάποτε δεν θέλει να επιστρέψει και να ξαναδεί το πατρικό του σπίτι».
«Γράμματα απ’ το Αιγαίο», λοιπόν, για τους πολίτες του κόσμου.

