Τον καθοριστικό ρόλο του ιδιωτικού τομέα στην αναζωογόνηση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας ανέδειξε ο Αντιπρόεδρος της Ένωσης Ελληνικών Εταιρειών Αεροδιαστημικής, Ασφάλειας & Άμυνας (ΕΕΛΕΑΑ), κ. Νίκος Παπάτσας, μιλώντας στην 1η Ημερίδα Άμυνας & Γεωπολιτικής που διοργάνωσαν το Capital.gr και το Forbes με θέμα “Η Νέα Γεωπολιτική Πραγματικότητα και οι Αμυντικές Προκλήσεις – Η επόμενη ημέρα για Ευρώπη, Ελλάδα και Ανατολική Μεσόγειο”.
Όπως ανέφερε ο κ. Παπάτσας, “η ελληνική αμυντική βιομηχανία αλλάζει ρυθμούς, προσανατολισμό και φιλοσοφία”, περιγράφοντας τον κλάδο ως έναν χώρο που βρίσκεται σε βαθύ και πολυεπίπεδο μετασχηματισμό.
Ο ίδιος τόνισε ότι η ανασυγκρότηση δεν περιορίζεται σε επιμέρους τομείς, αλλά εκτείνεται “από τη βαριά βιομηχανία και τα ναυπηγεία μέχρι τις πιο σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές”. Παρά τις δυσκολίες της οικονομικής κρίσης, η ελληνική αμυντική βιομηχανία εμφανίζει σημάδια δυναμικής επανεκκίνησης, με τον ιδιωτικό τομέα να αναλαμβάνει “πρωταγωνιστικό ρόλο στις επενδύσεις και στην ανάπτυξη νέων δυνατοτήτων”.
Ευρωπαϊκή διάσταση και η πρόκληση των αριθμών
Στο πλαίσιο της παρέμβασής του, ο Αντιπρόεδρος της ΕΕΛΕΑΑ υπενθύμισε ότι “η παραγωγική βάση της Ευρώπης είχε μείνει πίσω για χρόνια” λόγω της μακροχρόνιας υποεπένδυσης στην άμυνα. Συγκρίνοντας την Ευρώπη με τις ΗΠΑ, που δαπανούν ετησίως 850–900 δισ. δολάρια έναντι μόλις 150 δισ. της Ευρώπης, τόνισε: “Τα μεγέθη είναι αμείλικτα”, προσθέτοντας ότι οι νέες γεωπολιτικές συνθήκες επιβάλλουν “επιτάχυνση, επενδύσεις και τεχνολογική αναβάθμιση”.
Από την παραγωγή στα κέντρα τεχνολογίας
Ο κ. Παπάτσας επισήμανε ότι η σύγχρονη αμυντική βιομηχανία δεν περιορίζεται στην παραγωγή παραδοσιακών οπλικών συστημάτων. Τα εργοστάσια μετατρέπονται σε “κέντρα τεχνολογίας”, με ανάπτυξη drones, αισθητήρων, συστημάτων επιτήρησης και ψηφιακών εφαρμογών που αλλάζουν τα επιχειρησιακά δεδομένα. Όπως είπε χαρακτηριστικά: “Οι τεχνολογίες αυτές δεν είναι απλώς συμπληρωματικές· διαμορφώνουν νέα δόγματα και νέες ανάγκες”.
Ταυτόχρονα, αναφέρθηκε στις αδυναμίες του παρελθόντος, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα “είχε χάσει για χρόνια τη στενή διασύνδεση της αμυντικής βιομηχανίας με τις Ένοπλες Δυνάμεις”. Σύμφωνα με τον ίδιο, η απουσία συμμετοχής σε μεγάλα διεθνή εξοπλιστικά προγράμματα κόστισε στη χώρα πολύτιμες ευκαιρίες τεχνογνωσίας, συνεργασιών και εξωστρέφειας. “Χάσαμε ένα μεγάλο τρένο”, σημείωσε, “αλλά τώρα τρέχουμε μπροστά”.
Η στρατηγική για την επόμενη δεκαετία
Ο Αντιπρόεδρος της ΕΕΛΕΑΑ τόνισε ότι η επόμενη ημέρα απαιτεί συντονισμένη προσπάθεια, με ισχυρές ιδιωτικές επενδύσεις, σταθερό θεσμικό πλαίσιο και ξεκάθαρες επιχειρησιακές απαιτήσεις από τις ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις. “Μόνο έτσι η εγχώρια βιομηχανία θα μπορέσει να ενισχύσει τη διεθνή της αξιοπιστία και να διεκδικήσει θέση στα μεγάλα προγράμματα της επόμενης δεκαετίας”, επεσήμανε.
Κλείνοντας, ο κ. Παπάτσας τόνισε: “Η Ελλάδα έχει τη γνώση, έχει το ανθρώπινο δυναμικό και έχει πλέον και τη βούληση. Το στοίχημα είναι να μετατρέψουμε αυτή τη δυναμική σε σταθερή παραγωγική ισχύ και σε διεθνή παρουσία που θα αντέξει στον χρόνο”.
Η τεχνολογική επανάσταση στην άμυνα
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και ο Κρίστιαν Χατζημηνάς, ιδρυτής των EFA GROUP και THEON GROUP και Πρόεδρος της Ελληνικής Ένωσης Επιχειρηματιών (ΕΕΝΕ), ο οποίος, μιλώντας για μια επερχόμενη “τεχνολογική επανάσταση” στον τομέα της άμυνας στην Ευρώπη, επεσήμανε ότι η Ελλάδα διαθέτει τα στελέχη και τη γνώση για να παίξει πρωταγωνιστικό ρόλο.
Υπογράμμισε, όμως, ότι η ελληνική βιομηχανία πρέπει να στηρίζεται στην τεχνογνωσία και στην ουσιαστική συμμετοχή της στην εφοδιαστική αλυσίδα.
Σχετικά με την οικονομική και τεχνολογική δυναμική της ελληνικής βιομηχανίας, ο κ. Χατζημηνάς σημείωσε ότι η ελληνική αμυντική βιομηχανία έχει φτάσει σήμερα σε τζίρο 700 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 80% είναι καθαρά εξαγωγικό, και φέτος αναμένεται να υπερβεί το 1 δισ. ευρώ, αν πραγματοποιηθούν οι προγραμματισμένες δαπάνες.
Τέλος, τόνισε τη σημασία του ανθρώπινου δυναμικού και της επιστροφής επιστημόνων από το εξωτερικό, σημειώνοντας ότι η μείωση της φορολογίας για όσους επιστρέφουν έχει συμβάλει σημαντικά στην ενίσχυση της ελληνικής αμυντικής βιομηχανίας.

