Φόρτωση Text-to-Speech…
Χρειάστηκαν τρεις εβδομάδες για να καταγραφεί «στροφή» 180 μοιρών ως προς τη συνολική προσέγγιση της Ευρώπης στον αμερικανοϊσραηλινό πόλεμο στο Ιράν. Στις Βρυξέλλες, όπου βρέθηκαν την περασμένη Πέμπτη, οι Ευρωπαίοι ηγέτες κλήθηκαν να διαχειριστούν μια κρίση που ξεπερνάει τα Στενά του Ορμούζ και «αγγίζει» πλέον τη στρατηγική αυτονομία της Ε.Ε. Η απαίτηση μέσω νέων απειλών του Ντόναλντ Τραμπ να συνδράμουν οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι και εταίροι στο ΝΑΤΟ στο άνοιγμα των Στενών αντιμετωπίστηκε, πάντως, ήδη από την περασμένη Δευτέρα με ενιαίο, σαφές μήνυμα από τις Βρυξέλλες, το Βερολίνο, το Παρίσι: «Αυτός ο πόλεμος δεν είναι δικός μας».
Ανοιχτές διέξοδοι
Υπάρχει μια στρατηγική λογική πίσω από αυτήν την αρνητική στάση του συνόλου πλέον των Ευρωπαίων ηγετών, αναφέρει στην «Κ» ο Ερίκ Μορίς, αναλυτής του European Policy Center στις Βρυξέλλες: «Πρώτον, αυτός δεν είναι ο πόλεμος της Ευρώπης. Δεύτερον, οι Ευρωπαίοι δεν θέλουν να γίνουν στόχοι ιρανικών επιθέσεων ή τρομοκρατικών ενεργειών. Οι δυνατότητες της Ε.Ε. είναι περιορισμένες σε αριθμό πλοίων και πυρομαχικών για μια επιχείρηση αυτού του μεγέθους. Παράλληλα, δεν θέλουν να εξαντλήσουν τις διπλωματικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητές τους, ειδικά σε μια περίοδο που η Ουκρανία παραμένει πρώτη προτεραιότητα».
Η αμερικανική επίθεση στο Ιράν είχε, πάντως, αρχικά προκαλέσει «ρήγμα» εντός της Ε.Ε. γύρω από το εάν η Ευρώπη θα πρέπει να δίνει σημασία πλέον στην παγκόσμια τάξη, βασισμένη στο διεθνές δίκαιο. Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς και η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν στάθηκαν υπέρ της αλλαγής καθεστώτος στην Ισλαμική Δημοκρατία, εκτιμώντας λανθασμένα ότι αυτός ήταν ο βασικός στόχος του πολέμου του Τραμπ. Την τελευταία, όμως, εβδομάδα, μετά τις απειλές του Αμερικανού προέδρου για αποχώρηση ουσιαστικά των ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ εάν οι σύμμαχοι δεν ανταποκρίνονταν στην απαίτησή του για στρατιωτική συνδρομή στο άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ, οι ηγέτες της Ε.Ε. άλλαξαν άμεσα στάση.
Ακόμη και η Ιταλίδα πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι, γνωστή για τη στήριξή της στον Τραμπ, αναγνώρισε ότι οι αμερικανοϊσραηλινές επιθέσεις στο Ιράν ήταν «εκτός του πλαισίου του διεθνούς δικαίου». Ηχηρή ήταν η στροφή και του Φρίντριχ Μερτς, που ενώ αρχικά εμφανίστηκε ευθυγραμμισμένος με τον Τραμπ, πλέον αποκλείει κάθε στρατιωτική εμπλοκή στα Στενά.
Ωστόσο, τα διαρκή «χτυπήματα» του Ιράν εναντίον κρίσιμων υποδομών, με τελευταίο εκείνο στο μεγαλύτερο εργοστάσιο LNG στο Κατάρ, έφεραν τις πιο ισχυρές ευρωπαϊκές χώρες ενώπιον νέου διλήμματος, καθώς η QatarEnergy δήλωσε ότι δεν θα είναι σε θέση να εκπληρώσει παραδόσεις στην Ιταλία, ενώ οι επισκευές θα χρειαστούν έως πέντε χρόνια. Αυτό εξηγεί εν πολλοίς και την άμεση κοινή δήλωση πέντε χωρών (Γαλλία, Ιταλία, Ολλανδία, Γερμανία, Βρετανία) να εκφράσουν ετοιμότητα για να συμβάλουν «στις κατάλληλες προσπάθειες για τη διασφάλιση ασφαλούς διέλευσης μέσω των Στενών». Λόγω της αμφιλεγόμενης αυτής δήλωσης, που εκτιμήθηκε ως έμμεσο μήνυμα στήριξης του Τραμπ και εμπλοκής στο αίτημά του, το Βερολίνο έσπευσε να διευκρινίσει –μέσω του κυβερνητικού εκπροσώπου– ότι αφορά «πρωτοβουλία, μετά τη λήξη των συγκρούσεων».
Πρώτα η Ουκρανία – «Οι ευρωπαϊκές χώρες δεν θέλουν να εξαντλήσουν τις διπλωματικές, πολιτικές, στρατιωτικές και οικονομικές δυνατότητές τους, ειδικά σε μια περίοδο που η Ουκρανία παραμένει πρώτη προτεραιότητα». Ερίκ Μορίς Αναλυτής του European Policy Center
Σε διαφορετικό πλαίσιο κινείται, πάντως, η Γαλλία, καθώς συνεχίζει να επιδιώκει αποφασιστικό ρόλο στη Μέση Ανατολή, παρά την ουσιαστική άρνηση των κρατών μελών να συνδράμουν στους σχεδιασμούς της. Γι’ αυτό στρέφεται πλέον προς τα Ηνωμένα Εθνη για την αποκατάσταση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ: «Εχουμε ξεκινήσει διερευνητική διαδικασία, θα δούμε αν θα επιτύχει», ανέφερε μετά τη σύνοδο ο Μακρόν, ξεκαθαρίζοντας, όμως, ότι το πλαίσιο της όποιας αποστολής θα είναι υπό την αιγίδα του ΟΗΕ.
«Στην πλειονότητά τους οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν καταλήξει σε άρνηση στρατιωτικής παρέμβασης· όχι γιατί φοβούνται, αλλά γιατί κατανοούν ότι οι συνέπειες είναι τεράστιες και αβέβαιες» τονίζει στην «Κ» ο Μαρκ Πιερινί, πρώην πρέσβης της Ε.Ε. στην Τουρκία και ανώτατος αναλυτής στο Carnegie Europe.
Για ενάμιση χρόνο οι Ευρωπαίοι έτρεφαν την ψευδαίσθηση πως ο Τραμπ θα έκανε ό,τι υποσχέθηκε ή πως θα ήταν δυνατόν να τον πείσουν μέσω κολακείας και ταπεινώσεων. Σήμερα, μετά και τις διαδοχικές κρίσεις, με κορυφαία εκείνη γύρω από τη Γροιλανδία, η Ε.Ε. αναγκάζεται να επαναπροσδιορίζει τη θέση της έναντι των ΗΠΑ, καθώς έχει καταστεί σαφές ότι δεν πρόκειται για αξιόπιστο σύμμαχο. «Η Ε.Ε. μπορεί να συμβάλει στον καθαρισμό των Στενών μόνο σε συνεργασία με διεθνείς εταίρους και όταν η κατάσταση ηρεμήσει, όχι όμως σε ένα ανοιχτό μέτωπο», αναφέρει ο Μορίς.
Είδαν το ρίσκο
«Η απόφαση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων να μην εμπλακούν στρατιωτικά αντανακλά μια συνειδητή πολιτική αντίληψη: κατανοούν ότι η μονομερής αμερικανοϊσραηλινή επίθεση στο Ιράν δεν έχει στρατηγικό σχέδιο, θέτει σε κίνδυνο τον κόσμο και καθιστά την Ευρώπη απλώς διαχειριστή των συνεπειών», επισημαίνει ο Πιερινί.
Στις Βρυξέλλες, πάντως, οι «27» έστειλαν σαφές μήνυμα στον Τραμπ και στον Νετανιάχου, ζητώντας –σύμφωνα με τα συμπεράσματα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου– «πλήρη σεβασμό του διεθνούς δικαίου από όλα τα μέρη, συμπεριλαμβανομένων των αρχών του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών και του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου». Για κάποιους η «επίμαχη» αυτή φράση αποτέλεσε έμμεση κριτική και προς την πρόεδρο της Κομισιόν, η οποία την περασμένη εβδομάδα δήλωσε ότι η Ευρώπη «δεν μπορεί πλέον να είναι θεματοφύλακας της παλιάς τάξης πραγμάτων».


