Η παγκόσμια οικονομία βρέθηκε ξανά μέσα σε λίγες ώρες απέναντι σε ένα γνώριμο αλλά πάντα επικίνδυνο σενάριο: μια πολεμική ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή που μετατρέπεται σε ενεργειακό σοκ, αναστατώνει τις αγορές και φέρνει στο προσκήνιο τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος. Η εκρηκτική κίνηση του πετρελαίου, που το έστειλε μια ανάσα από τα 120 δολάρια πριν επιστρέψει κάτω από τα 100, δεν ερμηνεύτηκε από τους επενδυτές ως σημάδι σταθεροποίησης. Αντίθετα, ανέδειξε πόσο εύθραυστη έχει γίνει η ισορροπία και πόσο γρήγορα η γεωπολιτική μπορεί να μεταφερθεί στο κόστος ζωής, στην ανάπτυξη και στις αποφάσεις των κεντρικών τραπεζών.
Η πρώτη εικόνα ήταν αυτή του πανικού. Το Brent σκαρφάλωσε ενδοσυνεδριακά έως τα 119,5 δολάρια το βαρέλι, σε επίπεδα που παρέπεμπαν στην κορύφωση της ενεργειακής κρίσης του 2022. Ακόμη πιο βίαιη ήταν η διακύμανση στο αμερικανικό WTI, που ξεπέρασε στιγμιαία τα 118 δολάρια πριν χάσει πάνω από το ένα πέμπτο της αξίας του από τα υψηλά της ημέρας. Αυτή η ακραία μεταβλητότητα αποτύπωσε κάτι βαθύτερο από μια απλή αντίδραση των traders: την αδυναμία των αγορών να αποτιμήσουν με βεβαιότητα τη διάρκεια του πολέμου, το εύρος της ζημιάς στις ενεργειακές ροές και την αποφασιστικότητα των κυβερνήσεων να παρέμβουν.
Η προσωρινή αποκλιμάκωση ήρθε όταν ενισχύθηκαν οι προσδοκίες για συντονισμένες κινήσεις από τις μεγάλες οικονομίες. Η πιθανότητα απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου από τις χώρες της G7 και η κινητικότητα στον Λευκό Οίκο λειτούργησαν ως βαλβίδα εκτόνωσης. Όμως η αγορά γνωρίζει ότι τέτοιες παρεμβάσεις, ακόμη κι αν γίνουν, δεν λύνουν το βασικό πρόβλημα όταν αυτό αφορά τη φυσική ροή του πετρελαίου. Αν το κρίσιμο πέρασμα από τα Στενά του Ορμούζ συνεχίσει να λειτουργεί υπό καθεστώς φόβου, επιθέσεων και ανασφάλειας, τότε καμία βραχυπρόθεσμη διοχέτευση αποθεμάτων δεν αρκεί για να εξαφανίσει τον κίνδυνο.
Εδώ βρίσκεται και ο πυρήνας του παγκόσμιου άγχους. Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια αρτηρία περνά περίπου το ένα πέμπτο του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Όταν η ναυσιπλοΐα εκεί σχεδόν παγώνει, δεν απειλείται μόνο η τιμή στο ταμπλό, αλλά η ίδια η τροφοδοσία της διεθνούς οικονομίας. Το ενεργειακό κόστος περνά αμέσως στις μεταφορές, στη βιομηχανία, στο λιανεμπόριο και τελικά στο καλάθι του καταναλωτή. Ο πόλεμος, με άλλα λόγια, δεν μένει στο πεδίο των μαχών. Μεταφέρεται στην αντλία, στον λογαριασμό του ρεύματος, στο κόστος παραγωγής και στα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων.
Η επίδραση, ωστόσο, δεν μοιράζεται ισότιμα. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα δεχθούν πίεση από την άνοδο της βενζίνης και από τη φθορά που αυτή προκαλεί στα νοικοκυριά, κυρίως πολιτικά και καταναλωτικά. Παρ’ όλα αυτά, η αμερικανική οικονομία διαθέτει ένα μαξιλάρι που δεν είχαν παλαιότερες δεκαετίες: είναι πλέον ενεργειακή υπερδύναμη και μεγάλος παραγωγός πετρελαίου και φυσικού αερίου. Αυτό σημαίνει ότι μέρος του κόστους επιστρέφει στο εσωτερικό της οικονομίας μέσω αυξημένων εσόδων και επενδύσεων στον ενεργειακό κλάδο. Οι ΗΠΑ επομένως είναι εκτεθειμένες, αλλά όχι απολύτως ευάλωτες.
Για την Ευρώπη και μεγάλο μέρος της Ασίας, η εικόνα είναι σαφώς πιο δύσκολη. Οι οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγόμενη ενέργεια νιώθουν πολύ πιο γρήγορα και πιο έντονα το σοκ. Υψηλότερες τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου σημαίνουν μεγαλύτερο πληθωρισμό, μικρότερη αγοραστική δύναμη και ασθενέστερη ανάπτυξη. Η Γερμανία, η Ιταλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, αλλά και μεγάλες ασιατικές οικονομίες όπως η Κίνα, η Ινδία και η Νότια Κορέα, έχουν κάθε λόγο να ανησυχούν για μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση. Για αυτές, το σοκ δεν είναι απλώς λογιστικό. Είναι βιομηχανικό, κοινωνικό και δημοσιονομικό.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η νέα έκρηξη στις τιμές θα εξελιχθεί σε στασιμοπληθωρισμό, δηλαδή σε έναν τοξικό συνδυασμό ακριβής ενέργειας, επίμονου πληθωρισμού και επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Οι αγορές ομολόγων και νομισμάτων δείχνουν ότι αυτό το ενδεχόμενο λαμβάνεται πολύ σοβαρά υπόψη. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου ξεπέρασε προσωρινά το 4,2% πριν αποκλιμακωθεί, ενώ το δολάριο ενισχύθηκε, καθώς οι επενδυτές στράφηκαν σε πιο αμυντικές τοποθετήσεις. Πίσω από αυτές τις κινήσεις βρίσκεται η ανησυχία ότι ένα παρατεταμένο σοκ στην ενέργεια μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό ακριβώς τη στιγμή που οι κεντρικές τράπεζες ήλπιζαν να περάσουν στη φάση της χαλάρωσης.
Και εδώ μπαίνει στο κάδρο το δεύτερο κρίσιμο μέτωπο: τα επιτόκια. Η ιστορία των τελευταίων πενήντα ετών δείχνει ότι οι αγορές τελικά δεν φοβούνται μόνο την άνοδο του πετρελαίου, αλλά κυρίως τη διάρκειά της και τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουν οι κεντρικές τράπεζες. Όταν ένα ενεργειακό σοκ συνδυάζεται με σφιχτή νομισματική πολιτική, η ζημιά για την οικονομία γίνεται πολύ μεγαλύτερη. Αυτό ακριβώς φοβούνται σήμερα οι επενδυτές. Αν η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η ΕΚΤ ή η Τράπεζα της Αγγλίας κρίνουν ότι η άνοδος της ενέργειας απειλεί να περάσει σε μόνιμο πληθωρισμό, τότε οι μειώσεις επιτοκίων θα καθυστερήσουν ή θα μπουν στο συρτάρι.
Ήδη οι αγορές αρχίζουν να ξαναγράφουν τα σενάρια τους. Οι προσδοκίες για γρήγορη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής έχουν περιοριστεί, καθώς οι επενδυτές αντιλαμβάνονται ότι οι κεντρικοί τραπεζίτες δεν μπορούν να αγνοήσουν ένα νέο ενεργειακό σοκ. Από την άλλη πλευρά, υπάρχει και ο αντίθετος φόβος: ότι μια υπερβολικά σκληρή απάντηση στα επιτόκια θα πλήξει περαιτέρω την ανάπτυξη σε μια στιγμή που οι οικονομίες είναι ήδη κουρασμένες από τον πληθωρισμό των προηγούμενων ετών.
Το αν η παγκόσμια οικονομία θα περάσει απλώς μια περίοδο νευρικότητας ή θα μπει σε πιο επικίνδυνη ζώνη θα εξαρτηθεί τελικά από δύο παράγοντες. Πρώτον, από το πόσο θα διαρκέσει η διαταραχή στην αγορά ενέργειας. Δεύτερον, από το πόσο ψύχραιμα ή επιθετικά θα αντιδράσουν οι κεντρικές τράπεζες. Μέχρι να ξεκαθαρίσουν αυτά τα δύο, οι αγορές θα συνεχίσουν να κινούνται με βίαιες εναλλαγές, το πετρέλαιο θα παραμένει το βασικό θερμόμετρο του κινδύνου και ο κόσμος θα θυμάται ξανά ότι το τίμημα ενός πολέμου στη Μέση Ανατολή δεν το πληρώνει ποτέ μόνο η περιοχή. Το πληρώνει, με διαφορετικούς τρόπους, ολόκληρη η παγκόσμια οικονομία.
Διαβάστε ακόμη
Economist: Γιατί η κρίση στη Μ. Ανατολή βρήκε την Ευρώπη απροετοίμαστη και εκτεθειμένη σε νέο ενεργειακό σοκ
Χάπια για την παχυσαρκία: Η Structure Therapeutics μπαίνει σφήνα στον ανταγωνισμό Novo Nordisk και Eli Lilly
3 μαθήματα που μας διδάσκει το γκολφ για τη ζωή και τις επιχειρήσεις
Για όλες τις υπόλοιπες ειδήσεις της επικαιρότητας μπορείτε να επισκεφτείτε το Πρώτο Θέμα

