Τέσσερα χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής, ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει εξελιχθεί σε ένα από τα καθοριστικά γεγονότα της μετά τον Ψυχρό Πόλεμο εποχής. Η αρχική φάση χαρακτηρίστηκε από ταχύτητα και αβεβαιότητα· η σημερινή από σταθερότητα γραμμών, εξάντληση πόρων και στρατηγική αντοχή. Η σύγκρουση δεν είναι πλέον πόλεμος ελιγμών αλλά πόλεμος φθοράς, στον οποίο η έκβαση θα κριθεί περισσότερο από την ικανότητα βιομηχανικής παραγωγής και την πολιτική αντοχή στον χρόνο παρά από θεαματικές στρατιωτικές επιχειρήσεις.
Η Ρωσία ξεκίνησε την εισβολή τον Φεβρουάριο του 2022 με την προσδοκία μιας σύντομης εκστρατείας που θα οδηγούσε σε πολιτική κατάρρευση της Ουκρανίας. Η αποτυχία κατάληψης του Κιέβου και η ανασυγκρότηση των ουκρανικών δυνάμεων οδήγησαν σε μια δεύτερη φάση, περιορισμένη κυρίως στην ανατολική και νότια Ουκρανία. Σήμερα η Ρωσία ελέγχει περίπου το ένα πέμπτο της ουκρανικής επικράτειας, χωρίς όμως να έχει μετατρέψει την εδαφική αυτή κατοχή σε αποφασιστικό στρατηγικό πλεονέκτημα. Η Ουκρανία εξακολουθεί να λειτουργεί ως κράτος, να διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις και, το κυριότερο, να ενσωματώνεται όλο και βαθύτερα στη δυτική αρχιτεκτονική ασφάλειας.
Η εικόνα του μετώπου αποτυπώνει τη φύση του πολέμου. Οι μεταβολές στο έδαφος είναι μικρές και αργές. Οι ρωσικές δυνάμεις συνεχίζουν τις επιθέσεις κατά μήκος του μετώπου στο Ντονμπάς και στη νότια Ουκρανία, επιδιώκοντας σταδιακή προέλαση μέσω συνεχούς πίεσης. Η ουκρανική πλευρά, χωρίς την απαραίτητη μάζα για μεγάλες αντεπιθέσεις, στηρίζεται σε αμυντικές γραμμές, πυροβολικό, drones και ηλεκτρονικό πόλεμο για να αποτρέψει σημαντικές διασπάσεις αυτών των γραμμών. Το αποτέλεσμα είναι μια μορφή στρατιωτικής στασιμότητας που θυμίζει περισσότερο πόλεμο χαρακωμάτων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, παρά τις γρήγορες εκστρατείες των σύγχρονων εγχειριδίων στρατηγικής.
Η Ρωσία διατηρεί πλεονέκτημα στον ρυθμό φθοράς. Διαθέτει μεγαλύτερο πληθυσμό, εκτενέστερη στρατιωτική βιομηχανία και πολιτικό σύστημα ικανό να απορροφά υψηλές απώλειες χωρίς άμεση αποσταθεροποίηση. Η στρατηγική της βασίζεται στην υπόθεση ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της: ότι η Ουκρανία θα αντιμετωπίσει ελλείψεις ανθρώπινου δυναμικού και ότι η δυτική υποστήριξη θα μειωθεί με την πάροδο των ετών. Η ρωσική οικονομία έχει προσαρμοστεί σε συνθήκες πολέμου σε μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι αναμενόταν το 2022, επιτρέποντας τη συνέχιση επιθετικών επιχειρήσεων ακόμη και με μεγάλο κόστος.
Το ρωσικό πλεονέκτημα, ωστόσο, δεν έχει μετατραπεί σε αποφασιστική υπεροχή. Παρά τις συνεχείς επιθέσεις, η Ρωσία δεν έχει καταφέρει να επιτύχει κάποια επιχειρησιακή διάσπαση που θα οδηγούσε σε μια κατάρρευση της ουκρανικής άμυνας. Η κατάληψη πόλεων απαιτεί μήνες και μεγάλες απώλειες, ενώ κάθε προέλαση οδηγεί σε νέα αμυντική γραμμή. Η ρωσική στρατηγική αποδεικνύεται αποτελεσματική για την κατάληψη εδαφών αλλά όχι για την επιβολή πολιτικής λύσης. Παράλληλα, η οικονομική πίεση από τον πόλεμο και τις κυρώσεις αυξάνεται σταδιακά, χωρίς όμως προς το παρόν να απειλεί άμεσα την ικανότητα της Ρωσίας να συνεχίσει τη σύγκρουση. Ένα στοιχείο που ενδέχεται να αποδειχθεί κρίσιμο στη μακροχρόνια εξέλιξη του πολέμου.
Η Ουκρανία, από την πλευρά της, έχει πετύχει ένα αποτέλεσμα που το 2022 θεωρούνταν αβέβαιο: την επιβίωση ως κράτος και στρατιωτική δύναμη. Τέσσερα χρόνια πολέμου δεν έχουν οδηγήσει σε κανενός είδους θεσμική ή στρατιωτική κατάρρευση. Η προσαρμογή υπήρξε σημαντική, ιδιαίτερα στον τομέα των drones και του ηλεκτρονικού πολέμου, όπου η κλασική ρωσική υπεροχή σε βαριά οπλικά συστήματα έχει περιοριστεί. Το πεδίο μάχης έχει μετατραπεί σε περιβάλλον όπου σχετικά φθηνά μέσα μπορούν να καταστρέψουν ακριβά οπλικά συστήματα, αλλάζοντας τη φύση της στρατιωτικής ισχύος.
Η ουκρανική στρατηγική βασίζεται στην αντίθετη υπόθεση από τη ρωσική: ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της Ουκρανίας. Όσο η χώρα παραμένει όρθια, ενσωματώνεται βαθύτερα στη δυτική οικονομική και στρατιωτική δομή. Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση, η στρατιωτική βοήθεια και η σταδιακή θεσμική σύγκλιση δημιουργούν μια μακροπρόθεσμη ασφάλεια που δεν υπήρχε πριν από την εισβολή. Από αυτή την άποψη, η επιβίωση της Ουκρανίας συνιστά ήδη αποτυχία του αρχικού ρωσικού στόχου.
Ο πόλεμος έχει επίσης ξεπεράσει τα όρια μιας περιφερειακής σύγκρουσης και έχει εξελιχθεί σε δοκιμασία της διεθνούς τάξης. Για τη Ρωσία αποτελεί προσπάθεια περιορισμού της δυτικής επέκτασης στην Ανατολική Ευρώπη και αποκατάστασης μιας ζώνης επιρροής. Για τη Δύση αποτελεί δοκιμασία αξιοπιστίας και σταθερότητας των ευρωπαϊκών συνόρων. Η έκβαση της σύγκρουσης θα επηρεάσει όχι μόνο την Ευρώπη αλλά και την παγκόσμια αντίληψη και το status quo ισχύος.
Την πιθανότερη έκβαση αποτελεί το σενάριο μιας μακράς φάσης φθοράς, που μπορεί τελικά να οδηγήσει σε μία παγωμένη σύγκρουση. Αυτή η εξέλιξη δεν θα αποτελούσε πραγματική ειρήνη αλλά αναστολή της σύγκρουσης μέχρι να αλλάξει η ισορροπία ισχύος.
Τέσσερα χρόνια μετά την εισβολή, η βασική πραγματικότητα παραμένει αμετάβλητη. Η Ρωσία δεν κατάφερε να υποτάξει την Ουκρανία και η Ουκρανία δεν κατάφερε να εκδιώξει τη Ρωσία. Όλα δείχνουν ότι πλέον πρόκειται για έναν πόλεμο αντοχής, στον οποίο το τελικό αποτέλεσμα θα κριθεί από το ποια πλευρά θα αντέξει να συνεχίσει περισσότερο. Και σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να θεωρείται βέβαιο πως αυτή θα είναι η ρωσική.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

