Τις τελευταίες ημέρες, η γεωπολιτική κρίση στον Περσικό Κόλπο και το μπλοκάρισμα των Στενών του Ορμούζ δεν αποτελούν απλώς ειδήσεις της διεθνούς επικαιρότητας, αλλά την άμεση αιτία για το άδειασμα του πορτοφολιού των Ελλήνων καταναλωτών, που ήδη ξεκίνησε. Όσο ο πόλεμος και τα μπλόκα στις διεθνείς μεταφορές διατηρούν την ενέργεια στα ύψη, η ακρίβεια που βιώνουμε στην καθημερινότητά μας αποκτά μια πολύ συγκεκριμένη και σκληρή εξήγηση.
Θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πως η μετάδοση ενός ενεργειακού σοκ τιμών στην πραγματική οικονομία αποτελεί μία μαθηματική και νομοτελειακή πραγματικότητα. Όταν διαταράσσεται η διακίνηση του 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, τα διεθνή ασφάλιστρα κινδύνου και το κόστος των ναύλων εκτινάσσονται. Το πετρέλαιο Brent φλερτάρει ξανά με τα 100 δολάρια, που σημαίνει ότι το αργό πετρέλαιο φτάνει στα ελληνικά διυλιστήρια ήδη υπερτιμημένο, δημιουργώντας μια αυξημένη βάση πάνω στην οποία προστίθενται οι υψηλοί και σταθεροί εγχώριοι φόροι.
Αυτό το πρωτογενές σοκ μεγεθύνεται βίαια στην αντλία, ειδικά στην ελληνική περιφέρεια. Ενώ τα επίσημα στοιχεία από το Παρατηρητήριο Τιμών Υγρών Καυσίμων του Υπουργείου Ανάπτυξης δείχνουν τη μέση πανελλαδική τιμή της αμόλυβδης γύρω στο 1,85 ευρώ ανά λίτρο, στα νησιά η κατάσταση έχει ξεφύγει εντελώς. Λόγω του υπέρογκου ακτοπλοϊκού μεταφορικού κόστους, στις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα το ψυχολογικό φράγμα των 2 ευρώ έχει σπάσει προ πολλού, με νησιά όπως η Μήλος, η Μύκονος και η Πάτμος να καταγράφουν μέγιστες τιμές που αγγίζουν ακόμα και τα €2,35 το λίτρο.
Όμως, το πρόβλημα δεν σταματά στο πρατήριο. Το ενεργειακό κόστος λειτουργεί σαν ντόμινο που διαχέεται σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα, καταλήγοντας στο ράφι του σούπερ μάρκετ, καθώς στο κόστος κάθε προϊόντος “εμπεριέχεται” ενέργεια. Ο πρωτογενής τομέας καίει πανάκριβο diesel και χρησιμοποιεί λιπάσματα που είναι παράγωγα πετρελαίου, ενώ παράλληλα η μεγαλύτερη παραγωγή ουρίας —η οποία αποτελεί το βασικό συστατικό των αζωτούχων λιπασμάτων— γίνεται στον Κόλπο λόγω της χρήσης μεθανίου. Στη συνέχεια, τα εργοστάσια επωμίζονται τεράστια λειτουργικά κόστη και, τελικά, τα φορτηγά διανομής μετακυλίουν τα αυξημένα μεταφορικά απευθείας στην τελική τιμή.
Η κατάσταση στα ράφια, ωστόσο, ήταν ήδη δύσκολη πριν καν κλείσουν τα Στενά του Ορμούζ. Τα πρόσφατα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Φεβρουάριο δείχνουν ότι η κατηγορία των τροφίμων έτρεχε με πληθωρισμό 5,2%, σχεδόν διπλάσιο από τον γενικό δείκτη. Δεδομένου ότι ο πόλεμος ξέσπασε μόλις την τελευταία ημέρα του μήνα (28 Φεβρουαρίου), αυτό το ποσοστό δεν περιλαμβάνει απολύτως καμία επίπτωση από τη σημερινή κρίση. Αποτυπώνει αποκλειστικά το ήδη βεβαρημένο τοπίο της αγοράς, πάνω στο οποίο έρχεται τώρα να σκάσει το νέο ενεργειακό ντόμινο από τον Περσικό, προμηνύοντας μια ακόμη πιο βίαιη ανατίμηση στα είδη πρώτης ανάγκης το προσεχές διάστημα.
Απέναντι σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, η κυβέρνηση ανακοίνωσε έκτακτα μέτρα ισχύος έως τον Ιούνιο του 2026, με αυστηρά πρόστιμα που φτάνουν τα 5 εκατομμύρια ευρώ, εστιάζοντας στην επιβολή πλαφόν στο περιθώριο μικτού κέρδους. Είναι ζωτικής σημασίας να κατανοήσουμε ότι το κράτος δεν επέβαλε πλαφόν ανώτατης τελικής τιμής. Αυτό είναι κάτι που αφενός θα έφερνε τις τιμές στο ίδιο επίπεδο παντού και την πλήρη κατάργηση του ανταγωνισμού και αφετέρου θα ανάγκαζε τις επιχειρήσεις να πουλούν με ζημιά, οδηγώντας μαθηματικά σε άδεια ράφια και ελλείψεις. Αυτό που επιβάλλεται τώρα είναι ένα αυστηρό “ταβάνι” στο κέρδος.
Για τα καύσιμα, το πλαφόν ορίστηκε εξαιρετικά στοχευμένα ως απόλυτο ποσό: μέγιστο κέρδος 5 λεπτά ανά λίτρο για τη χονδρική και 12 λεπτά για τη λιανική. Αυτό προστατεύει τον καταναλωτή, καθώς αποκλείει το ενδεχόμενο να αυξήσει η αγορά καυσίμων υπερβολικά τα κέρδη της, εκμεταλλευόμενη την άνοδο της τιμής της βενζίνης.
Για τα σούπερ μάρκετ, το μέτρο εφαρμόστηκε σε 61 κατηγορίες βασικών αγαθών, κλειδώνοντας το ποσοστό κέρδους στα επίπεδα του 2025. Εδώ όμως κρύβεται η σκληρή αλήθεια που κάθε καταναλωτής θα βιώσει στο ταμείο: το πλαφόν κέρδους απαγορεύει την αισχροκέρδεια, αλλά δεν σταματά την ανατίμηση. Αν το σούπερ μάρκετ αγοράσει το γάλα ακριβότερα από τον προμηθευτή λόγω των αυξημένων παγκόσμια μεταφορικών, το τελικό προϊόν θα ακριβύνει στο ράφι. Αυτό είναι αναπόφευκτο. Απλώς ο έμπορος δεν θα βγάλει υπερκέρδος.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο επώδυνη στα χιλιάδες προϊόντα που έμειναν εκτός πλαφόν, όπως τα απορρυπαντικά ή τα σνακ. Τα σούπερ μάρκετ, συμπιεσμένα από τα δικά τους αυξημένα ενεργειακά κόστη και ανίκανα να αυξήσουν το κέρδος τους στα 61 βασικά είδη, θα στραφούν σε δυσανάλογες αυξήσεις στα είδη εκτός πλαφόν για να ισορροπήσουν τους ισολογισμούς τους. Με το κόστος, προφανώς, να μεταφέρεται και πάλι στις πλάτες του απλού καταναλωτή.
Με απλά λόγια, τα κυβερνητικά μέτρα αποτελούν ένα αναγκαίο δίχτυ προστασίας απέναντι στους επιτήδειους της κρίσης, αλλά η αποτελεσματικότητά τους έχει όρια. Μετά τα οποία, είναι ανίσχυρα μπροστά στο κύμα της εισαγόμενης ακρίβειας. Ένα κύμα το οποίο ξεκινά από τον Περσικό Κόλπο, περνά από τις διεθνείς αγορές ενέργειας και τις αλυσίδες μεταφοράς, και καταλήγει τελικά στο ίδιο σημείο όπου συναντώνται η οικονομία και η καθημερινότητα: στο ταμείο του σούπερ μάρκετ.
Πέτρος Λάζος
petros.lazos@capital.gr

