Για κάθε 1 ευρώ αξίας που δημιουργεί ο κλάδος, παράγονται επιπλέον 9,3 ευρώ στην οικονομία.
Η ζυθοποιία αποτελεί έναν από τους πιο δυναμικούς κλάδους της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων και ποτών, με διαρκή παρουσία στην οικονομία και σημαντική συμβολή στην απασχόληση και την ανάπτυξη. Παρά τις διαδοχικές κρίσεις της τελευταίας δεκαετίας, ο κλάδος. με βάση μελέτη του ΙΟΒΕ για τον κλάδο που παροπυσιάστηκε, χθες, εμφανίζει ανθεκτικότητα και προοπτικές περαιτέρω ενίσχυσης.
Με βάση, δε, τα όσα αναφέρθηκαν, παρά τις προκλησεις και την πίεση που καταγράφεται λόγω συγκυρίας και νέων καταναλωτικών συνηθειών η ζυθοποιία είναι ένας κρίκος σε μια ευρύτερη οικονομική αλυσίδα που επηρεάζει την κατανάλωση, την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα. Με τις κατάλληλες., δε, στρατηγικές, μπορεί να ενισχύσει ακόμη περισσότερο τη θέση της στην ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια.
Ανάκαμψη παραγωγής και κατανάλωσης
Αναλυτικά, όπως αναφέρθηκε, η παραγωγή μπίρας στην Ελλάδα, μετά την πτώση της δεκαετίας του 2010, επανέρχεται σε ανοδική τροχιά, φτάνοντας τα 4,31 εκατ. εκατόλιτρα το 2024.
Αντίστοιχα, η κατανάλωση διαμορφώθηκε σε 4,2 εκατ. εκατόλιτρα, πλησιάζοντας τα προ κρίσης επίπεδα, αν και το 2025 καταγράφεται εκ νέου κάμψη κατά 5%.
Την ίδια στιγμή, η κατά κεφαλήν κατανάλωση παραμένει χαμηλή σε ευρωπαϊκό επίπεδο, στα 41 λίτρα ετησίως, στοιχείο που υποδηλώνει περιθώρια ανάπτυξης αλλά και διαφοροποίηση των καταναλωτικών συνηθειών.
Πολλαπλασιαστική επίδραση στην οικονομία
Η συμβολή της ζυθοποιίας στην οικονομία ξεπερνά την ίδια την παραγωγική δραστηριότητα. Το 2024:
- Η άμεση και έμμεση προστιθέμενη αξία ανήλθε σε 576 εκατ. ευρώ
- Σε επίπεδο συνολικής εφοδιαστικής αλυσίδας έφτασε τα 2,04 δισ. ευρώ (0,86% του ΑΕΠ)
- Για κάθε 1 ευρώ αξίας που δημιουργεί ο κλάδος, παράγονται επιπλέον 9,3 ευρώ στην οικονομία
Αντίστοιχα σημαντική είναι και η συμβολή στην απασχόληση, με σχεδόν 73.000 θέσεις εργασίας να συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τον κλάδο, κυρίως μέσω της εστίασης και του τουρισμού.
Τουρισμός και εποχικότητα: Καθοριστικοί παράγοντες
Ο τουρισμός αποτελεί βασικό μοχλό ζήτησης για τη μπίρα στην Ελλάδα. Εκτιμάται ότι περίπου το 10% της συνολικής κατανάλωσης προέρχεται από τουρίστες, ενώ το 25% της τουριστικής δαπάνης κατευθύνεται σε εστίαση και μπαρ.
Η κατανάλωση εμφανίζει έντονη εποχικότητα, με κορύφωση τους θερινούς μήνες, λόγω αυξημένων αφίξεων αλλά και υψηλών θερμοκρασιών.
Δομικές αλλαγές και ενίσχυση ανταγωνισμού
Όπως αναφέρεται, τα τελευταία 20 χρόνια, η αγορά μπίρας έχει αλλάξει σημαντικά καθώς όπως αναφέρθηκε, ο αριθμός των ζυθοποιείων έφτασε τις 76 μονάδες το 2024
- Αναπτύχθηκαν δυναμικά οι μικροζυθοποιίες
- Μειώθηκε η συγκέντρωση της αγοράς, με ενίσχυση του ανταγωνισμού
Η στροφή προς ελληνικά brands, τα premium προϊόντα και τις μπίρες χωρίς αλκοόλ αποτυπώνει την αλλαγή στις προτιμήσεις των καταναλωτών.
Τιμές, φόροι και πιέσεις κόστους
Με βάση το ΙΟΒΕ, η μπίρα επιβαρύνεται σημαντικά φορολογικά, με ΕΦΚ και ΦΠΑ να αντιστοιχούν περίπου στο 42% της τελικής τιμής. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης συγκαταλέγεται στους υψηλότερους στην ΕΕ.
Παράλληλα, ο κλάδος αντιμετωπίζει αυξανόμενο κόστος παραγωγής (ενέργεια, πρώτες ύλες, μεταφορές), γεγονός που πιέζει τα περιθώρια κέρδους, τα οποία έχουν μειωθεί σε περίπου 10,5%.
Εξαγωγές και εισαγωγές
Οι εξαγωγές μπίρας ανήλθαν σε 35 εκατ. ευρώ το 2024, παρουσιάζοντας σημαντική αύξηση σε σχέση με την περίοδο πριν το 2010. Την ίδια στιγμή, οι εισαγωγές διαμορφώθηκαν σε 39 εκατ. ευρώ, αντανακλώντας τη διεύρυνση των επιλογών των καταναλωτών.
Προκλήσεις και προοπτικές
Παρά τη θετική δυναμική, ο κλάδος αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, όπως:
- Στασιμότητα ζήτησης
- Υψηλή φορολογία
- Έντονος ανταγωνισμός από άλλα ποτά
- Εξάρτηση από τον τουρισμό
- Κλιματική πίεση στις πρώτες ύλες
Ωστόσο, οι προοπτικές παραμένουν θετικές. Η ανάπτυξη των μικροζυθοποιιών, η στροφή στην ποιότητα, η σύνδεση με τον τουρισμό και οι επενδύσεις στη βιωσιμότητα δημιουργούν νέες ευκαιρίες.

