Τον ρόλο της Τουρκίας ως ανεξάρτητου παίκτη και εν δυνάμει μεσολαβητή στον πόλεμο ΗΠΑ–Ισραήλ–Ιράν αναδεικνύει με ηχηρές διατυπώσεις ο πρώην υπουργός Οικονομικών της Ελλάδας Γιάνης Βαρουφάκης, σε συνέντευξή του στο CNN Türk. Αντίθετα, περιγράφει την Αθήνα ως “δορυφόρο” της Ουάσιγκτον και του Τελ Αβίβ, υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα έχει χάσει την ανεξαρτησία της και δεν αντιμετωπίζεται πλέον σοβαρά στη διεθνή σκηνή.
Ο Βαρουφάκης χαρακτηρίζει ανοιχτά το Ισραήλ κράτος που διαπράττει γενοκτονία, τονίζοντας ότι ανήκει στους ελάχιστους Ευρωπαίους πολιτικούς που χρησιμοποιούν τόσο σκληρή γλώσσα για την ισραηλινή δράση στη Γάζα. Κατά την ανάλυσή του, ο Μπενιαμίν Νετανιάχου επιδιώκει εδώ και δεκαετίες να σύρει τις ΗΠΑ σε πόλεμο με το Ιράν, με τη σημερινή σύγκρουση να αποτελεί συνέχεια ενός “30ετούς σχεδίου” του ισραηλινού κατεστημένου. Υποστηρίζει μάλιστα ότι ο σημερινός πόλεμος είναι πρωτίστως “πόλεμος του Ισραήλ”, στον οποίο η Ουάσιγκτον έχει παγιδευτεί, αφήνοντας πίσω της εκατομμύρια νεκρούς, όπως συνέβη, όπως λέει, στο Βιετνάμ, στο Ιράκ, στο Αφγανιστάν και στη Λιβύη.
Ο πρώην υπουργός διαχωρίζει τη Γάζα από άλλα μέτωπα, επιμένοντας ότι εκεί δεν μιλάμε απλώς για εγκλήματα πολέμου, αλλά για εθνοκάθαρση με τελικό στόχο την εξαφάνιση των Παλαιστινίων από τα κατεχόμενα εδάφη. Εκτιμά ότι το Ισραήλ διατηρεί τεχνητά μια μόνιμη κατάσταση πολέμου στην περιοχή για να ολοκληρώσει την προσάρτηση παλαιστινιακών εδαφών στα de facto σύνορά του.
Στο ερώτημα αν η Τουρκία επιχειρείται να συρθεί σε πόλεμο από ΗΠΑ και Ισραήλ, ο Βαρουφάκης εμφανίζεται κατηγορηματικός ότι μια επίθεση κατά της Τουρκίας θα αποτελούσε “πολύ λάθος υπολογισμό” από τον Νετανιάχου. Χαρακτηρίζει το Ισραήλ ταυτόχρονα “ένοχο και δειλό”, λέγοντας ότι δεν μπαίνει ποτέ σε πόλεμο που μπορεί να χάσει και ότι προτιμά στόχους που θεωρεί ευάλωτους, όπως ο Λίβανος μετά την αποδυνάμωση της Χεζμπολάχ. Παράλληλα προειδοποιεί ότι το Ισραήλ αποτελεί πηγή αστάθειας όχι μόνο για την Τουρκία, αλλά για την Ελλάδα, ολόκληρη την περιοχή και την ίδια την ανθρωπότητα.
Ιδιαίτερο βάρος δίνει στη διαχρονική εργαλειοποίηση της έντασης Ελλάδας–Τουρκίας, με κορυφαίο παράδειγμα, όπως θυμάται από τη θητεία του στο Πολεμικό Ναυτικό, δύο απολύτως ίδιες φρεγάτες, μία ελληνική και μία τουρκική, κατασκευασμένες στο ίδιο αμερικανικό ναυπηγείο. Σύμφωνα με τον ίδιο, η κούρσα εξοπλισμών στο Αιγαίο λειτουργεί ως “χρυσοφόρος φλέβα” για τους εμπόρους όπλων, ενώ Αθήνα και Άγκυρα σπαταλούν πόρους σε οπλικά συστήματα που τροφοδοτούν την ένταση αντί να τη μειώνουν.
Σε ό,τι αφορά τη στρατηγική σχέση Αθήνας–Τελ Αβίβ, ο Βαρουφάκης κάνει λόγο για “ντροπιαστική” πορεία υποτέλειας που ξεκίνησε στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τη διαμόρφωση ενός νέου δόγματος ελληνοϊσραηλινής συνεργασίας. Υπενθυμίζει ότι και η δική του κυβέρνηση, μετά την παραίτησή του από το υπουργείο Οικονομικών, συνέχισε στην ίδια γραμμή, υπογράφοντας –όπως καταγγέλλει– “άκρως ντροπιαστική” συμφωνία με το Ισραήλ, η οποία μετέτρεψε την Ελλάδα σε “δορυφόρο” όχι μόνο των ΗΠΑ αλλά και του Ισραήλ. Αναφέρεται ειδικά σε εξοπλιστικές συμφωνίες και τεχνολογίες παρακολούθησης, συνδέοντας τες με το σκάνδαλο υποκλοπών, όπου, όπως σημειώνει, ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης “πιάστηκε επ’ αυτοφώρω” να παρακολουθεί υπουργούς και αξιωματικούς με ισραηλινά συστήματα.
Για τη στάση της Αθήνας στον τρέχοντα πόλεμο, ο Βαρουφάκης χαρακτηρίζει την ελληνική πολιτική “άξια οίκτου”. Επισημαίνει ότι η αποστολή τεσσάρων F-16 και μιας φρεγάτας στην Κύπρο, δήθεν για την προστασία της, στην πραγματικότητα αποσκοπεί στη φύλαξη της βρετανικής βάσης, η οποία, όπως λέει, χρησιμοποιείται από τις ΗΠΑ για επιθέσεις στη Γάζα και στο Ιράν.
Στο ευρύτερο κάδρο, ο Βαρουφάκης λέει ότι οι ΗΠΑ επαναλαμβάνουν το “μοτίβο” των χαμένων πολέμων που παρουσιάζονται ως νίκες, με ανυπολόγιστο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. Υπογραμμίζει την αντίφαση μεταξύ των υποσχέσεων Τραμπ προς τους Αμερικανούς ψηφοφόρους ότι “δεν θα υπάρξει άλλος πόλεμος” και της πραγματικότητας, όπου οι χαμηλόμισθοι Αμερικανοί επιβαρύνονται με εκτόξευση των τιμών της βενζίνης και με μια οικονομία που χρηματοδοτεί ατέρμονες συγκρούσεις. Κερδισμένοι, κατά τον ίδιο, μένουν μόνο οι έμποροι όπλων που “αγαπούν τον πόλεμο, ακόμη κι όταν η χώρα τους χάνει στρατιωτικά”.
Προβλέποντας τη συνέχεια της σύγκρουσης, ο Βαρουφάκης δηλώνει απαισιόδοξος, μιλώντας για γενικευμένη ριζοσπαστικοποίηση της περιοχής. Εκτιμά ότι ακόμη και όσοι αντιτίθενται στο ιρανικό καθεστώς συσπειρώνονται γύρω του υπό την πίεση των βομβαρδισμών, ενώ τα αναπτυξιακά μοντέλα χωρών του Κόλπου, όπως τα ΗΑΕ και το Κατάρ, τίθενται σε “πάγο” από τις επιλογές της Ουάσιγκτον.
Στο σημείο αυτό ο Βαρουφάκης περνά στο τουρκικό παράδειγμα, διατυπώνοντας τη φράση που προκαλεί αίσθηση: “Η Τουρκία πέτυχε αυτό που η Ελλάδα ούτε καν πλησίασε”. Κατά την άποψή του, οι ελληνικές κυβερνήσεις έχουν προσδεθεί πλήρως στο άρμα ΗΠΑ–Ισραήλ, με αποτέλεσμα η Αθήνα να μην υπολογίζεται ως αυτόνομος δρων. Αντίθετα, αποδίδει στην Άγκυρα την ικανότητα να διατηρεί ταυτόχρονα ανοικτούς διαύλους με ανταγωνιστικά στρατόπεδα, προβάλλοντας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Εκεί, όπως σημειώνει, η ελληνική κυβέρνηση επέλεξε την αποστολή “σαπισμένων, άχρηστων όπλων” στον Βολοντιμίρ Ζελένσκι, την ίδια στιγμή που ο ουκρανός πρόεδρος ευχαριστούσε δημόσια την Τουρκία για τα drones που έλαβε από την Άγκυρα. Παράλληλα, η Τουρκία –σύμφωνα με τον Βαρουφάκη– διατήρησε πολύ καλές σχέσεις τόσο με τη Μόσχα όσο και με το Κίεβο, διευκολύνοντας και το εμπόριο ρωσικού φυσικού αερίου, κίνηση που ο ίδιος χαρακτηρίζει “λογική και έξυπνη πολιτική”. Σε αυτό το πλαίσιο, υποστηρίζει ότι η τουρκική ηγεσία κατάφερε να αυτο-τοποθετηθεί ως “αξιόπιστος μεσολαβητής”, κάτι που η Ελλάδα δεν κατάφερε ποτέ.
Κληθείς να σχολιάσει το ενδεχόμενο ανάληψης ρόλου μεσολαβητή από την Τουρκία ανάμεσα σε ΗΠΑ και Ιράν για τον τερματισμό του πολέμου, ο Βαρουφάκης δηλώνει ότι θα υποστήριζε μια τέτοια πρωτοβουλία. Τονίζει ότι ο πόλεμος έχει λάβει τόσο επικίνδυνες διαστάσεις, ώστε οποιοσδήποτε σοβαρός δίαυλος ειρήνευσης θα ήταν “πολύ καλό πράγμα”, αν και σπεύδει να προσθέσει ότι “τα πάντα εξαρτώνται από την Ουάσιγκτον”.
Με αιχμηρή φρασεολογία, ο Βαρουφάκης σκιαγραφεί τελικά δύο αντιδιαμετρικές πορείες: μια Ελλάδα που έχει, όπως λέει, αποδεχθεί τον ρόλο του “υπηρέτη της αμερικανοϊσραηλινής πολεμικής μηχανής” και μια Τουρκία που αξιοποιεί τα περιθώρια αυτονομίας της για να συνομιλεί με όλες τις πλευρές και να διεκδικεί ρόλο ρυθμιστή.
Η συνέντευξη κλείνει με την προειδοποίηση ότι χωρίς ανάκτηση της διπλωματικής ανεξαρτησίας και απεξάρτηση από τις σκοτεινές μπίζνες των εξοπλισμών, καμία χώρα, ούτε η Ελλάδα, ούτε η Τουρκία, δεν θα μπορέσει να προστατεύσει πραγματικά τα συμφέροντα των πολιτών της σε μια Μέση Ανατολή που φλέγεται.

